Παρασκευή, 29 Φεβρουαρίου 2008

“Τους σκίσαμε!!!”



Με το πέρας της εκλογικής διαδικασίας για την ανάδειξη αυτών που θα εκπροσωπήσουν την Δημοτική Οργάνωση Βόλου στο 8ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, οι εργασίες του οποίου ξεκινούν, ως γνωστόν, στις 13 του Μάρτη, μου μεταφέρθηκε ότι κάποια εκλεγείσα, η οποία πρόσκειται στο λεγόμενο “ρεύμα Βενιζέλου”, αναφώνησε με περισσή ικανοποίηση “τους σκίσαμε”, εννοώντας, προφανώς, ότι κατήγαγε νίκην μεγάλην στο αντίπαλο στρατόπεδο των “Παπανδρεϊκών”!!
Δεν ξέρω, αλήθεια, τι προσδοκεί η συγκεκριμένη “νικήτρια” από το προσεχές συνέδριο, ούτε και πόση αξία μπορεί να έχει το αίσθημα ικανοποίησης που αισθάνθηκε, εκείνο, όμως, που είναι σίγουρο είναι ότι το ΠΑΣΟΚ αναλώνεται, επί του παρόντος, κατά κύριο λόγο στο πεδίο ενός ανελέητου και δίχως ορατό τέλος εμφυλίου πολέμου, όπου το δύο αυτά κυρίαρχα στρατόπεδα καταμετρούν εκατέρωθεν νίκες στις μάχες, χωρίς, ωστόσο, να μπορεί να διακρίνει κανείς ότι χάνεται το πραγματικό ζητούμενο, που είναι η επανάκτηση της σχέσης του Κινήματος με τα λαϊκά προβλήματα και την εμπέδωση ενός αισθήματος ασφαλείας στο Λαό, ότι το ΠΑΣΟΚ είναι εδώ και μπορεί και πάλι να αναλάβει την διακυβέρνηση της Χώρας.
Έτσι αισθάνεται τουλάχιστον αφελής εκείνος που πίστεψε ότι μετά την 11η του Νοέμβρη και την λήξη του ζητήματος επιλογής Προέδρου, με την ανανέωση της εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του Γιώργου Παπανδρέου, το ΠΑΣΟΚ θα συνέχιζε ενωμένο και δυνατό τον αντιπολιτευτικό του ρόλο.
Σήμερα το ΠΑΣΟΚ φαντάζει σαν ένα πλοίο που το μεγαλύτερο μέρος του πληρώματος είναι με τον καπετάνιο και το υπόλοιπο με έναν αποτυχόντα αξιωματούχο του πληρώματος, έτοιμο, όμως, να ξεσηκώσει νέα ανταρσία, μόλις το επιτρέψουν οι συνθήκες. Όσο ο καπετάνιος και οι πέριξ αυτού αναλώνονται σε ασκήσεις ετοιμότητας για να πατάξουν την ανταρσία στη ρίζα της και οι “άλλοι” μηχανεύονται τρόπους για να αποτινάξουν τον ζυγό των “απέναντι”, η ιστορική αλήθεια διδάσκει ότι το σκάφος αυτό είτε θα χαθεί από τα πρώτα γυρίσματα του καιρού και τις κακοτοπιές του τοπίου, είτε θα κουρσευτεί από τον πρώτο μαθητευόμενο πειρατή, που από σπόντα θα καταστεί θρύλος μιας νίκης, που κάτω από άλλες συνθήκες δεν θα έβλεπε ούτε στο όνειρό του…

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2008

“Κρίσιμα διλήμματα για την αριστερά του 21ου αιώνα”*

Τον τελευταίο καιρό είναι συχνές οι συζητήσεις για το μέλλον της αριστεράς, όχι μόνον στον Ελληνικό, αλλά και στον Ευρωπαϊκό χώρο. Το συμπέρασμα, στο οποίο συνήθως καταλήγουν παρόμοιες συζητήσεις, είναι ότι η αριστερά – και για τους στενόμυαλους μόνον το ΠΑΣΟΚ- βρίσκεται σε αδιέξοδο, χωρίς καμιά στρατηγική, ενώ μερικοί μιλούν ακόμα και για το τέλος του σοσιαλισμού. Στα πλαίσια της εύλογης στενότητας της στήλης, θα προσπαθήσω να καταδείξω ότι ένα τμήμα της αριστεράς — αυτό που γαλουχήθηκε στους κόλπους της βιομηχανικής κοινωνίας — είναι αυτό που βρίσκεται σε αδιέξοδο και ότι αυτή που πραγματικά έχει χρεοκοπήσει είναι η μόνον η παραδοσιακή έννοια του σοσιαλισμού.
Τα τελευταία χρόνια, το κενό στο χώρο της Ευρωπαϊκής αριστεράς, που δημιουργεί η μετακίνηση οπαδών της παραδοσιακής αριστεράς προς τον συντηρητισμό, αναπληρώνουν με ταχύ ρυθμό κοινωνικές ομάδες που οι αγώνες τους δεν είναι συνδεδεμένοι με τη παραγωγή ή προσδιορίζονται έστω "σε τελική ανάλυση" από την οικονομική σφαίρα, π.χ. το κίνημα των Πράσινων, το αντι-πυρηνικό κίνημα, το κίνημα των γυναικών, το αυτο-διαχειριστικό κίνημα, το αντι-εξουσιαστικό κίνημα κ.λ.π.
Ποιοτικά, επίσης, τα νέα κινήματα παίζουν ένα ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο, τόσο με την έννοια ότι το δυναμικό στοιχείο στην Ευρωπαϊκή αριστερά σήμερα δεν είναι πια η παθητικοποιημένη εργατική τάξη, όσο και με την έννοια ότι η σύνθεση των κινημάτων αυτών εκφράζει σήμερα το γενικό συμφέρον, σε αντίθεση με το εργατικό κίνημα και την παραδοσιακή αριστερά που εκφράζουν το μερικό συμφέρον, το οποίο προσδιορίζεται τελικά από τις σχέσεις παραγωγής.
Δεν είναι, επομένως, η έλλειψη στρατηγικής και προγράμματος που μερικοποιεί το χαρακτήρα του αγώνα της παραδοσιακής αριστεράς, αλλά η εξάντληση, στη σημερινή ιστορική φάση, του σοσιαλιστικού "προτάγματος" που την χαρακτηρίζει. Στα πλαίσια ιδιαίτερα της σημερινής πολυδιάστατης κρίσης (οικονομικής, οικολογικής, κοινωνικής, διαφθοράς και τρόπου ζωής) πλατιά κοινωνικά στρώματα καθημερινά συνειδητοποιούν τα όρια του παραδοσιακού προτάγματος και κυρίως ότι η οικονομική εκμετάλλευση και κυριαρχία αποτελεί μόνο μια μορφή κυριαρχίας που δεν εξαντλεί, ούτε μπορεί να εξηγήσει πάντα, ακόμα και "σε τελική ανάλυση" τις άλλες μορφές κυριαρχίας: τη πατριαρχική κυριαρχία, την οικο-καταστροφική κυριαρχία πάνω στη φύση, την ιδεολογική κυριαρχία κ.λ.π.
Έτσι, οι αγώνες των νέων κινημάτων της αριστεράς, εκφράζοντας αυτό το συνειδησιακό επίπεδο, όχι μόνο συνιστούν αγώνες εναντίον της αλλοτρίωσης, όπως αυτή εμφανίζεται σε όλες τις εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής (και όχι μόνο στη παραγωγή), αλλά και τοποθετούν την έξοδο από την κρίση, ρητά ή σιωπηρά, έξω από το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο, σε μια κοινωνία αυτο-καθορισμού.
Γενικά, οι λόγοι που μπορούν να εξηγήσουν τη φθίνουσα επιρροή της παραδοσιακής αριστεράς ανάγονται σε "αντικειμενικούς" και "υποκειμενικούς" παράγοντες. Οι αντικειμενικοί παράγοντες έχουν σχέση με δομικές μεταβολές στο καπιταλιστικό σύστημα τα τελευταία 40 χρόνια που οδήγησαν :
α) στην εξάντληση του προγράμματος της παραδοσιακής αριστεράς, εξάντληση που ήταν αναπόφευκτη αφότου η βιομηχανική κοινωνία, στη μεταπολεμική φάση της ωριμότητας της, κατόρθωσε να ικανοποιήσει τα κυριότερα αιτήματα της παραδοσιακής αριστεράς που ανάγονταν στην οικονομική σφαίρα (κράτος-πρόνοιας, βελτίωση συνθηκών εργασίας, σημαντική άνοδος της υλικής ευημερίας των εργαζομένων κ.λπ.) και
β) στην αριθμητική συρρίκνωση της εργατικής τάξης, που φέρνει η άνοδος της μετα-βιομηχανικής κοινωνίας.
Οι υποκειμενικοί παράγοντες αναφέρονται όχι μόνο στη συνειδητοποίηση των ορίων της παραδοσιακής αριστεράς που αναφέρθηκαν, αλλά και στην αποτυχία των κομμουνιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κινημάτων να θέσουν τις βάσεις για τη μετάβαση στον σοσιαλισμό. Η κυρίαρχη ορθολογική αντίληψη, από τον 18ο αιώνα και μετά, που εξέφραζαν τα κινήματα αυτά ήταν ότι αρκεί η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας και η αλλαγή της οικονομικής δομής για τη δημιουργία της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Η κατάληψη όμως της εξουσίας από σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στη Δύση και από κομμουνιστικά κόμματα στην Ανατολή δεν οδήγησε πουθενά στη θεμελίωση των βάσεων για τη μετάβαση στον σοσιαλισμό. Αντίθετα, όσον αφορά τα δυτικά σοσιαλδημοκρατικά κινήματα, ήδη βλέπουν να κατεδαφίζονται ακόμη και τα μεταπολεμικά δημιουργήματά τους που έδιναν την εικόνα κάποιας αλλαγής. Μια κατεδάφιση, στην οποία τα ίδια τα κινήματα αυτά παίζουν βασικό ρόλο.
Η "κρίση του μαρξισμού" αναπόφευκτα πήρε και θεωρητικές διαστάσεις. Αποτέλεσε αντικείμενο σοβαρής κριτικής, από τα αριστερά πάντα, η ουσιαστική έλλειψη θεωρητικών εργαλείων στον μαρξισμό για την ανάλυση των πολιτικών, ιδεολογικών και οργανωτικών διαδικασιών που γεννούν σχέσεις εξουσίας και υποταγής, για την ανάλυση των οικολογικών επιπτώσεων της παραγωγής, για την ανάλυση των συγκεκριμένων δομών και μηχανισμών ιδεολογικής κυριαρχίας κ.α..
Το κυριότερο όμως στοιχείο της ιδεολογίας της παραδοσιακής αριστεράς που αποτέλεσε στόχο κριτικής από σημαντικά τμήματα των νέων κινημάτων ήταν η αντίληψη της “Προόδου”, πάνω στην οποία στηρίζει την προβληματική της. Η σοσιαλιστική κοινωνία δεν είναι απλώς θέμα αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου που δημιούργησε ο καπιταλισμός. Είναι πρωταρχικά θέμα τρόπου παραγωγής του κοινωνικού πλούτου. Με άλλα λόγια, η τεχνολογία δεν είναι κάτι το "ουδέτερο", όπως συνήθως υποθέτει η παραδοσιακή αριστερά. Αντίθετα, η τεχνολογία είναι μια σχέση δύναμης που εκφράζει πάντα συγκεκριμένες κοινωνικές δομές και σχέσεις. Αυτό δηλαδή που αποτελεί οικονομικό ορθολογισμό στο σημερινό καπιταλισμό αποτελεί την έκφραση συγκεκριμένων επιλογών από τις κοινωνικές ομάδες που ελέγχουν τα μέσα παραγωγής και τους μηχανισμούς επιλογής ανάμεσα στις διαθέσιμες ή δυνητικές τεχνικές. Γι’ αυτό, άλλωστε, και αποτελεί βασικό αίτημα των νέων κινημάτων σήμερα η μεταβολή της τεχνολογικής βάσης για την παραγωγή κοινωνικού πλούτου και η επιλογή νέων τεχνικών που θα αποκεντρώνουν τον καταμερισμό εργασίας, χωρίς να καταστρέφουν το περιβάλλον και να καταδικάζουν τμήμα του ενεργού πληθυσμού σε μόνιμη ανεργία ή υπο-απασχόληση. Ένα θεσμικό πλαίσιο που θα στηρίζονταν στην εναλλακτική έννοια της Προόδου που προαναφέρθηκε θα μπορούσε να οδηγήσει στη δημιουργία και εφαρμογή παρόμοιων τεχνικών.
Η στρατηγική, λοιπόν, της αριστεράς θα πρέπει να αναγνωρίζει τη νέα κοινωνική πραγματικότητα που γεννιέται σήμερα και να βασισθεί σε μια πλατιά συμμαχία των ανέργων και των εργαζομένων (που απειλούνται με ανεργία, σαν συνέπεια του "οικονομικού ορθολογισμού"), των γυναικείων κινημάτων, των οικολόγων, των αντι-πυρηνικών, των αυτο-διαχειριστικών κινημάτων κ.λ.π.
Μια παρόμοια συμμαχία θα πρέπει να στηρίζεται στην αρχή της ισοτιμίας των κινημάτων που συμμετέχουν, όχι μόνο γιατί δεν υπάρχει καμιά "ιεραρχία των αντιφάσεων" (μια και η οικολογική κρίση, για παράδειγμα, δεν είναι λιγότερο σημαντική ή επείγουσα από την οικονομική), αλλά και γιατί τα σύγχρονα κινήματα στη σύνθεση τους εκφράζουν τον πλουραλισμό στη σκέψη και τη πράξη που ακριβώς τα διαφοροποιεί από τη παραδοσιακή αριστερά, της μονής σχέσης αιτίου και αιτιατού.
Η συνειδητοποίηση από τα κινήματα αυτά του γεγονότος ότι κανένα από μόνο του δεν εκφράζει τον καθολικό χαρακτήρα της σημερινής κρίσης θα μπορούσε να τα ενώσει σε ένα συναινετικό πρόγραμμα του οποίου η συνισταμένη, από τη μια μεριά θα φανέρωνε τον πολυδιάστατο χαρακτήρα της κρίσης και από την άλλη θα διατύπωνε μια έννοια της Προόδου που θα εξέφραζε τις κοινωνικές και οικολογικές ανάγκες της μεταβιομηχανικής κοινωνίας.
Τέλος, η συμμαχία αυτή θα πρέπει να υλοποιεί μορφές οργάνωσης που ξεπερνούν τις ιεραρχικές δομές των εργατικών συνδικάτων και των κομμάτων της παραδοσιακής αριστεράς. Μόνο η ρεαλιστική προβολή ενός διαφορετικού τρόπου κοινωνικής οργάνωσης θα μπορούσε, ίσως, να συγκρατήσει την κατολίσθηση στον συντηρητισμό και την απάθεια στην οποία σπρώχνει η μεταβιομηχανική κοινωνία.
Εν κατακλείδι, το δίλημμα για τη γενιά του 21ου αιώνα είναι: ή να πάρει τη σκυτάλη από τις παραδοσιακές δυνάμεις της αριστεράς και να προχωρήσει στη θεμελίωση ενός νέου βαθύτερου σοσιαλισμού, μιας νέας οικονομικής, οικολογικής και δημοκρατικής τάξης, που αποκλείει κάθε μορφή κυριαρχίας και εξάρτησης ή να βυθιστεί στον Μεσαίωνα του καπιταλισμού, στον οποίο οδηγεί σήμερα η "φιλελεύθερη" Νέα Δεξιά. Στο πεδίο αυτό η από κοινού συντονισμένη δράση του ΠΑΣΟΚ με τα άλλα κόμματα της ευρύτερης αριστεράς είναι άκρως κρίσιμη και επιτακτική, προκειμένου να συγκροτήσουν το μέτωπο μιας Κυβερνώσας Αριστεράς, διαφορετικά θα τεθούν στο περιθώριο της πολιτικής ιστορίας του τόπου, δίνοντας έδαφος σε μια νέα μορφής ολιγαρχία, μέχρις ότου τα νέα Κινήματα αποκτήσουν πολιτικό μόρφωμα…
*βλ.Τάκη Φωτόπουλο,Ελευθεροτυπία, २४/२/1987

Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2008

“Δημοσκοπήσεις· σφυγμομέτρηση ή ποδηγέτηση της κοινής γνώμης;”


«“Η λαϊκή γνώμη εξαρτάται από την πολιτική καλλιέργεια των μαζών” Τόμας Χάξλεϊ»

Από την πρώτη δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα στις 31 Μαρτίου 1946 από Αμερικάνους ερευνητές για να ελέγξει το ποσοστό της αποχής των πρώτων μεταπολεμικών βουλευτικών εκλογών μέχρι σήμερα, έχουν περάσει 62 χρόνια. Στην εποχή μας, όπου το 60% του εκλογικού σώματος παρακολουθεί συστηματικά τις δημοσκοπήσεις, αλλά και η χρήση τους από τα ΜΜΕ αποτελεί πλέον στοιχείο της πολιτικής καθημερινότητας, αφού δεν αφορά πλέον μόνον την προεκλογική περίοδο, αλλά έχει γενικευτεί, ένα ενδιαφέρον ερώτημα που εγείρεται είναι το κατά πόσον οι δημοσκοπήσεις απηχούν ή δημιουργούν την κοινή γνώμη.
Αρχικά, ο τρόπος που γίνονται (στην πλειοψηφία τους) οι δημοσκοπήσεις και τα ερωτήματα που θέτουν, μπορούν να κατευθύνουν τις απαντήσεις σε συγκεκριμένες επιλογές, δηλαδή, να επηρεάσουν.
Εύλογα, λοιπόν, προκύπτουν μια σειρά ερωτήματα όπως:
1) Ποιος είναι αυτός που καθορίζει ότι αυτό και όχι κάποιο άλλο είναι το θέμα για το οποίο πρέπει να υπάρξει σφυγμομέτρηση; (Προφανώς είναι ο πελάτης, που έχει ίδιον συμφέρον από αυτήν την καταμέτρηση).
2) Πώς διατυπώνονται τα ερωτήματα, σε ποια πράγματα δίνεται έμφαση και με ποια σειρά υποβάλλονται σε αυτούς που παίρνουν μέρος στη σφυγμομέτρηση;
3) Πόσα πρόσωπα απαρτίζουν το δείγμα και με ποια κριτήρια αυτά τα πρόσωπα επιλέγονται;
(Η ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο, η οικονομική επιφάνεια, η επαγγελματική κατάσταση είναι πολύ λεπτά θέματα για να αγνοηθούν).
4) Ποιος είναι ο εντολέας, ποια σχέση διέπει τον τελευταίο με την εταιρεία δημοσκοπήσεων, και ποια οικονομικά συμφέροντα σχετίζονται στενά με ορισμένες εταιρείες δημοσκοπήσεων; Ακολούθως, παρέχοντας πληροφορίες σχετικά με την πρόθεση ψήφου, οι δημοσκοπήσεις αναντίρρητα μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των ίδιων των ψηφοφόρων, το πολιτικό σκηνικό, ίσως ακόμα περισσότερο και από τον ίδιο τον πολιτικό λόγο και κάτω από προϋποθέσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εργαλεία από κόμματα και φορείς, χωρίς όμως να υποκαθιστούν τη ζωντανή επαφή με τα λαϊκά στρώματα.
Οι ποικίλες θεωρίες που περιγράφουν τους τρόπους κατά τους οποίους τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων μπορούν να επηρεάσουν την πρόθεση ψήφου, μπορούν να συνοψισθούν σε δύο γενικές ομάδες: αφενός στην επιρροή του "άρματος της εξουσίας" (bandwagon effect), και αφετέρου στη "στρατηγική ψήφο" (tactical voting). Οι θεωρίες που αναφέρονται στην πρώτη ομάδα υποστηρίζουν πως ο ψηφοφόρος τείνει να ακολουθεί κατά τρόπο μιμητικό τη συμπεριφορά ή την προτίμηση της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος. Αναφέρεται επίσης - με τρόπο μειωτικό - ως "αγγελικό ένστικτο", για να προσδιορίσει την τάση των ψηφοφόρων να ακολουθούν το πλήθος, χωρίς να εξετάζουν κριτικά τα μειονεκτήματα ή πλεονεκτήματα του υποψηφίου που αποφασίζουν να στηρίξουν. Η δεύτερη κατηγορία θεωριών που εξετάζουν τον τρόπο κατά τον οποίο οι δημοσκοπήσεις επηρεάζουν την κοινή γνώμη, βασίζεται στην ιδέα ότι οι ψηφοφόροι ερμηνεύουν την πράξη της ψήφου ως μέσο εκλογής μιας Κυβέρνησης. Αυτό σημαίνει πως συχνά δε ψηφίζουν τον υποψήφιο με τον οποίο ταυτίζονται πολιτικά/ιδεολογικά, αλλά έναν άλλο, λιγότερο προτιμητέο υποψήφιο κατόπιν μιας στρατηγικής θεώρησης.
Όπως αναφέρουν έρευνες ειδικών, πολλές είναι και οι επιπτώσεις στα ίδια τα πολιτικά κόμματα, που είναι και οι συχνά παραγγέλλοντες των δημοσκοπήσεων, καθώς η "εικόνα" του κόμματος έχει αποκτήσει εξαιρετική (πραγματική) σημασία, όπως:
α) ασκούν μια σημαντική επιρροή στη διεξαγωγή της προεκλογικής εκστρατείας των πολιτικών κομμάτων,
β) η αποτελεσματικότητα της προεκλογικής εκστρατείας των κομμάτων αποτιμάται σήμερα όλο και περισσότερο από τους σχολιαστές και τους αναλυτές με βάση τις δημοσκοπήσεις,
γ) στις δημοσιογραφικές εκπομπές, τα στελέχη των κομμάτων και οι εκπρόσωποι Τύπου είναι υποχρεωμένοι να σχολιάζουν τις δημοσκοπήσεις διότι τα ΜΜΕ καλύπτουν σε μεγάλη έκταση το θέμα,
δ) οι δημοσκοπήσεις επηρεάζουν καθοριστικά το ηθικό και τη διάθεση των πολιτικών και των κομματικών στελεχών,
ε) οι αρνητικές δημοσκοπήσεις για ένα κόμμα έχουν παρενέργειες και οδηγούν συχνά σε εσωκομματικές κρίσεις, σε αμφισβήτηση της ηγεσίας, του αρχηγού, ή άλλων κομματικών αξιωματούχων και
στ) η γενικευμένη χρήση δημοσκοπήσεων από τα πολιτικά κόμματα και η οργανική ένταξή τους στο στρατηγικό και επικοινωνιακό σχεδιασμό τους ενισχύει αναπόφευκτα την τάση «επαγγελματοποίησης της πολιτικής» και τη μεγαλύτερη εμπλοκή των δημοσκόπων στην προεκλογική εκστρατεία των κομμάτων.
Εν κατακλείδι, το εκλογικό σώμα όχι μόνο ενημερώνεται, αλλά κατευθύνεται προς τα κάπου, πολύ πιο συγκεκριμένα. Αυτό ας το έχουμε υπόψη μας, εμπιστευόμενοι προσωπικά μας κριτήρια και συμπεράσματα, εφόσον έχουμε, διαφορετικά ας μην βιαζόμαστε να υιοθετήσουμε άκριτα διαπιστώσεις που κάνουν άλλοι ερήμην μας, αλλά επ’ ονόματί μας!! Πολλές φορές το “φαίνεται” δεν ταυτίζεται με το “είναι”…