Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 2006

«Περί της ανθρωπίνης φύσεως και των αποδεκτών κανόνων συμπεριφοράς»*

*(αφορμή για το παρόν άρθρο αποτέλεσε η πολλαπλή δολοφονία στα Καλύβια Αγρινίου)
«“Aν κατανοήσεις τι είναι ο άνθρωπος, τότε καλύτερος θα γίνειςΔΙΦΙΛΟΥ (Ανθ.Στοβ. ΚΑ,3)»
Κανείς δε ζητάει από το λιοντάρι να μη σκοτώνει αντιλόπες. Ως άνθρωποι θεωρούμε δεδομένο ότι η φύση έχει τους κανόνες της. Το κάλεσμα της άγριας φύσης… Ο άνθρωπος είναι ο μόνος που καλείται να συμπεριφέρεται διαφορετικά. Προσδιορίζεται ως το ζώο που έχει την επιλογή, που μπορεί να αποφασίσει να μη βλάψει τα άλλα πλάσματα και ως εκ τούτου πρέπει να αποφασίσει να μην τα βλάψει. Με άλλα λόγια, ζητείται από τον άνθρωπο να δράσει στο ίδιο ανώτερο επίπεδο το οποίο απαρνιέται.
Λέγεται ότι ανήκει στη φύση (“η φύση είναι πατρίδα της γενιάς του κάθε ανθρώπου” ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ {Ανθ.Στοβ. ΠΖ,8}), ότι τη γνωρίζει μέσω των ενστίκτων του και ότι ακριβώς επειδή τη γνωρίζει υποτίθεται ότι μπορεί να ελέγχει τη δράση τους. Αυτό που πράγματι διαψεύδουμε είναι η δυνατότητα επιλογής. Αυτή η λογική αντίθεση δεν είναι παρά ένας άλλος τρόπος προσδιορισμού της ανθρώπινης φύσης, δείχνοντας πώς η ανθρωπινότητα υπεκφεύγει του προορισμού της.
Ακούμε να λένε ότι “Ο άνθρωπος είναι το μόνο όν που σκοτώνει για ευχαρίστηση”, το οποίο υπονοεί ότι ο φόνος δεν μπορεί ή δε θα έπρεπε να είναι διασκεδαστικός. Συμφωνούμε απόλυτα, αλλά, υποστηρίζοντας κάτι τέτοιο, δεν κάνουμε τίποτε άλλο απ’ το να ανοίγουμε τη μοιραία πόρτα στο αλλόκοτο, χωρίς περιορισμούς, βασίλειο της ευχαρίστησης.
Η φύση δεν είναι μη βίαιη. Ούτε η ανθρωπότητα. Καμιά ζωή δε θα ήταν τόσο γλυκιά, ώστε να εξαλείψει οποιαδήποτε πιθανότητα επιθετικότητας. Ο άνθρωπος δεν είναι πλασμένος για να σκοτώνει ή να μην σκοτώνει. Στην πραγματικότητα, ο άνθρωπος δεν ήταν “πλασμένος” για τίποτα, ούτε έχει πλήρη επίγνωση των συναισθημάτων και ενστίκτων του. Ο άνθρωπος είναι μέρος της φύσης, αλλά ταυτόχρονα είναι ξεχωριστός από τον υπόλοιπο φυσικό κόσμο. Κατά πόσο αυτό έχει να κάνει με την ορθή στάση; Κατά πόσο με κοινωνικούς παράγοντες; Κάθε περίοδος μεταφράζει διαφορετικά τις διαθέσιμες πληροφορίες, ανάλογα με τις κυρίαρχες ιστορικές προοπτικές. Η συμπεριφορά του ανθρώπου κατευθύνεται και από τη φύση του και από την επιδεξιότητά του.
Ο ανθρωποκεντρισμός (η άποψη, δηλαδή, ότι ο άνθρωπος είναι ανώτερος από τα άλλα είδη) και η φυσιοκρατία -naturalism– (η άποψη ότι ο άνθρωπος πρέπει να αφομοιώσει την υπόλοιπη φύση) αγνοούν και οι δύο ότι η ανθρώπινη φύση είναι προορισμένη να αναζητά την ανθρώπινη φύση. Ο άνθρωπος είναι το όν που ποτέ δεν ξέρει ακριβώς τι είναι. Τα συστήματα προσπαθούν να τον καθησυχάσουν. Όταν έχει πλήρως καθησυχαστεί, ο άνθρωπος γίνεται πιο καταστροφικός. Αυτό που κάνει τον άνθρωπο να διαφέρει από τα άλλα είδη είναι το ίδιο που κάνει δυνατή την πτώση του και την περιπλάνησή του. Υπάρχει κάτι αδύνατο στην ανθρωπινότητα που τίποτα δε μπορεί να το απαλείψει.
Οι "παραβατικοί" χαρακτήρες νιώθουν "στριμωγμένοι" από τους νόμους και τις απαιτήσεις της κοινωνίας και εφευρίσκουν ασυνήθιστους, αποκλίνοντες τρόπους, ώστε να απελευθερωθούν από αυτά τα δεσμά. Μια και επαναστατούν εναντίον των βασικών δομών της κοινωνίας, οι παραβάτες αυτοί, χαρακτηρίζονται κατά περίπτωση ως μηδενιστές, ιδαλγοί, ρομαντικοί ακόμα και ανισόρροποι.
Στον αντίποδα όλων αυτών, για την κοινωνία η παράβαση δεν μπορεί και δεν μένει ατιμώρητη. Οι σύγχρονες κοινωνίες κατευθύνονται προς την διασφάλιση του κράτους δικαίου τους, το οποίο δημιουργήθηκε και λειτουργεί με θεσμούς δικαιοσύνης, διοικήσεως και ασφαλείας και σκοπό έχουν τη προστασία του κοινού συμφέροντος όλων των πολιτών.
Γι’ αυτές τις κοινωνίες, λοιπόν, επειδή οι “παραβατικοί” δεν αδικούν απλά, αλλά θέτουν σε αμφισβήτηση κατά το μάλλον ή ήττον και την ίδια την συνεκτική δομή της κοινωνίας, οι νόμοι θεσμοθετήθηκαν στο να στοχεύουν στην αντιμετώπιση και τιμωρίας τους και όπως, εξ αντιδιαστολής, έλεγε ο Δημοσθένης «αν καταργηθούν οι νόμοι και έχει ο καθένας την εξουσία να κάνει ό,τι επιθυμεί, όχι μόνο η πολιτεία καταστρέφεται, αλλά και αυτή η ζωή μας δε θα διέφερε καθόλου από τη ζωή των θηρίων» (Κατ’ Αριστογ. Α. 20-21).
Ο παραβάτης σπάει τον κανόνα – θεϊκό ή μη - άρα διαπράττει ύβρη και πρέπει να υποστεί τις συνέπειες. Στην αρχαία τραγωδία, «Ύβρις» σημαίνει την αλαζονική συμπεριφορά του ανθρώπου, που οδηγούσε σε υπέρβαση του ηθικού και θεϊκού νόμου, η οποία επέφερε την τιμωρία του.
Στον Όμηρο συγκεκριμένα, η λέξη αναφερόταν στην παραβίαση των κανόνων και στην υπέρβαση των ορίων που θεωρούνται αρμόζοντα στους θνητούς ανθρώπους, με συνέπεια την προσβολή των θεών, τον εξορισμό τους και φυσικά την Άτη, την πνευματική τύφλωση που προκαλούν οι θεοί στον παραβάτη, ώστε να οδηγηθεί μόνος μου στην καταστροφή που είναι το επακόλουθο της ύβρεως.
Τα όρια ανάμεσα στην αποδεκτή και την παραβατική συμπεριφορά, ανάμεσα στις κοινωνικές συμβάσεις και τις ατομικές ελευθερίες συνιστά, ιστορικά, ένα κοινωνικό, πολιτικό και ιδεολογικό λεπτό ζήτημα.
Ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός ορίζεται ως ο πολιτισμός της «μη βίας», παρότι αφενός μεν δυσκολεύεται να αποκτήσει μια συνέπεια και μια ξεκάθαρη λογική, αφετέρου δε πίσω από την ταμπέλα της μη βίας συνυπάρχουν πολύ ετερόκλητες απόψεις και επιχειρήματα που κάποτε σε κάνουν να σκέφτεσαι ότι γίνεται μια ορισμένη εκμετάλλευση αυτής της θετικής στάσης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: α) ο άνθρωπος που σκοτώνει άλλον εκλαμβάνεται ως φονιάς, ενώ όταν ο ίδιος άνθρωπος σε περίοδο πολέμου σκοτώνει χιλιάδες άλλους χαρακτηρίζεται ως ήρωας και β) η μονομερής άσκηση βίας από τον κατασταλτικό μηχανισμό του κράτους προς τους πολίτες που δυσανασχετούν, ακόμη και όταν οι τελευταίοι επιλέγουν να διαμαρτυρηθούν κατά της εξουσίας με μεθόδους κοινωνικά αποδεκτές.
Εν κατακλείδι, ποτέ και τίποτα δε θα μπορέσει να εξουδετερώσει τελείως την αντικοινωνική και αρνητική πλευρά του ανθρώπου. Δολοφονίες, όπως η πολλαπλή στα Καλύβια Αγρινίου, αλλά και η πρόσφατη στη συνοικία Αγ.Βασιλείου στο Βόλο έρχονται να μας θυμίσουν ότι τα ζωώδη ένστικτά μας δεν πρόκειται να αφανιστούν όσο και εάν εξελίσσεται ο τεχνολογικός πολιτισμός μας, αλλά και ο κατασταλτικός μηχανισμός της κοινωνίας και ο μοναδικός μηχανισμός ανάσχεσής τους είναι μια παιδεία με φιλοσοφικό περιεχόμενο και πειθώ, τον οποίο εμείς, ως σύγχρονη κοινωνία, ούτε διαθέτουμε, ούτε και δείχνουμε ότι θα αποκτήσουμε στο ορατό μέλλον...
Υ.Γ. Στον νέο Νομάρχη Απόστολο Παπατόλια, αλλά και στους λοιπούς συναγωνιστές μου, είτε ορίσθηκαν να επανδρώσουν θέσεις ευθύνης στη Νομαρχία, είτε όχι, εύχομαι καλή δουλειά, γιατί στα πλαίσια της συλλογικής ευθύνης δεν χωρούν αποκλεισμοί και η επιτυχία είναι μονόδρομος και πράξη ευθύνης όλων μας.-