Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2007

Αυτονόητα και υπονοούμενα: “Κομμουνισμός, σοσιαλισμός, χριστιανική δημοκρατία”

Κλείνοντας με το παρόν πόνημα τη θεματολογία που αρχίσαμε να αναπτύσσουμε σε προηγούμενα φύλλα, σήμερα θα δούμε από κοντά τι εννοούμε με τον όρο «Κομμουνισμός», «Σοσιαλισμός» και «Χριστιανική Δημοκρατία».
Κομμουνιστικό σύστημα: Οικονομικό και κοινωνικό σύστημα που συνίσταται στην κοινωνικοποίηση (κρατικοποίηση) των μέσων παραγωγής και τον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας. Το κομμουνιστικό σύστημα επικράτησε σε πολλές χώρες ύστερα από επαναστάσεις, που εμπνέονταν από τις θεωρίες του Μαρξ. Ο κομμουνισμός παρουσιαζόταν από τους μαρξιστές σαν σύστημα που ερχόταν να αντικαταστήσει νομοτελειακά τον καπιταλισμό και σαν έργο της εργατικής τάξης. Στην πραγματικότητα όλες οι μεταρρυθμίσεις στο κομμουνιστικό σύστημα έγιναν από το κομμουνιστικό κόμμα, που στηριζόταν σε διανοουμένους που ήταν αποφασισμένοι να εφαρμόσουν τις θεωρίες του Μαρξ.
Πολιτικά ο κομμουνισμός εκφράστηκε με τη δικτατορία του προλεταριάτου, που δεν ήταν παρά δικτατορία του κομμουνιστικού κόμματος, και με δυναμική αντιπαράθεση απέναντι στον καπιταλιστικό κόσμο, που έκανε κι αυτός το ίδιο, όχι μόνο στην περίοδο του ψυχρού πολέμου, αλλά και στην περίοδο της «ειρηνικής συνύπαρξης». Η αντιπαράθεση και η πολιτική διαρχία σταμάτησε, όταν συνειδητοποιήθηκε από τα κομμουνιστικά κόμματα ότι το σύστημα τους δεν είναι βιώσιμο. Από τότε τα κομμουνιστικά κόμματα προσπαθούν να βρουν τρόπους ανασυγκρότησης και μεταρρύθμισης του συστήματος, που όχι απλώς αποκλίνουν από τον ορθόδοξο κομμουνισμό, αλλά πλησιάζουν την καπιταλιστική οργάνωση. Για τον σκοπό αυτόν συνεργάζονται άλλωστε με καπιταλιστικές χώρες ή καπιταλιστικές κυβερνήσεις (βλ. πρόσφατη συγκυβέρνηση Ν.Δ. και Κ.Κ.Ε.). Ο κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας εγκαταλείπεται και υιοθετείται ο θεσμός της ατομικής ιδιοκτησίας και της ελεύθερης αγοράς.
Ως ποιο σημείο ο κομμουνισμός εγκαταλείπει τις αρχές του και πλησιάζει την καπιταλιστική οικονομία δεν είναι φανερό, γιατί τα πρώην κομμουνιστικά καθεστώτα διανύουν ένα μεταβατικό στάδιο. Η αστική δημοκρατία δεν διαβάλλεται πια σαν ψευτοδημοκρατία, αντίθετα κατανοείται η αξία της και αντικρίζεται σαν πολιτική ελευθερία και κομματικός πλουραλισμός, πράγματα αδιανόητα για παλιότερες εποχές. Οι μαρξιστές διακηρύσσουν τώρα ότι η δημοκρατία είναι μια. Η δικτατορία του προλεταριάτου και του κομμουνιστικού κόμματος θεωρείται απόβλητη και καταδικάζεται. Γενικά, όμως, θα λέγαμε ότι ο κομμουνισμός (που δεν έχει πια νόημα να ονομάζεται κομμουνισμός και πρέπει οπωσδήποτε να αλλάξει όνομα) δεν έχει βρει ακόμα τον δρόμο του, με εξαίρεση την χώρα μας, όπου το Κ.Κ.Ε. δεν δείχνει ότι έχει χάσει κανένα δρόμο, ούτε και σκέφτεται ότι μπορεί να υπάρχει κάποιος άλλος, αφού δεν αισθάνεται ότι υφίσταται τέτοια αναγκαιότητα. Αρκετοί, άλλωστε, παλιοί κομμουνιστές, που μεγάλωσαν με την πεποίθηση ότι η κομμουνιστική ιδεολογία είναι η μια και μοναδική αλήθεια, δεν κατανοούν τις καινούριες καταστάσεις και τις νέες και οπωσδήποτε μη μαρξιστικές ιδέες. Αντιθέτως, μαρξιστές που ζουν έξω από τις κομμουνιστικές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, έβγαλαν το συμπέρασμα ότι αυτό που απέτυχε δεν είναι ο κομμουνισμός γενικά, αλλά μια ιδιαίτερη μορφή του, ο αυταρχικός και γραφειοκρατικός κομμουνισμός. Στην περίπτωση αυτή μιλάμε για κομμουνισμό που δεν εφαρμόστηκε πουθενά και ποτέ. Υπάρχει μη γραφειοκρατικός κομμουνισμός; Κομμουνιστικά κόμματα έξω από τις κομμουνιστικές χώρες δεν έχουν πειστεί για τη χρεοκοπία του κομμουνιστικού συστήματος. Δεν έχουν την προσωπική εμπειρία της χρεοκοπίας του κομμουνιστικού συστήματος, θα ήθελαν να το εφαρμόσουν από την αρχή και πιστεύουν στην ευδοκίμηση του. Ποιος όμως εμπιστεύεται πια τέτοια πειράματα; Θα λέγαμε κανείς, απόδειξη, άλλωστε, αποτελεί η χρόνο με τον χρόνο μείωση της εκλογικής δύναμης του Κ.Κ.Ε.. Θα πρέπει κανείς να διδάσκεται και από τα λάθη των άλλων, όχι μόνο από τα δικά του. Οι μαρξιστές, που δεν γνώρισαν τον κομμουνισμό στις χώρες τους, καθορίζονται απλώς από τα παλιά τους βιώματα και από ιδεολογισμούς. Το κομμουνιστικό σύστημα της κοινής ιδιοκτησίας και κοινής παραγωγής απέτυχε, γιατί, προσκρούει στους οικονομικούς νόμους και την ανθρώπινη ψυχολογία. Μπορεί οι μέλισσες και τα μυρμήγκια να γνωρίζουν τους νόμους της κοινοβιακής ζωής, όχι όμως και τα άλλα ζώα και προπάντων όχι ο άνθρωπος που χρειάζεται ιδιαίτερα κίνητρα για να εργαστεί και να αποδώσει. Τέτοιες καταστάσεις δεν ρυθμίζονται με ιδεολογίες και όταν ακόμη οι ιδεολογίες αυτές εμφανίζονται σαν επιστημονικές ανακαλύψεις, που μιλούν για ιστορικές νομοτέλειες και για πέρασμα της κοινωνίας από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό. Είναι δυστύχημα το ότι απέτυχε ο κομμουνισμός. Η αποτυχία του όμως είναι ένα πραγματικό γεγονός. Αυτό δεν σημαίνει ότι επιστρέφουμε στον καπιταλισμό. Άλλωστε ο καπιταλισμός που γνωρίζουμε σήμερα είναι ένας αναθεωρημένος καπιταλισμός, επηρεασμένος και από σοσιαλιστικές ιδέες, που τις υιοθέτησε έστω και κάτω από τον φόβο της εξάπλωσης του κομμουνισμού. Μαζί με την κατάρρευση του κομμουνισμού ανατρέπονται και πολλές μαρξιστικές θεωρίες. Δεν μπορούμε πια να μιλάμε για επιστημονικό σοσιαλισμό, για ιστορική νομοτέλεια και άλλα τέτοια. Η ιστορική νομοτέλεια, που σημαίνει και «κοινωνική εμπειρία», απέδειξε τη μη βιωσιμότητα του κομμουνισμού.
Σοσιαλισμός. Κατά λέξη «συντροφισμός». Ο σοσιαλισμός είναι ένας ταλαιπωρημένος όρος. Τον ταλαιπώρησαν κυρίως οι μαρξιστές, οι οποίοι μίλησαν για πολλά είδη σοσιαλισμού, για ουτοπικό σοσιαλισμό, επιστημονικό σοσιαλισμό, κρυφοκαπιταλιστικό σοσιαλισμό κλπ. Ουτοπικός σοσιαλισμός είναι ο σοσιαλισμός που προβάλλεται σαν ένα ιδανικό πρότυπο κοινωνικής οργάνωσης, χωρίς να εξετάζεται αν υπάρχουν οι κατάλληλοι κοινωνικοί όροι που θα έκαναν δυνατή την εφαρμογή του. Ο επιστημονικός σοσιαλισμός συνέδεσε την πραγματοποίηση του με τους αναγκαίους κοινωνικούς όρους, που είναι η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και η πάλη των τάξεων.
Σοσιαλισμό ονόμασαν, επίσης, οι μαρξιστές το στάδιο που θα προηγηθεί του τελικού και ολοκληρωμένου κομμουνισμού. Ο δημοκρατικός σοσιαλισμός χαρακτηρίστηκε από τους μαρξιστές αστικός και συνεπώς ψευτοσοσιαλισμός. Πραγματικός σοσιαλισμός είναι αυτός που επιδιώκει κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και προχωρεί σε ριζικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις.
Τα τελευταία χρόνια οι σοσιαλιστικές ιδέες περνούν κρίση. Σε πολλές περιπτώσεις ο κομμουνισμός αυτοαναθεωρείται, εγκαταλείπει τις θέσεις για κοινωνικοποίηση των παραγωγικών μέσων, κλίνει προς την παλιότερα διαβλημένη σοσιαλδημοκρατία (πολλά κομμουνιστικά κόμματα μετονομάστηκαν σε σοσιαλιστικά) ή φαίνεται να υιοθετεί την ιδέα της μεικτής οικονομίας.
Δεν θα ήταν δυνατό να μιλήσει κανείς για χρεοκοπία των σοσιαλιστικών ιδεών, οι οποίες επέδρασαν ακόμη και πάνω στον καπιταλισμό. Σοσιαλισμός σημαίνει ανάμεσα στα άλλα ενδιαφέρον για την κοινωνική δικαιοσύνη, τον ανθρωπισμό, αλληλεγγύη κλπ. Όλα αυτά παραγνωρίζονται από τον οικονομικό φιλελευθερισμό και τη λογική του ατομισμού και του ανταγωνισμού.
Στην Ελλάδα το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ξεκίνησε ως σοσιαλιστικό κόμμα, διαπνεόμενο από τις αρχές του πραγματικού σοσιαλισμού, αλλά στη πορεία του, επηρεασμένο τόσο από την φθορά της εξουσίας, όσο και από την γενικότερη κρίση των σοσιαλιστικών ιδεών, αφού δεν έχει καταστεί εφικτό να καθορισθεί διεθνώς ένα νέο πλαίσιο ιδεών, που θα έδιναν ώθηση για την αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων στο διεθνοποιημένο επίπεδο της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης, αλλά και εντός της Ε.Ε., υπέστη καθίζηση, υιοθετώντας ως κυβέρνηση πολιτικές που άπτονταν περισσότερο του φιλελευθερισμού, σε τέτοιο σημείο που όχι μόνον ο ψηφοφόρος, αλλά και ο εκάστοτε πολιτευόμενος να μην μπορεί να ξεχωρίσει ποια η διαφορά μεταξύ των αξιών που πρεσβεύουν το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και η Ν.Δ.. Πλήρη ιδεολογική σύγχυση, η οποία δείχνει περισσότερο έντονη στο ΠΑ.ΣΟ.Κ., με αποτέλεσμα ακόμη και η χάραξη της πολιτικής που θα πρέπει να ακολουθήσει τώρα ως αντιπολίτευση να φαίνεται ότι οφείλεται σε αντανακλαστικά αίτια και όχι στην ύπαρξη κάποιας ξεκάθαρης σοσιαλιστικής ιδεολογίας. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. οφείλει πρώτα στον εαυτό του και την ιστορία του και ύστερα απέναντι στους πολίτες να επαναϊδεολογικοποιηθεί, ορίζοντας τους άξονες των στρατηγικών του θέσεων για την κοινωνία του σήμερα και του αύριο και ύστερα να βάλει πλώρη για την κατάληψη της εξουσίας. Διαφορετικά θα υποστεί τις συνέπειες της Ν.Δ., η οποία ζήτησε να λάβει την λαϊκή εντολή για τον σχηματισμό κυβέρνησης, χωρίς ωστόσο στο μακρό χρονικό διάστημα που παρέμεινε ως αντιπολίτευση να έχει ασχοληθεί με την εξεύρεση κάποιας συγκεκριμένης και σαφούς ιδεολογικής ταυτότητας. Άλλωστε, η χάραξη ενός προεκλογικού προγράμματος ουδέποτε αποτέλεσε την σαφή εικόνα μιας πολιτικής ιδεολογίας, τα χαρακτηριστικά της οποίας παρουσιάσαμε σε προηγούμενο φύλλο.
Χριστιανική Δημοκρατία: Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ για τους χριστιανούς των πρώτων χρόνων δεν ήταν παρά το “Πολίτευμα του Διαβόλου” (civitas diaboli κατά τον Ευσέβειο Καισαρείας). Σήμερα, με τον όρο “Χριστιανική Δημοκρατία” εννοούμε τη δημοκρατία με κρατική θρησκεία τον Χριστιανισμό. Σε μια τέτοια δημοκρατία το εκπαιδευτικό και το νομικό σύστημα επηρεάζονται ιδιαίτερα από το χριστιανισμό, ενώ αδιανόητη θα ήταν ακόμη και η σκέψη ότι μπορεί να γίνει ο χωρισμός μεταξύ μιας δημοκρατικής Πολιτείας και της Εκκλησίας, τουναντίον μία ελεύθερη και κατά πλειοψηφία χριστιανική κοινωνία θα μεταλλασσόταν σε μία επίσημα ονομαζόμενη χριστιανική Πολιτεία, μετάλλαξη στην οποία ενυπάρχει ορατός ο κίνδυνος μιας δημοκρατικής εκτροπής σε προπολιτειακές και μεταφυσικές δεσμεύσεις της Πολιτείας, πολύ περισσότερο δε που τα σεπτά κείμενα, ακόμα και τα Ευαγγέλια δεν είναι δυνατόν να υπόκεινται σε έλλογη αμφισβήτηση, δηλαδή σε δημοκρατικό έλεγχο.
Στην Ελλάδα χαιρετίσθηκε η δημιουργία ενός χριστιανικού κόμματος (βλ. ΛΑ.Ο.Σ.), έτσι «ώστε οι αρχές του Ευαγγελίου, ευεργετικές για τον λαό, να έρχονται στο προσκήνιο». Αφορμή δόθηκε ήδη προ καιρού από τον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο, ο οποίος από τού Ιερού Άμβωνος κριτίκαρε τις πολιτικές προθέσεις ή ενέργειες της εκάστοτε κοσμικής κυβέρνησης. Αυτή τη στιγμή στον ΛΑ.Ο.Σ. επιχειρείται το συνταίριασμα της Ορθοδοξίας, των αρχών του Ευαγγελίου και του Αρχαιοελληνικού πνεύματος, τουτέστιν μια λεκτική αλχημεία, που ενώ ιδεολογικά δεν αντέχει σε κριτική, εντούτοις δικαιολογείται απλά και μόνον προς άγραν δυσαρεστημένων ψήφων.
Κλείνοντας, θα πρέπει να θυμίσουμε το ακόλουθο περιστατικό (Ματθ. κβ’, 15-21): οι Φαρισαίοι ρώτησαν κάποτε τον Ιησού: «έξεστι δούναι κήνσον Καίσαρι ή ου;» («επιτρέπεται να δώσουμε κεφαλικό φόρο στον Καίσαρα ή όχι;»), επειδή τον αντιπαθούσαν και περίμεναν ότι θα έδινε αρνητική απάντηση, ώστε να τον καταδώσουν στις ρωμαϊκές Αρχές για επαναστατικές τάσεις. Ο Ιησούς, όμως, απάντησε: «απόδοτε ουν τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ», απάντηση η οποία έλεγε ότι η συνύπαρξη Θεού και Καίσαρα ήταν εφικτή. Αλλά και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης (στ’, 15) λέγει: «Ιησούς ουν γνούς ότι μέλλουσιν έρχεσθαι καί αρπάζειν αυτόν ίνα ποιήσωσιν αυτόν βασιλέα, ανεχώρησε πάλιν εις το όρος αυτός μόνος» («ο Ιησούς μόλις αντελήφθη ότι σκοπεύουν να τον κάνουν βασιλιά με τη βία, αναχώρησε πάλι για το βουνό μόνος»)! Δεν θέλησε να έχει ανάμιξη στα πολιτικά δρώμενα, ούτε και οργάνωσε «Λαοσυνάξεις», ούτε και έκανε προσωπικές επιθέσεις σε κοινωνικοπολιτικούς άρχοντες.
Όσοι, λοιπόν, στο Όνομά Του πράττουν σήμερα τα αντίθετα μόνον ως φαιδροί και τυχοδιώκτες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν…

Αυτονόητα και υπονοούμενα: “Ιδεολογίες, καπιταλισμός, φιλελευθερισμός, φασισμός”

Σε συνέχεια της θεματολογίας που αρχίσαμε να αναπτύσσουμε από το προηγούμενο φύλλο, σήμερα θα δούμε από κοντά τι εννοούμε με τον όρο «ιδεολογίες» και μερικές από τις επικρατέστερες οικονομικές θεωρίες και πολιτικά συστήματα, που ίσχυσαν, αλλά και ισχύουν στην διεθνή, αλλά και ημεδαπή κοινωνική πραγματικότητα. Συγκεκριμένα, θα δούμε τι είναι ο καπιταλισμός, το παρακλάδι του που είναι ο φιλελευθερισμός και ολίγα για τον φασισμό. Για τον κομμουνισμό και τον σοσιαλισμό θα ασχοληθούμε σε επόμενο φύλλο, λόγω των σημαντικών παραμέτρων που πρέπει να αναπτυχθούν, προκειμένου να δοθεί μια πειστική εξήγηση για τα αδιέξοδα των πολιτικών εκπροσώπων του στη χώρα μας.
Ιδεολογίες. Στη γλώσσα του μαρξισμού η «ιδεολογία» είναι το εποικοδόμημα των οικονομικών σχέσεων και έκφραση ή προπαγανδιστικό δημιούργημα της κυρίαρχης τάξης. Με την ιδεολογία η κυρίαρχη τάξη επιδιώκει να παρουσιάσει την κυριαρχία της ως λογική και δίκαιη και να τη διαδώσει σε ευρύτερα στρώματα, μέσω της παιδείας και της προπαγάνδας. Ο τελικός σκοπός της ιδεολογίας είναι η διαιώνιση της κυριαρχίας και των προνομίων της οικονομικά ισχυρότερης τάξης. Ιδεολογία διαμορφώνει μόνο η κυρίαρχη τάξη, ενώ η κυριαρχούμενη έχει μόνο ταξική συνείδηση, συνείδηση της κοινωνικής μοίρας της, της εκμετάλλευσης που της γίνεται, καθώς και συνείδηση της αναγκαιότητας της επανάστασης για ανατροπή του συστήματος.
Δίπλα σε κάθε ιδεολογία παραμονεύει η ουτοπία. Οι έννοιες του ιδεολόγου και του ουτοπιστή πάντοτε πήγαιναν μαζί. Ας μη νομίσει κανείς ότι η αστική και καπιταλιστική ιδεολογία έμεινε αμετάβλητη ή αποδείχτηκε μια ορθή ιδεολογία. Από την αστική ιδεολογία απομακρύνθηκε το έντονο προπαγανδιστικό στοιχείο, που ξεσκεπάστηκε από τον μαρξιστικό διαφωτισμό και έμεινε μόνο ο φιλελευθερισμός της, αλλά κι αυτός αναθεωρημένος. Μετά την χρεοκοπία του κομμουνιστικού συστήματος οι οπαδοί της αστικής ιδεολογίας πανηγυρίζουν, είδαν το φαινόμενο αυτό σαν δικαίωση και θρίαμβο της αστικής ιδεολογίας. Ωστόσο, η αστική ιδεολογία, αφού δεν έχει αντίπαλο στον οποίο θα αντιπαρατάσσεται δυναμικά, είναι φυσικό να ξεθυμάνει, να ξεθωριάσει. Αυτό δεν σημαίνει ότι φτάσαμε σε μιαν εποχή που δεν χρειάζονται πια οι ιδεολογίες. Θα ήταν δύσκολο να μιλήσει κανείς για το τέλος των ιδεολογιών, αν λάβει υπόψη την αναζωπύρωση της ισλαμικής ιδεολογίας, αλλά και της μαρξιστικής ιδεολογίας, η οποία, παρά το ότι χρεοκόπησε στις περισσότερες κομμουνιστικές χώρες, δεν καταθέτει τα όπλα. Οι μαρξιστές και κομμουνιστές, που μέχρι χτες πίστευαν ότι κατείχαν τη μια και αιώνια αλήθεια, δεν είναι δυνατό να δεχτούν ότι η αλήθεια αυτή ήταν μια ουτοπία που πρέπει τώρα να εγκαταλείψουν. Ακόμη και οι ανανεωτικοί μαρξιστές δεν δέχονται ότι ο κομμουνισμός είναι μια ιδεολογία που πέθανε, αλλά απλώς μια ιδεολογία που πρέπει να αναθεωρηθεί και να προσαρμοστεί στις νέες ανάγκες. Ο μαρξισμός τείνει να εξελιχθεί σε δημοκρατικό σοσιαλισμό. Με αυτή τη μορφή επιδιώκει να επιζήσει. Σαν καθαρή ιδεολογία όμως ο μαρξισμός οφείλει να προσδιορίσει ποιες θεωρίες του Μαρξ απορρίπτει και ποιες κρατά. Κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει ως τώρα, γιατί ο μαρξισμός περνά εκτός Ελλάδος – διότι εδώ δεν διαφαίνεται κάτι αντίστοιχο - από ένα μεταβατικό στάδιο και τα πράγματα δεν έχουν ξεκαθαρίσει. 0 κομμουνισμός σήμερα αντιμετωπίζει πρακτικά οικονομικά προβλήματα και όχι προβλήματα καθορισμού της ιδεολογικής φυσιογνωμίας του. Είχε δίκιο ο Μαρξ όταν έλεγε «το είναι καθορίζει το συνειδέναι», η πραγματικότητα τη συνείδηση.
Καπιταλισμός. Το κεφαλαίο κρατικό σύστημα συνδέεται με την τεχνολογική ανάπτυξη και την τελειοποίηση των μέσων παραγωγής (των μηχανών), τα οποία με βάση την αρχή της ατομικής ιδιοκτησίας γίνονται χτήμα των κεφαλαιούχων, ατόμων που διαθέτουν ρευστό κεφάλαιο. Στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα δεν υπάρχουν μόνο κεφαλαιοκράτες, κάτοχοι των βιομηχανικών μέσων παραγωγής, αλλά και εργάτες που κινούν τα μέσα αυτά και τα αξιοποιούν. Οι εργάτες μισθώνουν την εργασιακή τους προσφορά. Ο εργατικός μισθός κατ' άλλους καθοριζόταν αυθαίρετα από τους εργοδότες και στα όρια του ελάχιστου, που εξασφάλιζε στον εργάτη την απλή συντήρηση του στη ζωή, και κατ’ άλλους από άλλους παράγοντες (π.χ. από τον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης, της γενικής παραγωγικότητας κλπ.).
Η εργατική τάξη αναπτύχθηκε σαν μια τάξη αντίπαλη προς την τάξη των κεφαλαιοκρατών λόγω της εξαθλίωσης της, της πολύωρης και ανθυγιεινής εργασίας κλπ. Η κατάσταση αυτή των εργατών οδήγησε διανοουμένους, που ταυτίζονταν συναισθηματικά με την τάξη αυτή, στη διαμόρφωση σοσιαλιστικών μεταρρυθμιστικών θεωριών. Μόνο στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες της ευημερίας και κάτω από την επίδραση της συνδικαλιστικής δράσης των εργατών και του φόβου εξάπλωσης του κομμουνισμού είχε βελτιωθεί η θέση των εργατών και έγιναν οι σχέσεις τους με τους βιομηχάνους από σχέσεις αντίθεσης και αντιπαράθεσης σχέσεις συνεργασίας, βελτίωση, όμως, η οποία ήδη από διετίας άρχισε να αναθεωρείται προς το αντίθετο, μέσω της περιστολής των εργατικών δικαιωμάτων. Η πάλη των τάξεων ευνοείται από καταστάσεις μεγάλης εκμετάλλευσης και εξαθλίωσης της εργατικής τάξης.
Το κράτος υποστήριξε το κεφαλαιοκρατικό σύστημα και έπαιρνε συνήθως το μέρος των κεφαλαιοκρατών, όταν κινδύνευαν τα συμφέροντα τους ή όταν εξεγείρονταν και διαμαρτύρονταν οι εργάτες με απεργίες. Τις τελευταίες το κράτος ένιωθε την υποχρέωση να καταστέλλει με χρήση βίας. Από τους μαρξιστές το κράτος θεωρήθηκε όργανο της τάξης των κεφαλαιοκρατών, που συγκροτήθηκε για να υπηρετεί τα συμφέροντα της τάξης αυτής. Η στάση του κράτους απέναντι στους εργάτες άλλαξε με την εμφάνιση επαναστατικών σοσιαλιστικών θεωριών και με την επέκταση του κομμουνισμού. Στην περίπτωση αυτή παραβίασε την αρχή του οικονομικού φιλελευθερισμού ή του προστατευτισμού υπέρ των κεφαλαιοκρατών και φρόντισε για καλύτερους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατών, ασφάλιση τους, σεβασμό του δικαιώματος της απεργίας κλπ.
Στον νεότερο καπιταλισμό (20ος αιώνας) ο οικονομικός φιλελευθερισμός περιορίζεται με την κρατική παρέμβαση. Αρχίζει η συνδικαλιστική δράση των εργατών και το κράτος παίζει τον ρόλο του μεσολαβητή στον αγώνα και την αντιπαράθεση ανάμεσα στους βιομηχάνους και τους εργάτες. Η τάξη των βιομηχάνων και κεφαλαιοκρατών είναι ωστόσο κυρίαρχη. Η προσπάθεια μεγάλων επιχειρηματιών να δημιουργήσουν στο εξωτερικό αγορές και σφαίρες οικονομικής επιρροής οδηγεί τις ευρωπαϊκές δυνάμεις της εποχής αυτής σε επεκτατικές τάσεις και πολέμους. Έτσι η εποχή του μεταγενέστερου ή νεότερου καπιταλισμού είναι η περίοδος του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού. Στο μεταξύ ο καπιταλιστικός κόσμος γνωρίζει το φαινόμενο των γενικών οικονομικών κρίσεων. Μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο τη θέση του ευρωπαϊκού (και ιδιαίτερα του αγγλικού) καπιταλισμού παίρνει ο αμερικανικός καπιταλισμός, που διατηρεί την ηγετική του θέση μέχρι σήμερα.
Μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού συστήματος ο καπιταλισμός εμφανίζεται σαν το ιδανικότερο και μόνο βιώσιμο οικονομικό σύστημα και προβάλλει τις αρχές του (της ατομικής ιδιοκτησίας πάνω στα μέσα παραγωγής, της οικονομικής ελευθερίας, του ανταγωνισμού). Ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός είναι ένας αυτοαναθεωρημένος καπιταλισμός. Αυτοθεωρήθηκε και βελτιώθηκε χάρη στις επιδράσεις σοσιαλιστικών ιδεολογιών, χάρη στους αγώνες της εργατικής τάξης και προπάντων λόγω του φόβου επέκτασης του κομμουνισμού.
Το θέμα είναι αν ο καπιταλισμός θα συνεχίσει να αυτοβελτιώνεται κι αυτό γιατί από τη στιγμή που εξέλιπε ο εξωτερικός κίνδυνος, οι πρόσφατες εξελίξεις δείχνουν ότι οι κρατούντες όχι μόνον δεν θεωρούν πως είναι απαραίτητες άλλες αυτοαναθεωρήσεις και βελτιώσεις, αλλ’ αντιθέτως υπαναχωρούν σε σκληρότερες θέσεις απέναντι στα λαϊκά στρώματα.
Μολαταύτα, το πλέον παράδοξο φαινόμενο των τελευταίων ετών είναι η προσπάθεια μύησης των πρώην κομμουνιστικών χωρών (πρβ. Κίνα) στους νόμους και τις μεθόδους οικονομικής ζωής, που εφαρμόζει το καπιταλιστικό σύστημα. Ο κομμουνισμός μυείται στον καπιταλισμό. Αυτό είναι το πιο παράδοξο του αιώνα μας.
Φιλελευθερισμός. Οικονομική θεωρία σύμφωνα με την οποία το κράτος δεν πρέπει να επεμβαίνει στην οικονομική ζωή, αλλά να την αφήνει να λειτουργεί σύμφωνα με τους δικούς της νόμους και να σέβεται την οικονομική ελευθερία των ατόμων, την οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα τους. Η οικονομική ζωή είναι μια αυτόνομη πραγματικότητα. Αν την παραβιάσουμε, θα διαταράξουμε την ομαλή λειτουργία της.
Η ίδια η καπιταλιστική κοινωνία εφάρμοσε τον οικονομικό φιλελευθερισμό και είδε πόσο σοβαρά κοινωνικά προβλήματα δημιουργεί. Τον περιόρισε, τον αναθεώρησε σαν νεοφιλελευθερισμό, που περιλαμβάνει και ιδέες κοινωνικής πολιτικής, και έκρινε απαραίτητη την κάποια κρατική παρέμβαση στην οικονομική ζωή. Όσοι υποστηρίζουν έναν άκρατο φιλελευθερισμό και πιστεύουν ότι με αυτόν θα λυθούν όλα τα προβλήματα είναι απλώς δογματικοί.
Φασισμός. Ο όρος προέρχεται από τη λατινική λέξη fasces, που σημαίνει «δέσμες ραβδιών». Τις δέσμες αυτές κρατούσαν οι «ραβδούχοι», εκτελεστικά όργανα των αρχόντων στην αρχαία Ρώμη.
Φασισμός ονομάστηκε το πολιτικό σύστημα που ίδρυσε στην Ιταλία ο Μουσολίνι (1922 — 1943). Ήταν ένα ολοκληρωτικό, δικτατορικό και εθνικιστικό σύστημα με ιμπεριαλιστικές τάσεις. Ο ιταλικός φασισμός επιδίωκε να επανασυστήσει τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Τάχθηκε και κατά του φιλελευθερισμού και κατά του κομμουνισμού. Ο φασισμός αναγνωρίζει την απόλυτη εξουσία του κράτους πάνω στους πολίτες και νομιμοποιεί την κρατική βία. Στον ιταλικό φασισμό, όπως και στον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό ή άλλα παρόμοια κινήματα που εμφανίστηκαν σε άλλες χώρες, πρέπει να δούμε την αντίδραση εθνικιστικών δυνάμεων στην εξάπλωση του κομμουνισμού. Τα πιο πάνω κινήματα γεννήθηκαν από τον φόβο εξάπλωσης του κομμουνισμού και από την ενίσχυση των κομμουνιστικών κομμάτων. Ήταν κινήματα ακροδεξιών και εθνικιστικών παρατάξεων, που παρουσιάζονταν με εκλογικευμένη μορφή, με ιδεολογική επένδυση. Η ιδεολογία τους ήταν βασικά εθνικιστική και ρατσιστική.
Mε τον όρο «Φασισμός» ονομάζεται σήμερα η νομιμοποίηση της κρατικής και πολιτικής βίας.
Ύστερα από τα παραπάνω, κλείνοντας το παρόν άρθρο και χάριν ευφυολογήματος και μόνον θα έθετα το ακόλουθο ερώτημα: σύμφωνα με τα πεπραγμένα του κ.Βύρωνα Πολύδωρα πώς δείχνει ότι εννοεί την δράση της Ελληνικής Αστυνομίας; Ως στυλοβάτη κα θεματοφύλακα της λαϊκής κυριαρχίας ή ως μέσο επιβολής της κρατικής και πολιτικής βίας; Η απάντηση δική σας…