Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2009

“Ζητείται συναίνεση ή Kυβέρνηση;”*

Όλες οι ενώσεις είναι θεμελιωμένες πάνω στις αμοιβαίες ανάγκες” (Σαρλ Ντε Mοντοσκιέ)

Αναγνωρίζοντας πως η κατάσταση στην οικονομία βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο και ότι σύντομα θα βρεθεί αντιμέτωπη με πολλά ανυπέρβλητα εμπόδια, η κυβέρνηση ζητεί συναίνεση, χωρίς να διευκρινίζει από ποιους, σε ποια βάση και με ποιο σχέδιο, ρίχνοντας γενικά και αόριστα το γάντι στα κόμματα της αντιπολίτευσης, στους κοινωνικούς εταίρους και στις συνδικαλιστικές οργανώσεις για συνεννόηση σε υποθέσεις εθνικής σημασίας.
Με την κίνησή του αυτή ο κ. Καραμανλής θεωρεί ότι η κυβέρνηση θα είναι κερδισμένη σε κάθε περίπτωση, είτε τα κόμματα αποδεχθούν την πρόταση, είτε όχι, αφού -στην τελευταία περίπτωση - οι ευθύνες για την έλλειψη μιας συζήτησης ουσίας στη βαριά σκιά της κρίσης θα τούς αποδοθούν από τους πολίτες, που ζητούν από τους πολιτικούς να συνεννοηθούν για να περιοριστούν κατά το δυνατόν οι συνέπειες της ύφεσης.
Tα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα είναι πλέον εξαιρετικά σύνθετα και μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με συναινετικές διαδικασίες. Είναι σίγουρα λογικό ότι θα έπρεπε να υπάρχει διάλογος για τη δύσκολη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, για την διεύρυνση ή όχι του ωραρίου των εμπορικών καταστημάτων, για την οποιαδήποτε προσπάθεια περιορισμού του δημοσιονομικού ελλείμματος, για τα χρονίζοντα προβλήματα της παιδείας, για την εσωτερική ασφάλεια της χώρας που απειλείται, για την υγεία που βρίσκεται στο κόκκινο, για την επερχόμενη διεθνή οικονομική κρίση και τόσα άλλα.
Μολαταύτα, την κατάσταση περιπλέκει ακόμα περισσότερο ο επί 5ετίας ιδιόμορφος αυταρχισμός της κυβέρνησης. Υποτίθεται ότι η επιστροφή της NΔ στην εξουσία θα οδηγούσε στη βελτίωση του πολιτικού πολιτισμού μας. H Bουλή λειτουργεί σαν κομματικό παραμάγαζο που ειδικεύεται σε νυχτερινές τροπολογίες και η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται το διάλογο σαν απλή ενημέρωση των πολιτικών κομμάτων και των συνδικαλιστικών οργανώσεων για τις αποφάσεις που έχει ήδη πάρει και πρόκειται να εφαρμόσει. Πρόκειται για μία πολιτικά ιδιοτελή ασυνεννοησία των πρωταγωνιστών της πολιτικής ζωής της χώρας. O ένας ρίχνει τις ευθύνες στον άλλο, το γεγονός, όμως, είναι ότι με τον τρόπο που λειτουργεί το πολιτικό μας σύστημα οδηγούμαστε στην πολυδιάσπαση των κοινωνικών δυνάμεων και στην αδυναμία κοινής αποτελεσματικής αντιμετώπισης των μεγάλων οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων.
Ακόμη, όμως, κι αν υπήρχε περιθώριο συνεννόησης λ.χ. στο δύσκολο πεδίο της οικονομίας, αυτή είναι αδύνατον να επιτευχθεί αφού δεν υπάρχει η κοινή βάση. Πώς να χαραχθεί κοινή πολιτική π.χ. για την αύξηση των φορολογικών εσόδων, όταν ο μεν εκ συστήματος, αλλά και εκ πεποιθήσεως στοχεύει το βάρος να το σηκώσουν οι πολλοί και να εκπέσουν οι πραγματικοί “έχοντες και κατέχοντες”, ο δε θα επιθυμούσε το αντίστροφο ή για την κοινωνική πολιτική, όταν ο ένας έκανε λ.χ. θεσμό το επίδομα θέρμανσης και ο άλλος το επαγγέλθηκε εκ των υστέρων κι αυτό μόνον στα λόγια;
Μια δημοκρατία χρειάζεται συναινέσεις, αλλά πρωτίστως χρειάζεται την έκφραση των αντιθέσεων. Αυτό είναι το μεγαλείο της: κατάφερε τη συμφωνία όλων στους κανόνες της πολιτικής ώστε να εκφράζονται και να επιλύονται διά του κανόνα της πλειοψηφίας οι αντιθέσεις. Η λογική ότι τα κόμματα πρέπει να συμφωνούν στην πολιτική της κυβέρνησης είναι εκ του πονηρού. Αν είναι έτσι, τότε γιατί χρειαζόμαστε πολυκομματικό σύστημα; Τα κόμματα, ακόμη και όταν συγκλίνουν ως προς τους στόχους, μπορεί να προτείνουν διαφορετικό τρόπο επίλυσης των ίδιων προβλημάτων. Κάποιοι θα θέλουν διεύρυνση των ελλειμμάτων και άλλοι συρρίκνωσή τους, για να επιτευχθούν οι ίδιοι αναπτυξιακοί στόχοι. Κι αυτό είναι το επωφελές της δημοκρατίας. Πολλοί προτείνουν διαφορετικά πράγματα και στο τέλος η πλειοψηφία αποφασίζει ποια πρόταση θα εφαρμοστεί.
Παρότι τα κόμματα της ευρύτερης Αριστεράς ανέκαθεν έστελναν μηνύματα συνολικής απόρριψης του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος, απαξιώνοντας την οποιαδήποτε κοινή αναζήτηση λύσεων, εντούτοις το ζητούμενο εν προκειμένω είναι εάν η ίδια η Κυβέρνηση, που την εμπιστεύθηκε σε δύο συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις ο ελληνικός λαός, έχει να προτείνει συγκεκριμένους τρόπους επίλυσης των προβλημάτων ή όχι. Γιατί αυτή κατ’ ουσίαν κρίνεται και όχι η αντιπολίτευση. Και το ερώτημα παραμένει∙ η Κυβέρνηση της Ν.Δ. έχει να προτείνει και να εφαρμόσει λύσεις, ναι ή όχι;; Γιατί εδώ που φτάσαμε τα πολλά τα λόγια είναι …φτώχεια (και φέρνουν φτώχεια κατά κυριολεξία)!!

* βλ. σχετ. το άρθρο, με τίτλο "ζητείται συναίνεση", που δημοσιεύθηκε στη " CITY PRESS" στις 30/8/2005 και το άρθρο, με τίτλο "Συναίνεση στην οικονομία από κόμματα και εταίρους ζητεί η κυβέρνηση", που δημοσιεύθηκε στην "ΕΞΠΡΕΣ" στις 11/2/2009

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2009

“O tempora, o mores! Και τα διαχρονικά προβλήματα της αγροτικής οικονομίας ”

Τώρα που τα τρακτέρ αποσύρθηκαν από τις εθνικές οδούς και κατακάθισε η σκόνη στις παρακαμπτηρίους οδούς, απ’ όπου διοχετευόταν η κίνηση των οχημάτων, με αποτέλεσμα να δράξουμε την ευκαιρία να ανακαλύψουμε και πάλι τις …ομορφιές του δευτερεύοντος και τριτεύοντος οδικού δικτύου της χώρας μας, είναι πλέον κατάλληλες οι συνθήκες, μέσα στην ευρύτερη συζήτηση επί των οικονομικών θεμάτων, να ξεδιαλύνουμε το τι συμβαίνει και με την αγροτική μας οικονομία και ποια είναι η θέση της μέσα στο γενικότερο Ευρωπαϊκό περιβάλλον; Πού και πώς οδεύουμε;
Ιστορικά, όταν δημιουργήθηκε το 1962 η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), στόχο είχε να ενοποιήσει την Αγροτική Πολιτική των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έτσι ώστε να καταστεί αυτάρκης. Μέσα από ένα σύνολο νόμων, σχετικών με την γεωργία και την διακίνηση αγροτικών προϊόντων και όλων των παραμέτρων που απορρέουν από αυτές, όπως η σταθερότητα των τιμών, η ποιότητα των προϊόντων, η επιλογή προϊόντων, η χρήση του εδάφους και η απασχόληση στον αγροτικό κλάδο, προτάχθηκε η διάθεση τροφίμων στους Ευρωπαίους καταναλωτές σε ανεκτές τιμές αλλά και τη δίκαιη αμοιβή των παραγωγών και την, κατ’ επέκταση, εξασφάλιση λογικού βιοτικού επιπέδου για τους γεωργούς.
Στα πλαίσια αυτά η ΚΑΠ, η οποία απορροφούσε πάνω από το 70% του κοινοτικού προϋπολογισμού, επιδοτούσε την παραγωγή των βασικών ειδών διατροφής. Με τη πάροδο του χρόνου, όμως, η Ευρωπαϊκή οικονομία μεταμορφώθηκε από αγροτική οικονομία, σε οικονομία παροχής πληροφοριών και υπηρεσιών, με αποτέλεσμα ο αγροτικός πληθυσμός να μειωθεί από 20% πριν 50 χρόνια, στο 4% σήμερα. Η διεύρυνση των 10 νέων μελών το 2004, είχε άμεση επίπτωση στην ΚΑΠ, επειδή ο αγροτικός πληθυσμός της Ένωσης, αυξήθηκε σχεδόν κατά 70%. Σήμερα, η ΚΑΠ καταλαμβάνει περίπου το 40% του κοινοτικού προϋπολογισμού και περίπου επτά εκατομμύρια άνθρωποι (οι περισσότεροι στη Πολωνία) απασχολούνται στο τομέα της γεωργίας.
Και φθάσαμε μοιραία στην νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική, η οποία άρχισε να εφαρμόζεται από το 2006, εισάγοντας μια νέα μέθοδο επιδοτήσεων, η οποία άλλαξε δραματικά το παραγωγικό, αλλά και το κοινωνικό περιβάλλον. Η νέα ΚΑΠ, από επιδοτήσεις στα βασικά είδη διατροφής, έδωσε έμφαση στις άμεσες πληρωμές στους γεωργούς. Όπως χαρακτηριστικά τονίζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση «οι επιδοτήσεις για τη παραγωγή μειώνονται δραστικά και αντικαθίστανται από τις άμεσες ενισχύσεις στους γεωργούς». Πάντως, «η χορήγηση των ενισχύσεων αυτών εξαρτάται από την τήρηση κανόνων για το περιβάλλον, την ασφάλεια των τροφίμων, την υγεία των ζώων και των φυτών, τις συνθήκες διαβίωσης των ζώων, καθώς και τη διατήρηση των γεωργικών εκτάσεων σε καλή κατάσταση, τόσο όσον αφορά τη γεωργία όσο και τη διατήρηση του φυσικού τοπίου».
Προς το καλύτερο και προς το χειρότερο – όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά. Η καινοτομία της νέας μεθόδου έγκειται στην αποδέσμευση της επιδότησης από το είδος και την ποσότητα της παραγωγής. Ο αγρότης επιδοτείται με καθορισμένο ποσόν ανά στρέμμα καλλιεργούμενης έκτασης, και, για την πρώτη τριετία εφαρμογής τουλάχιστον, ουσιαστικά δεν ελέγχεται καν αν έχει παράγει προϊόν. Μετά το 2009, όμως, η ΚΑΠ θα επανεκτιμηθεί και οι επιδοτήσεις θα παραμείνουν μόνον υπό προϋποθέσεις.
Το παλαιό καθεστώς επιδοτήσεων, ανά ποσότητα, προήγαγε συμπεριφορές εξαπάτησης, υποβάθμισης των προϊόντων και του περιβάλλοντος, ακόμη και εκβιασμού του κοινωνικού σώματος, όταν ο αποκλεισμός της χώρας από τα τρακτέρ έφθασε να είναι τα κύριο διαπραγματευτικό όπλο των επιδοτούμενων αγροτών.
Εξάλλου, η επιδότηση, με ευθύνη των κυβερνήσεων και των ίδιων των αγροτών, δεν χρησιμοποιήθηκε ως αναπτυξιακό εργαλείο για αναδιάρθρωση καλλιεργειών και μετασχηματισμό του παραγωγικού ιστού, αλλά χρησιμοποιήθηκε κυρίως για πρόσκαιρη ανακούφιση, για εφησυχασμό, ακόμη και για παραπλάνηση.
Τις σκληρές αλήθειες κανείς δεν τις λέει έτσι όπως πρέπει, αλλά και κανείς δεν θέλει να τις ακούσει. Μολαταύτα, τα επίσημα στατιστικά στοιχεία απλά επιβεβαιώνουν τον εφιάλτη που ζουν σήμερα οι έλληνες αγρότες. Το αγροτικό εισόδημα έχει μειωθεί κατά 16% στα τελευταία πέντε χρόνια, η αξία της γεωργικής παραγωγής έχει μειωθεί κατά 24%, οι αγρότες εγκαταλείπουν κατά χιλιάδες το επάγγελμα τους, σύμφωνα δε με τα επίσημα στοιχεία, το 2006 και το 2007 εγκατέλειψαν την γεωργία 40.000 αγρότες, φτάσαμε πια σε μονοψήφιο αριθμό απασχολούμενων στον αγροτικό τομέα (γύρω στο 9,5% του ενεργού πληθυσμού) από 17% που ήταν το 2000.
Δεν έχουν συζητηθεί επαρκώς οι δυνατότητες μετασχηματισμού των καλλιεργειών, προσαρμογής στα νέα καταναλωτικά ήθη, αλλά και στον ανταγωνισμό από τα φθηνά προϊόντα τρίτων χωρών. Όσοι φρόντισαν για την προκοπή την ατομική και του τόπου τους, προέβησαν σε αλλαγές και προσαρμογές – δυστυχώς λίγοι. Για τους πολλούς, δυστυχώς, η επιδότηση συνέβαλε στην απαξίωση της γεωργίας και την εξαχρείωση των
Kοινοτήτων.
Πολλοί ήταν μάλιστα αυτοί που είχαν θεωρήσει ότι η αποδέσμευση της επιδότησης από την παραγωγή μάλλον θα εξαφάνιζε τα τρακτέρ από τις εθνικές οδούς - εδώ έπεσαν έξω -, όπως αναμενόμενο ήταν ότι θα εξαφάνιζε την καλλιέργεια καπνού, θα μείωνε την παραγωγή ελαιολάδου και θα εξαφάνιζε ολόκληρους κλάδους της μεταποίησης. Οι μεταποιητικές βιομηχανίες και οι επιχειρήσεις που συνδέονται με την κατεργασία και εμπορία αγροτικών προϊόντων, όπως καπνεργοστάσια και εκκοκκιστήρια, έχουν αρχίσει προ πολλού να μετεγκαθίστανται εκτός Ελλάδος, με προφανείς δυσμενείς επιπτώσεις στο ισοζύγιο πληρωμών και την απασχόληση. Ταυτόχρονα, όμως, πρόβαλε και ως υστάτη ευκαιρία – μάλλον, επείγουσα προειδοποίηση– για αναδιάρθρωση και μετασχηματισμό, η οποία, όμως, ουδέποτε έγινε.
Σε κάθε περίπτωση, είναι προφανές ότι η ευρωπαϊκή Κοινή Αγροτική Πολιτική, αντικείμενο σκληρών διαπραγματεύσεων και κατά την πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής, οδηγεί σε οδυνηρές και βαθιές αναδιαρθρώσεις όχι μόνο των παραγωγικών δομών αλλά και των κοινωνιών.
Το παραγωγικό μοντέλο της χώρας κινδυνεύει με κατάρρευση. Όμως αυτά δεν μπορούν να κρύψουν τις βαριές ευθύνες ιδίως της κυβέρνησης της Ν.Δ., που τα τελευταία 5 χρόνια, χωρίς στρατηγική και όραμα, διαχειρίστηκε τεράστιους εθνικούς και κοινοτικούς πόρους, ανακατανέμοντάς τους προς όφελος των λίγων, κατασπαταλώντας τους σε έργα βιτρίνας και όχι υποδομών και εκσυγχρονισμού της παραγωγής και τους μοίρασαν με αδιαφάνεια για να τροφοδοτήσουν τους μηχανισμούς διαιώνισης της πολιτικής τους εξουσίας. Η, συνεπεία των προσφάτων αγροτικών κινητοποιήσεων, εσπευσμένη επίσκεψη του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης στις Βρυξέλες, προκειμένου να πείσει για την εκταμίευση οικονομικής ενίσχυσης 500 εκ. ευρώ για τους Έλληνες αγρότες καταδεικνύει τον ευκαιριακό, σπασμωδικό και χωρίς όραμα τρόπο αντιμετώπισης των διαχρονικών προβλημάτων της ελληνικής αγροτικής οικονομίας.
Η Ελλάδα έχει το πανευρωπαϊκό ρεκόρ σε ό,τι αφορά τα πρόστιμα για την κακή διαχείριση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας έχουμε επιβαρυνθεί, ως χώρα, με κοινοτικά πρόστιμα 1 δις ευρώ για την ιδιοτελή κακοδιαχείριση των αγροτικών επιδοτήσεων. Βρισκόμαστε, επίσης, πολύ κοντά στην παρακράτηση του 10% των κοινοτικών πόρων που λαμβάνουν οι Έλληνες αγρότες για τους ίδιους λόγους. Στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι εξαιρετικά δυσαρεστημένοι με τους καθυστερημένους και κατά κανόνα αναξιόπιστους ελέγχους που κάνουν οι αρμόδιοι στον αγροτικό τομέα της οικονομίας μας. Ο αντικοινοτικός τρόπος αντιμετώπισης των προβλημάτων των Ελλήνων παραγωγών - και όχι μόνον - από την κυβέρνηση Καραμανλή ενισχύει τη διαδικασία ευρωπαϊκής περιθωριοποίησης της Ελλάδας. Δεν απέχει χρονικά η στιγμή που το κόστος στήριξης του ελληνικού αγροτικού τομέα θα αρχίσει να περνά σταδιακά από τον κοινοτικό στον κρατικό προϋπολογισμό, δημιουργώντας μεγάλα προβλήματα στους Έλληνες φορολογούμενους, που θα πρέπει να καλύψουν και αυτόν το λογαριασμό.
Η αναζωογόνηση του αγροτικού τομέα απαιτεί ριζική αλλαγή της ΚΑΠ υπέρ των μικρομεσαίων αγροτών, επεξεργασία ενός προγράμματος αγροτικής ανάπτυξης, με μείωση του κόστους παραγωγής, με καταπολέμηση των «καρτέλ» στην επεξεργασία και εμπορία αγροτικών προϊόντων και τη στήριξη των τοπικών ποιοτικών προϊόντων και των συλλογικών μορφών οργάνωσης των παραγωγών, ώστε να έχουν κυρίαρχο ρόλο στη μεταποίηση και εμπορία. Απαιτούνται άμεσα μέτρα στήριξης της ζωής στην ύπαιθρο, παροχή ειδικών κινήτρων εγκατάστασης νέων αγροτών, εξασφάλιση ισότητας δικαιωμάτων και ευκαιριών ανδρών και γυναικών καθώς και ουσιαστική βελτίωση της θέσης των «εργατο-αγροτών» και «οικονομικών μεταναστών».
Σε μια εποχή έντονων κοινωνικών αντιθέσεων και μεγάλης προβολής των ατομικών λύσεων σε βάρος κάθε τι οργανωμένου και συλλογικού, η αδρανοποίηση, ο εκφυλισμός και η χρεοκοπία των αγροτικών συνεταιρισμών, η απώλεια του αγωνιστικού προσανατολισμού των αγροτικών συλλόγων και η μετατροπή τους στον ένα ή τον άλλο βαθμό σε γραφειοκρατικούς μηχανισμούς και προθαλάμους παραγοντισμού και εκλογικών μηχανισμών νομής της εξουσίας, καθιστά δύσκολες, αν όχι αδύνατες τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, πρωτίστως, όμως, απαιτείται βούληση, Εθνική Στρατηγική και ουσιαστικός σχεδιασμός, που θα εκφράζει τα συμφέροντα των μικρομεσαίων αγροτών, κατά της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
Μόνο που τίποτε από αυτά δεν είναι εφικτός στόχος την περίοδο που διανύουμε, καθώς η παρούσα Κυβέρνηση, με μόλις 5 χρόνια στη διακυβέρνηση της χώρας, έχει εμφανίσει έντονα σημάδια πρόωρης γήρανσης, οι εξαγγελθείσες μεταρρυθμίσεις αποδείχθηκαν κακόγουστο ανέκδοτο και η επικληθείσα ανάγκη αντιμετώπισης των οξύτατων οικονομικών προβλημάτων, χάριν της οποίας υποτίθεται ότι προκηρύχθηκαν τον Σεπτέμβριο του 2007 οι πρόωρες εκλογές, αποδείχθηκε πρόφαση για την διατήρηση της νομής της εξουσίας, προς εξυπηρέτησιν των συμφερόντων μιας ισχνής μειοψηφίας, αντί της κοινωνίας, ως σύνολο…
"O tempora! O mores!" και σε ελληνική απόδοση "Ω, τι καιροί, τι ήθη!..."

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009

“Τα πραγματικά αίτια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης”*

Επειδή πολύς λόγος γίνεται το τελευταίο διάστημα στη χώρα μας για την επερχόμενη οικονομική κρίση, πλην, όμως, στην κριτική προσέγγιση των αιτίων που την προκάλεσαν και εξακολουθούν να την προκαλούν διαβλέπω σημαντικά κενά, καθώς, κατ’ουσίαν, προσδιορίζουν τα συμπτώματα της νόσου και όχι τα αίτια αυτής, για το λόγο αυτό κρίθηκε σκόπιμη η παράθεση του παρόντος πονήματος, με το οποίο ευελπιστώ ότι θα μπορέσει να κατανοήσει ο μέσος πολίτης το τι ακριβώς συμβαίνει, μακριά από τις όποιες – ενδεχομένως - πολιτικές συγκάλυψης. Τι σήμαινε, άραγε, η πρόσφατη δήλωση του Πρωθυπουργού της Μ. Βρετανίας Γκόρντον Μπράουν ότι θα χρειαστούμε ένα νέο Μπρέττον Γούντς (Bretton Woods);
Από τις αρχές, λοιπόν, του προηγούμενου αιώνα, η μεγάλη ανάγκη που υπήρξε για την καθιέρωση ενός διεθνούς νομισματικού συστήματος για τη διευκόλυνση του διαρκώς αναπτυσσόμενου διεθνούς εμπορίου, οδήγησε στην εκ των πραγμάτων καθιέρωση του κλασικού κανόνα του χρυσού.
Σύμφωνα με αυτό το σύστημα, κάθε χώρα καθόρισε μια συγκεκριμένη ισοτιμία του εθνικού της νομίσματος με τον χρυσό. Το σύστημα αυτό ίσχυσε από την αρχή του 20ού αιώνα έως και τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν σταδιακά το μοντέλο αυτό εγκαταλείφθηκε από τις χώρες που το ακολουθούσαν έως τότε. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και κυρίως τη δεκαετία του 1920 υπήρξε μια διεθνής προσπάθεια για την επαναφορά του συστήματος του κανόνα του χρυσού με πολλά προβλήματα και πολλές δυσλειτουργίες. Έτσι, οι ΗΠΑ καθόρισαν την αντιστοιχία 1 ουγκιάς χρυσού στα 35 δολάρια.
Όμως, με το ξέσπασμα του κραχ του 1929 και της Μεγάλης Ύφεσης της δεκαετίας του 1930 έως και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η ανθρωπότητα γνώρισε μια περίοδο πολύ μεγάλης νομισματικής αστάθειας με ανταγωνιστικές υποτιμήσεις νομισμάτων που οδηγούσε σε υπερπληθωριστικές τάσεις με φυσικό επακόλουθο τη διαταραχή της νομισματικής σταθερότητας και των εμπορικών συναλλαγών. Έτσι, προς το τέλος του πολέμου (1944), πραγματοποιήθηκε η Νομισματική και Χρηματοοικονομική Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών, ευρύτερα γνωστή ως η Διάσκεψη του Bretton Woods, από το ομώνυμο παραθεριστικό θέρετρο της πολιτείας Νιου Χάμσαϊρ των ΗΠΑ, όπου παραβρέθηκαν 730 συμμετέχοντες από 45 συμμαχικές χώρες. Εκεί αποφασίστηκε η δημιουργία:
α) Του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) - πολύ γνωστού σε μας τους Έλληνες και ενδεχομένως λίαν συντόμως εκ νέου πελατών του - το οποίο ουσιαστικά διαδραμάτισε μεταπολεμικά το ρόλο μιας διεθνούς τράπεζας, που δάνειζε τις χώρες όταν είχαν προβλήματα διατήρησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας τους, παρέχοντας συγχρόνως συμβουλές ή θέτοντας όρους σχετικά με την άσκηση οικονομικής πολιτικής,
β) Της Παγκόσμιας Τράπεζας (Π.Τ.), η οποία πρακτικά ανέλαβε την εκπόνηση μελετών, την παροχή συμβουλών και την υλοποίηση προγραμμάτων χρηματοδότησης επενδύσεων κυρίως υποδομών σε αναπτυσσόμενες χώρες.
γ) Του συστήματος σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών, που έγινε γνωστό ως το σύστημα του Bretton Woods και το οποίο ίσχυσε έως το 1971. Σύμφωνα με το σύστημα αυτό, κάθε χώρα που συμμετείχε αναλάμβανε την υποχρέωση να ασκήσει τέτοια νομισματική πολιτική που να διατηρεί τη συναλλαγματική της ισοτιμία σταθερή σε μια καθορισμένη τιμή, συν/πλην 1% σε σχέση με το δολάριο, ενώ το δολάριο διατηρούσε σταθερή ισοτιμία με τον χρυσό και ήταν άμεσα μετατρέψιμο σε αυτόν εφόσον το απαιτούσαν οι ξένες κεντρικές τράπεζες.
Το σύστημα αυτό διέφερε από το κλασικό σύστημα του κανόνα του χρυσού των αρχών του 20ού αιώνα στο ότι οι ισοτιμίες των νομισμάτων των χωρών που συμμετείχαν ήταν σταθερές μεν σε σχέση με τον χρυσό, δεν ήταν όμως τα νομίσματά τους απευθείας μετατρέψιμα σε χρυσό. Μετατρεψιμότητα σε χρυσό διατηρούσε μόνο το αμερικάνικο δολάριο στην τιμή των 35 δολαρίων ανά ουγκιά χρυσού. Οι υπόλοιπες χώρες καθόριζαν τις ισοτιμίες τους σε σχέση με τον χρυσό μόνο έμμεσα καθώς υπολόγιζαν τη σχέση εθνικού νομίσματος ανά ουγκιά χρυσού που επιθυμούσαν και όριζαν αντίστοιχα την ισοτιμία τους με το δολάριο.
Το δολάριο έτσι αντικατέστησε στις συναλλαγές τον χρυσό και έγινε το διεθνές αποθεματικό και «παρεμβατικό νόμισμα» για τη διατήρηση των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Όπως είπαμε οι συμμετέχουσες χώρες στο σύστημα ήταν υποχρεωμένες να διατηρούν την ισοτιμία τους με το δολάριο σταθερή με μικρές μόνο αποκλίσεις της τάξης του 1% από την κεντρική-ορισμένη ισοτιμία. Για να επιτευχθεί η σταθερότητα αναλάμβαναν να αγοράσουν ή να πουλήσουν την απαραίτητη ποσότητα σε χρυσό ή σε συνάλλαγμα ώστε να βρίσκεται η ισοτιμία τους μέσα στα στενά όρια του +/- 1% από τις κεντρικές ισοτιμίες.
Ακόμα, σύμφωνα με το σύστημα αυτό, οι επί μέρους χώρες μπορούσαν, αν υπήρχε σχετική νομισματική αναγκαιότητα, να προχωρήσουνε σε υποτίμηση του εθνικού τους νομίσματος έως και 10% χωρίς την άδεια αλλά με την επίβλεψη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Αν υπήρχε αναγκαιότητα για υποτίμηση μεγαλύτερη του 10%, τότε έπρεπε να υπάρχει σχετική έγκριση από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Το νέο αυτό σύστημα καθορισμού των συναλλαγματικών ισοτιμιών με βάση το δολάριο κατά την επόμενη δεκαετία του 1950 άρχισε να φέρνει τα αναμενόμενα αποτελέσματα με τη μορφή της μεγάλης ανάπτυξης του διεθνούς εμπορίου, της οικονομικής ανάπτυξης και των επενδύσεων.
Ταυτόχρονα όμως οι ΗΠΑ, εκμεταλλευόμενες την ηγεμονική θέση του δολαρίου, άρχισαν να εμφανίζουν σοβαρά ελλείμματα στο ισοζύγιο πληρωμών τους καθώς συντηρούσαν ένα πλαστό επίπεδο υψηλής διαβίωσης πληρώνοντας τις εισαγωγές τους με δολάρια που τύπωναν ανεξέλεγκτα οι ίδιες. Το γεγονός αυτό δημιούργησε ένα αίσθημα νευρικότητας και έρπουσας ανησυχίας για το παρόν και κυρίως το μέλλον του Διεθνούς Νομισματικού Συστήματος.
Τα αυξανόμενο ελλειμματικό ισοζύγιο πληρωμών σήμαινε ότι όλο και μεγαλύτερη ποσότητα «πληθωριστικών δολαρίων» διοχετευόταν στο εξωτερικό. Τα ελλείμματα αυτά, καθώς συντηρούνταν επί σειρά ετών, άρχισαν να δημιουργούν αμφιβολίες στις διεθνείς χρηματαγορές για τη δυνατότητα που είχαν οι ΗΠΑ να μετατρέψουν τα δολάρια σε χρυσό. Όταν, λοιπόν, ο γάλλος πρόεδρος Ντε Γκολ απαίτησε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 τη μετατροπή δολαρίων σε χρυσό και οι ΗΠΑ με πρόεδρο τον Νίξον αρνήθηκαν να το πράξουν, το σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών του Bretton Woods κατέρρευσε (1971) και οι ΗΠΑ υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν οριστικά και αμετάκλητα τη μετατρεψιμότητα του δολαρίου σε χρυσό.
Έτσι αρχίζει η νεότερη εποχή των κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών, στη διάρκεια της οποίας οι ΗΠΑ συνέχισαν να εξάγουν πληθωριστικά δολάρια στον κόσμο, με συνέπεια τις πετρελαϊκές κρίσεις και τη μακροχρόνια τάση υποτίμησης του δολαρίου χωρίς να βρεθεί, εντούτοις, ένα νέο σημείο διεθνούς νομισματικής ισορροπίας.
Εμείς κάνουμε δήθεν ότι τους πληρώνουμε και εκείνοι κάνουν πως δέχονται τα δήθεν χρήματά μας, και μας πωλούν τα προϊόντα τους..." έτσι περιγράφει χαρακτηριστικά αυτήν την απατηλή συναλλαγή ο μεγάλος αμερικανός "guru", οικονομικός αναλυτής και επενδυτικός σύμβουλος Richard Russell. Τα αποτελέσματα της πολιτικής αυτής έχουν πλέον γίνει αντιληπτά στις ΗΠΑ αλλά και σε όλο τον κόσμο. Παγκόσμιες "Φούσκες" παντού!...Στα χρηματιστήρια, στο real estate, στο πετρέλαιο, στα αγαθά.
Γιατί όμως τα όλο και χαμηλότερης αξίας δολάρια των ΗΠΑ εξακολουθούν να γίνονται δεκτά από τους πάντες; Ένας λόγος είναι η υποχρέωση αγοράς πετρελαίου μόνο σε δολάρια. Αφού λοιπόν όλες οι χώρες χρειάζονται πετρέλαιο, είναι υποχρεωμένες να αγοράζουν δολάρια, το οποία χρησιμοποιούν για να το αποκτήσουν. Στη συνέχεια τα πετροδολάρια αυτά κατατίθενται σε αμερικανικές τράπεζες και ο κύκλος ξαναρχίζει. Ο Σαντάμ βέβαια έσπασε αυτή τη συμφωνία ΗΠΑ και πετρελαιοπαραγωγών χωρών δεχόμενος ευρώ, αλλά γνωρίζουμε τι έπαθε για αυτή του την αδιακρισία, ενώ το ίδιο ετοιμάζεται να κάνει τώρα και το Ιράν που συμπτωματικά φαίνεται πως θα είναι ο επόμενος στόχος.
Υπάρχει όμως και ένας άλλος λόγος για τη σχετική σταθερότητα του δολαρίου. Οι ασιατικές χώρες με πρώτη πλέον την Κίνα αγοράζουν συνεχώς επί σειρά ετών κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ, για να κρατήσουν σταθερή την ισοτιμία του νομίσματός τους με εκείνο του μεγαλύτερου πελάτη τους (των ΗΠΑ), αλλά και για να μπορεί η τελευταία να χρηματοδοτεί το τεράστιο χρέος της. Η Κίνα κατείχε χρεόγραφα αξίας 585 δισ. δολαρίων, ενώ η Ιαπωνία είχε ομόλογα αξίας 573,2 δισ.δολαρίων. Η χώρα που έρχεται τρίτη στον κατάλογο των κατόχων χρεογράφων της αμερικανικής κυβέρνησης είναι η Βρετανία με 228,4 δισ. δολάρια.
Το γεγονός ότι η Κίνα έχει μετατραπεί στον μεγαλύτερο δανειστή των ΗΠΑ, της δίνει τη δυνατότητα να ασκεί μιας μορφής πίεσης όσον αφορά στην προστασία των κινεζικών επενδύσεων στην χώρα αυτή. Ο πλεονασματικός προϋπολογισμός καθώς και ο σχεδόν εκμηδενισμός του εξωτερικού χρέους αναδεικνύουν τα ισχυρά στοιχεία της οικονομίας του Πεκίνου, πιστώνοντας του την επιτυχία του μοντέλου του αυταρχικού καπιταλισμού.
Θα πρότεινα πάντως σε όσους επιχαίρουν για τα μελλοντικά προβλήματα της μόνης υπερδύναμης να σταματήσουν να χαμογελούν. Οι ΗΠΑ αποτελούν τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου και τα όποια προβλήματά τους θα προκαλέσουν κλυδωνισμούς σε όλες τις οικονομίες του πλανήτη. Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν τον ισχυρότερο στρατό του κόσμου, τεράστιο πυρηνικό οπλοστάσιο και φανατικούς θρησκευόμενους με μεγάλη επιρροή στην διακυβέρνηση της χώρας.
Όταν ο πλούσιος κινδυνεύει να γίνει φτωχός φοβάται τόσο πολύ που αποδεικνύεται αφάνταστα πιο αδίστακτος, σκληρός και επικίνδυνος από τον φτωχό που απλώς ζητάει περισσότερα από τα λίγα που έχει ήδη. Μην εκπλαγείτε, λοιπόν, αν την επόμενη πυρηνική βόμβα δεν την ρίξει κάποιος τρομοκράτης ή παρανοϊκός δικτάτορας, αλλά η μεγαλύτερη δημοκρατία του κόσμου, όπως θέλει να αποκαλείται…

*βλ. το αξιόλογο άρθρο του Κ.Καλλωνιάτη, με τίτλο "από το χρυσό στο δολάριο", που δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία, στο φύλλο της 2/11/2008 και το άρθρο με τίτλο "πότε θα τερματιστεί η ηγεμονία των ΗΠΑ", που δημοσιεύτηκε στις 31/5/2007 στο μπλοκ με τίτλο "Ο κόσμος του Αύριο".