Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2007

“Οι παραδοξότητες ενός …φτωχού λαού”


"Μπορεί οι σταφίδες να ’ναι το καλύτερο μέρος του κέικ· όμως μια σακούλα σταφίδες δεν είναι καλύτερη από ένα κέικ. Κι αν κάποιος είναι σε θέση να μας προμηθεύσει μια σακούλα σταφίδες, αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να φτιάξει ένα κέικ, πόσο μάλλον να κάνει κάτι καλύτερο.. Ένα κέικ δεν είναι σαν να λέμε: αραιωμένες σταφίδες". Βιτγκενστάιν (Στοχασμοί)

Η Ελλάδα, έπειτα από μία δεκαετία με πολύ υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και αφού διαχειρίστηκε δισεκατομμύρια κοινοτικά ευρώ, εμφανίζεται να έχει το θλιβερό προνόμιο να είναι σήμερα η χώρα με τους περισσότερους φτωχούς κατοίκους από κάθε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όχι μόνο της "παλιάς", που απαρτιζόταν από δυτικοευρωπαϊκά επί το πλείστον και πλούσια κράτη, αλλά ακόμη και της "νέας" (με μοναδική εξαίρεση τη Λιθουανία)!!
Ιδιαίτερη θέση στην ομάδα των φτωχών Ελλήνων κατέχουν οι συνταξιούχοι. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας των εργαζομένων στα ασφαλιστικά ταμεία (ΠΟΠΟΚΠ), αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι περίπου 1.300.000 συνταξιούχοι προσπαθούν να επιβιώσουν σε μία από τις ακριβότερες χώρες της Ευρώπης με μηνιαία εισοδήματα που δεν ξεπερνούν τα 400 ευρώ, ενώ άλλοι 450.000 συνταξιούχοι έχουν αποδοχές μεταξύ 400-500 ευρώ. Όσο για το κοινωνικό κράτος, αυτό αποδεικνύεται πρόχειρο, υστερόβουλο και αναποτελεσματικό.
Ο λόγος είναι απλός: Ενώ στην Ευρώπη οι περίφημες "κοινωνικές μεταβιβάσεις" (τύπου ΕΚΑΣ) μειώνουν τον κίνδυνο της φτώχειας του πληθυσμού κατά περίπου 40%, στην Ελλάδα οι αντίστοιχες δαπάνες και τα επιδόματα μειώνουν τον ίδιο κίνδυνο κατά λιγότερο από 20% κι αυτό γιατί στις περισσότερες περιπτώσεις τα επιδόματα και οι ενισχύσεις, αντί να πηγαίνουν σε αυτούς που τα έχουν πραγματική ανάγκη, καταλήγουν σε νοικοκυριά που δεν είναι φτωχά, έχουν, όμως, αυξημένη πολιτική "Βαρύτητα".
Έτσι, σήμερα: α) περισσότεροι από τέσσερις στους δέκα Έλληνες (το 41,2%) δηλώνουν αδυναμία να αντιμετωπίσουν έκτακτες, αλλά αναγκαίες δαπάνες (π.χ. το κόστος θεραπείας μιας ασθένειας), με το ποσοστό αυτό να εκτοξεύεται στο 61.2% στην περίπτωση του φτωχού πληθυσμού, β)σχεδόν οι μισοί Έλληνες δεν έχουν καν τη δυνατότητα να πάνε για μία εβδομάδα διακοπές, γ) το 51,3% των Ελλήνων και το 75% των φτωχών νοικοκυριών της χώρας αντιμετωπίζουν δυσκολία στην κάλυψη ακόμη και των Βασικών αναγκών τους, καθώς δεν τους φτάνει το συνολικό μηνιαίο ή εβδομαδιαίο εισόδημα τους, δ) μεταξύ των φτωχών νοικοκυριών το ένα στα δέκα δυσκολεύεται να πληρώσει το ενοίκιο ή τη δόση του στεγαστικού δανείου του, το 27,3% τα βρίσκει "μπαστούνια" με τους πάγιους λογαριασμούς (φως, νερό, τηλέφωνο), ενώ περισσότεροι από 650.000 Έλληνες διαμαρτύρονται ότι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα ούτε καν για να θερμάνουν επαρκώς τα σπίτια τους!!
Αλλά και σύμφωνα με τα στοιχεία της κοινοτικής στατιστικής υπηρεσίας Eurostat, την ώρα που σε πολλές χώρες της αναπτυγμένης Ευρώπης δεν υπάρχει μισθός χαμηλότερος από 1.250 ευρώ το μήνα, στην Ελλάδα οι μικτές αποδοχές του μέσου εργαζόμενου δεν ξεπερνούν τα 950 ευρώ, ενώ περίπου ο ένας στους δύο Έλληνες που έχει την τύχη να μην ανήκει στις στρατιές των ανέργων αμείβεται με ακόμη λιγότερα. Πρόκειται κυρίως για την περίφημη "γενιά των 700 ευρώ", τις τάξεις της οποίας συνθέτουν νέοι άνθρωποι, που δουλεύουν με ελάχιστες αποδοχές, πολλές φορές ανασφάλιστοι ή με σχέσεις μερικής απασχόλησης.
Έτσι, δίδεται η εντύπωση ότι στην Ελλάδα υφίσταται τεράστια εισοδηματική ανισότητα, αφού από τα 100 ευρώ του συνολικού εισοδήματος πάνω από 40 ευρώ καταλήγουν στο 20% των πλουσιότερων Ελλήνων, ενώ στην τσέπη του 20% των φτωχότερων Ελλήνων καταλήγουν μόλις 7 ευρώ. Αν περάσουμε δε στο διαθέσιμο εισόδημα (δηλαδή στα χρήματα που μας μένουν στην τσέπη μετά την καταβολή των φόρων και των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης), θα διαπιστώσουμε ότι το 10% των πλουσιότερων Ελλήνων ελέγχει το 1/4 του διαθέσιμου εισοδήματος, ενώ το 10% των φτωχότερων νοικοκυριών μόλις το 2,5%.
Όλες δε οι σχετικές δημοσκοπήσεις, που γίνονται στη χώρα μας δείχνουν ότι η ανεργία και η ακρίβεια είναι μακράν τα δύο μεγαλύτερα προβλήματα, με αποτέλεσμα και το "ηθικό" της πλειοψηφίας των συμπατριωτών μας, αναφορικά με την πορεία της οικονομίας και της τσέπης τους να είναι καταβαραθρωμένο.
Στον αντίποδα των επισημάνσεων αυτών, υπάρχει ένα δυσεξήγητο μυστήριο, αφού άλλα λένε οι αριθμοί και οι στατιστικές και διαφορετική είναι η γενική εικόνα του πληθυσμού της χώρας.
Πώς εξηγείται το γεγονός ότι το 80% των ελλήνων ζουν σε ιδιόκτητα σπίτια που ακόμη και στις φτωχογειτονιές είναι καλύτερα από αντίστοιχες γειτονιές άλλων ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων; Με τι λεφτά και από ποιους αγοράζονται όλα αυτά τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούν στους ελληνικούς δρόμους με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να φρακάρει το σύμπαν σε μερικά χρόνια; Ποιοι ζουν στις εκτεταμένες περιοχές των μεγαλουπόλεων, όπου τα σπίτια είναι ακριβά και ποιοι γεμίζουν τα εστιατόρια, τα τσιπουράδικα, τα μπαρ, τις καφετέριες και ποιοι καταναλώνουν ανελέητα;
Σύμφωνα, μάλιστα, με τα ιδιαίτερα αποκαλυπτικά στοιχεία που δημοσιοποίησε ο δρ. Λέανδρος Δραγώνας στην «Εστία» (21/6/07):
- το ετήσιο κατά κεφαλήν εισόδημα των Ελλήνων ανέρχεται σε 23.970 δολάρια και μαζί με την παραοικονομία στα 30.000, όπερ σημαίνει ότι είμαστε ο 23ος πλουσιότερος λαός της γης επί συνόλου 212 κρατών,
- το 85% των Ελλήνων έχει ιδιόκτητο σπίτι, ενώ σε κάθε τρεις Έλληνες αντιστοιχεί ένα εξοχικό σπίτι,
- αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα κυκλοφορούν 4.548.469 αυτοκίνητα Ι.Χ. και περίπου 12.000.000 συνδέσεις κινητών τηλεφώνων!! Δηλαδή ένας στους δύο Έλληνες έχει Ι.Χ.. Στους μη έχοντες προφανώς αντιστοιχεί μία από τις 767.455 μοτοσικλέτες που, επίσης, κυκλοφορούν,
- είμαστε οι πρώτοι στην Ευρώπη σε κατανάλωση ουίσκι, καλλυντικών, ειδών ενδύσεως και σε παχύσαρκα παιδιά,
- 65.000 Έλληνες νέοι σπουδάζουν σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, δηλαδή ο μεγαλύτερος αριθμός στον κόσμο αναλογικά προς τον πληθυσμό μας,
- ένα με ενάμισι (1 - 1,5) εκατομμύριο Έλληνες μετακινούνται μόνο από την περιοχή της Αττικής κατά τις αλλεπάλληλες τριήμερες αργίες,
- Πολλοί από τους 1.000.000 αλλοδαπούς, που ήλθαν πάμπτωχοι στην Ελλάδα την περίοδο 1989-95, είναι σήμερα ιδιοκτήτες σπιτιών, αυτοκινήτων και τραπεζικών καταθέσεων, που για τους Αλβανούς μόνο ανέρχονται σε 14 δισ. ευρώ!!
Η πιο
εύκολη απάντηση είναι ότι οι έλληνες δανείζονται και βυθίζονται όλο και περισσότερο στα δάνεια. Αυτό σίγουρα ισχύει ως ένα βαθμό, αλλά δεν αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό των Ελλήνων. Συμβαίνει και σε άλλες χώρες, μολονότι στην Ελλάδα υπάρχει και σημαντικό ποσοστό ανθρώπων που δανείζονται για να ζουν πέρα από τις δυνατότητες τους. Μία δεύτερη απάντηση είναι ότι οι έλληνες φοροδιαφεύγουν και έχουν περισσότερα χρήματα από αυτά που δηλώνουν επίσημα, αλλά οι κατηγορίες που εμφανίζονται ως φτωχοί δεν έχουν ούτως ή άλλως υψηλά φορολογητέα εισοδήματα. Μία τρίτη απάντηση θα μπορούσε να είναι ότι υπάρχει εκτεταμένη μαύρη οικονομία στην Ελλάδα και αυτό είναι ένα γεγονός (30% του ΑΕΠ). Παράγεται και υπάρχει ένας πλούτος, που προέρχεται από νόμιμες και παράνομες δραστηριότητες που δεν δηλώνεται και δεν φορολογείται, αλλά δεν ξέρουμε πόσοι είναι εκείνοι που ωφελούνται άμεσα από αυτόν.
Φτωχοί αναπόφευκτα υπάρχουν και μερικοί μάλιστα σε δραματική κατάσταση, καθώς τα εισοδήματα είναι και στην Ελλάδα, όπως και παντού, άνισα κατανεμημένα. Όπως, είναι αλήθεια ότι η διεύρυνση της φτώχειας - σχετικής και απόλυτης - θα καταφέρει γερά χτυπήματα στα θεμέλια της κοινωνικής συνοχής αν η κατάσταση δεν αλλάξει, προκαλώντας αναπόφευκτες κοινωνικές συγκρούσεις (“η φτώχεια είναι ο γονέας της επανάστασης και του εγκλήματος” κατά τον Αριστοτέλη), εάν η κυβέρνηση συνεχίζει να μιλά για μέτρα καταπολέμησης της φτώχειας, μέσω της δια της «Συστάσεως Εθνικού Ταμείου Κοινωνικής Συνοχής (ΕΤΑΚΣ)» επινοήσεως εξευτελιστικών επιδομάτων, που απλά θα διαχειριστούν την εξαθλίωση, καθώς κινούνται στη λογική της «φιλανθρωπίας» και σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν αποτελεσματική αντιμετώπιση.
Σίγουρα, δεν μπορεί κανείς να είναι ικανοποιημένος και δεν θα είναι ποτέ, όσο υπάρχουν φτωχοί, άστεγοι, άνεργοι, απροστάτευτοι και παιδιά που αδυνατούν να αποκτήσουν τις βασικές γνώσεις εκπαίδευσης. Δεν μπορούμε να συμβιβαζόμαστε με ό,τι δημιουργεί και αναπαράγει την φτώχεια και κυρίως δεν μπορεί να είναι ανεκτό να υπάρχουν δίπλα μας πολίτες και κοινωνικές ομάδες που στερούνται των βασικών αναγκών για αξιοπρεπή διαβίωση.
Η φτώχεια δεν είναι απλώς κοινωνικό φαινόμενο. Ήταν, είναι και θα είναι το πολιτικό πρόβλημα που αντικατοπτρίζει αδυναμίες και ανεπάρκειες του πολιτικού, οικονομικού και διοικητικού μας συστήματος, για την διασφάλιση, σε όλους, ίσων ευκαιριών ένταξης στον παραγωγικό και κοινωνικό ιστό (“Άριστη είναι η δημοκρατία εκείνη, όπου οι πολίτες δεν είναι ούτε πάρα πολύ πλούσιοι, ούτε πάρα πολύ φτωχοί” κατά τον Θαλή).
Για την αντιμετώπιση της φτώχειας απαιτούνται στοχευμένες δράσεις, που θα χτυπάνε την κάθε μορφή φτώχειας στη ρίζα της, ασχέτως του γεγονότος ότι στη πραγματικότητα οι φτωχοί στην Ελλάδα είναι πολύ λιγότεροι από τους 2.000.000, που εμφανίζουν τα επίσημα στατιστικά στοιχεία. Όπως θα πρέπει να διερευνηθούν με περισσή προσοχή ποιες είναι εκείνες οι ομάδες των "ψευδοπτωχών", οι οποίες, επωφελούμενες από τις διάφορες κοινωνικές παροχές, δρουν σε τελική ανάλυση σε βάρος όλων, καθόσον απομυζούν πολύτιμους πόρους από τον προϋπολογισμό, αλλά και περιορίζουν τα διαθέσιμα κονδύλια ιδιαίτερα για εκείνες τις ομάδες του πληθυσμού που είναι οι πλέον αδύναμες (παιδία, ηλικιωμένοι, ανάπηροι και οι ομάδες που αντιμετωπίζουν πολλαπλό κοινωνικό αποκλεισμό) και οι οποίες πρέπει να ενταχθούν αποτελεσματικά στην οικονομία και την κοινωνία, ώστε «η φτώχεια να μην παράγει φτώχεια»...
Τελικά, σε μια χώρα, όπως η δική μας, που έχει αναγάγει την υπερβολή, τις ακρότητες και την μιζέρια σε εθνικά πρότυπα συμπεριφοράς, ο ορισμός της φτώχειας δεν βασίζεται μόνον στην ανάγκη, αλλά και σε ποικίλες σκοπιμότητες…