Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2007

“Υπόθεση Ζαχόπουλου∙ μια απλή ροζ ιστορία ή κάτι περισσότερο;”


«“Στην προσπάθεια της έρευνας για την αλήθεια, είναι ανάγκη να αμφιβάλλουμε για το καθετί, όσο μπορούμε περισσότερο ΚΑΡΤΕΣΙΟΣ (Ρενέ ντε Κάρτ)»

Σε θρίλερ με σοβαρές πολιτικές διαστάσεις εξελίσσεται η υπόθεση Ζαχόπουλου. Η αναστάτωση στην κυβερνητική παράταξη είναι εμφανής και από το γεγονός ότι την ώρα που
η κυβέρνηση Καραμανλή, βυθισμένη στις επικοινωνιακές της αυταπάτες, προσπαθεί να κρατήσει χαμηλά τους τόνους για το θέμα, με μοναδικό γνώμονα τον περιορισμό των δυσμενών εντυπώσεων και αδιαφορώντας για τα σοβαρά ζητήματα κατάχρησης εξουσίας, που, κατά κοινή πεποίθηση, φαίνεται να προκύπτουν, στελέχη της, που είχαν συνεργαστεί με τον κ. Ζαχόπουλο, έσπευσαν να αφήσουν σαφείς αιχμές για τον ίδιο και το ρόλο του, εμπλέκοντας μάλιστα και την κα Φάνη Πάλλη - Πετραλιά!
Άλλωστε, ο Χρήστος Ζαχόπουλος αποτελούσε μέχρι πριν από λίγους μήνες άνθρωπο της απολύτου εμπιστοσύνης του Μεγάρου Μαξίμου και διατηρούσε φιλικές σχέσεις με την σύζυγο του Πρωθυπουργού. Από το Μέγαρο Μαξίμου αντλούσε και τη δύναμή του, για να συγκρουστεί με προϊσταμένους του υπουργούς και υφυπουργούς. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο τέως υφυπουργός Πολιτισμού Πέτρος Τατούλης, ο οποίος είχε πει, ότι ο Χρήστος Ζαχόπουλος, ως γενικός γραμματέας, είχε αρμοδιότητες υπερυπουργού, κάτι που τον έβρισκε αντίθετο. Μιλώντας προ ημερών στον ρ/σ ΣΚΑΪ 100,4 ο κ. Τατούλης είπε ότι «ήθελα όλη την ευθύνη να την έχω εγώ, για να έχω τον απόλυτο έλεγχο. Δόθηκαν αρμοδιότητες τότε από την τότε αναπληρώτρια υπουργό, την κ. Πετραλιά και δόθηκαν μεγαλύτερες αρμοδιότητες μετά την δική μου απομάκρυνση, από τον τέως υπουργό Πολιτισμού κ. Βουλγαράκη».
Την στιγμή, λοιπόν, που ακόμα και οι φανατικότεροι οπαδοί του κυβερνώντος κόμματος αντιλαμβάνονται ότι κάτι «σάπιο» κρύβεται πίσω από το άλμα στο κενό που επιχείρησε ο πρώην γενικός γραμματέας του υπουργείου Πολιτισμού, η κυβέρνηση δοκιμάζει να υποβιβάσει την υπόθεση στα όρια μιας σκανδαλιστικής «ροζ ιστορίας», λες και απευθύνεται σε μία μάζα άβουλων πολιτών, διατεθειμένων να καταναλώσουν ό,τι και όπως τους προσφέρεται.
Οι κυβερνητικές προσδοκίες από τη σκόπιμη υποβάθμιση του θέματος είναι προφανείς. Προφανέστερη είναι, ωστόσο, η αδυναμία να εκτονωθούν, όπως πεισματικά επιχειρείται, οι εξαιρετικά αρνητικές εντυπώσεις, καθώς το κεντρικό πρόσωπο του δράματος δεν ήταν ένα όποιο - όποιο μεσαίο κυβερνητικό στέλεχος, αλλά πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης του πρωθυπουργού, οικογενειακός φίλος και επιστήθιος συνεργάτης του.
Υπ’ αυτή την έννοια, η συστηματική προσπάθεια που καταβάλλεται να «αποχρωματισθεί» πολιτικά η υπόθεση, δεν αφορά μόνο τους χειρισμούς ορισμένων κυβερνητικών επιτελών, που θα ένιωθαν δικαιωμένοι αν «έπνιγαν» τις πολιτικές διαστάσεις του ζητήματος μέσα σε ένα «ροζ» φόντο.
Αφορά και «ακουμπά» τον κύριο Καραμανλή προσωπικά, ο οποίος, αντί να πρωτοστατήσει στην προσπάθεια να έρθει όλη η αλήθεια στο φως, ανέχεται χειρισμούς που παραπέμπουν σε απόπειρα συγκάλυψης, εκθέτοντας την κυβέρνησή του και τον ίδιο.
Ούτως ή άλλως, το ηθικό και πολιτικό πλήγμα που υπέστησαν η κυβέρνηση και ο επικεφαλής της από τα συγκεκριμένα γεγονότα δεν μειώνεται με τεχνάσματα και επικοινωνιακές μεθοδεύσεις, πολλώ μάλλον από την προσπάθεια να μετατραπεί η «υπόθεση Ζαχόπουλου
» σε «υπόθεση Τσέκου», όπως επιχειρούν αφελώς να καταφέρουν πολλοί παράγοντες του δημοσίου βίου...
Εν κατακλείδι, σίγουρο είναι ότι η βουτιά του Χρήστου Ζαχόπουλου στο κενό δεν ήταν απόφαση της στιγμής. Στο ερώτημα «τι έσπρωξε, λοιπόν, τον πρώην γ.γ. του υπουργείου Πολιτισμού στην απόπειρα αυτοκτονίας;», ελλείψει κυβερνητικής ενημέρωσης, δεν έχουμε παρά να αναμένουμε την δημοσιογραφική, αλλά και την δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης, προκειμένου να διαπιστώσουμε εάν πράγματι ο κ. Ζαχόπουλος προχώρησε στο απονενοημένο διάβημα, ως προσπάθεια αποφυγής των απόνερων μιας – κατά τα άλλα, αδιάφορης για το κοινωνικό σύνολο - ανάρμοστης ερωτικής σχέσης ή υπό την πίεση αποκαλύψεων για εμπλοκή του σε υποθέσεις διαφθοράς. Οψόμεθα…

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2007

Ευχετήριο Μήνυμα


Μαγνησιώτισσες και Μαγνησιώτες,
Με την ευκαιρία των εορτών και του Νέου Έτους εύχομαι ολόψυχα σε όλες και όλους χαρούμενα Χριστούγεννα και ένα ευτυχισμένο, ειρηνικό, δημιουργικό και υγιές 2008.
Το Νέο Έτος βρίσκει το Νομό μας στην αρχή μιας δύσκολης περιόδου, ενός νέου μεγάλου κύκλου και μιας μακράς μάχης για την επίλυση των μεγάλων και χρόνιων προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο τόπος μας.
Θέλω να πιστεύω ότι σ’ αυτή την προσπάθεια και σε αντίθεση με το γενικότερο πνεύμα απαισιοδοξίας που επικρατεί, θα ενώσουμε όλοι μαζί τις δυνάμεις μας, αφήνοντας στο περιθώριο ό,τι στο παρελθόν μας χώριζε, έτσι ώστε να στεφθεί η πορεία αυτή με επιτυχία.
Πάντα πίστευα πως οι Μαγνησιώτες ενωμένοι και θέτοντας υψηλούς στόχους μπορούν να πραγματώσουν σημαντικά επιτεύγματα, μπορούν να μεγαλουργήσουν.
Η αρχή μου αυτή με κάνει και τώρα να πιστεύω ότι η συμπόρευση όλων μας μπροστά στα σοβαρά ζητήματα του Νομού μας, αποτελεί την εγγυητική επιστολή για τη διασφάλιση της επιτυχίας του αγώνα μας.
Κοιτώντας, λοιπόν, μπροστά και μακριά, έχοντας στόχους υψηλούς και μεγάλους, αγκαλιασμένοι με ομόνοια και σύμπνοια, με αυτοπεποίθηση για τη δύναμη και τις δυνατότητές της τοπικής κοινωνίας μας, είμαστε έτοιμοι να προϋπαντήσουμε το 2008 και να το μετατρέψουμε σε μια χρονιά επιτυχιών για τον τόπο μας και δημιουργικό για το λαό μας.
Με πολλές ευχές και εκτίμηση

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2007

"Δικαιοσύνη και τοπική ανάπτυξη"

«“Όσα με τη λογική βρίσκεις σωστά, αυτά εφάρμοσέ τα στην πράξη. Όσα δεν πρέπει να κάνεις, ούτε να τα σκέφτεσαι ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»
Σύγχρονη είναι μια πόλη και ένας Νομός, όταν μπορούν να παρέχουν υπηρεσίες υψηλού επιπέδου στους πολίτες. Στη λογική αυτή η στέγαση των Δημοσίων Υπηρεσιών σε ξεπερασμένα από απόψεως στεγαστικής επάρκειας, αλλά και τεχνικών προδιαγραφών κτίρια, ενισχύουν την μιζέρια και την άποψη ότι τίποτα δεν αλλάζει, με αποτέλεσμα το μεν Δημόσιο, έρμαιο της στατικής ανεπάρκειας, να αδυνατεί να βελτιώσει ουσιαστικά τις παρεχόμενες προς τους πολίτες υπηρεσίες, ο δε πολίτης να διατηρεί μια αποκρουστική άποψη για το Δημόσιο, το οποίο εξακολουθεί να θεωρεί ως αναγκαίο κακό.
Οι δημόσιοι υπάλληλοι καλούνται σε λίγα τετραγωνικά μέτρα να συνυπάρξουν με άλλους συναδέλφους τους, η αρχειοθέτηση γίνεται με απαράδεκτο τρόπο και οι πολίτες στερούνται του αναγκαίου – καλαίσθητου χώρου αναμονής, όπου θα μπορούν να παραμένουν κατ'ολίγον για την εξυπηρέτησή τους.
Από την άλλη, ασθμαίνοντας τρέχει το Ελληνικό Δημόσιο να μετουσιώσει σε πράξη την κοινωνία της πληροφορίας, η οποία παρότι απαιτεί υποδομές, άγνωστες για τα μέχρι σήμερα δεδομένα, εντούτοις μπορεί να πραγματώσει αυτό που μέχρι σήμερα φάνταζε απίθανο· την ταχύτητα στην ενημέρωση του πολίτη, αλλά και στην διεκπεραίωση των υποθέσεών του.
Όταν την δεκαετία του ’30 λειτούργησε το δικαστικό μέγαρο του Βόλου, οι μεν δικηγόροι ήταν ελάχιστοι, ο δε πληθυσμός της πόλης δεν αριθμούσε περισσότερους από 25.000 – 30.000 κατοίκους. Είναι σαφές ότι το κτίριο αυτό με οποιαδήποτε μελέτη σκοπιμότητας και να είχε γίνει εκείνη την εποχή, δεν θα μπορούσε και ο πλέον αισιόδοξος μελετητής να προβλέψει ότι θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες που θα διαμορφώνονταν μετά από 70 χρόνια.
Σήμερα, ο πληθυσμός της πόλης έχει πενταπλασιαστεί, οι ίδιες οι περιφέρειες του νομού ήρθαν πιο κοντά προς την πρωτεύουσά του, οι δικηγόροι ανέρχονται σήμερα σε 550 και προσαυξάνονται με ρυθμούς της τάξης των 30-35 δικηγόρων ετησίως, οι υποθέσεις στα δικαστήρια, επίσης, πολλαπλασιάστηκαν, πλην, όμως, δικηγόροι, δικαστές και δικαστικοί υπάλληλοι καλούνται να διακονούν την δικαιοσύνη στο ίδιο αρχικό κτίριο, το εμβαδόν του οποίου αυξήθηκε μεν με την προσθήκη που έγινε στις αρχές της δεκαετίας του ’80, πλην, όμως, στο σύνολό του έχει πλέον κορεστεί.
Το δικαστικό μέγαρο διαθέτει μόλις τρεις (3) αίθουσες, με αποτέλεσμα το πλείστον των υποθέσεων, διαφόρων διαδικασιών, να γίνεται στα μικρά γραφεία των δικαστών, στα οποία στοιβάζονται κατά κυριολεξία ο δικαστής, ο γραμματέας, οι δικηγόροι, οι μάρτυρες, κ.λ.π., ο λοιπός δε κόσμος να πλημμυρίζει τους διαδρόμους, αφού το μεν οι συνεδριάσεις πρέπει κατά νόμον να γίνονται δημόσια, το δε έκαστος εξ αυτών αναμένει την εκδίκαση της δικής του υποθέσεως.
Αλλά και το Διοικητικό Πρωτοδικείο, ελλείψει χώρου, στεγάζεται σε διαμέρισμα πολυκατοικίας (!!), που κείται επί της οδού Ιάσονος, οι δε συνεδριάσεις του, κατά πανελλαδική πρωτοτυπία, δεν γίνονται τις πρωϊνές ώρες, όπως και των άλλων δικαστηρίων, αλλά απογευματινές ώρες (5μ.μ.), καθότι τότε οι αίθουσες είναι κενές!!
Η έλλειψη της αναγκαίας κτιριακής υποδομής έχει άμεση επίπτωση και στον αριθμό των δικαστών που θα μπορούσαν να υπηρετήσουν στο Βόλο, αφού δεν μπορούν να λειτουργήσουν, λ.χ. παράλληλα δύο Τριμελή Πλημ/κεία και δύο Μονομελή Πλημ/κεία, το καθένα από τα οποία θα μπορούσε να δικάσει τις 15-20 υποθέσεις, που θα εγγράφονταν στο πινάκιό του και τις οποίες σίγουρο είναι ότι θα προλάβαιναν να δικάσουν μέσα στο ωράριο λειτουργίας, αλλά και οι δικαστές να ανταποκριθούν στο λειτούργημά τους, εν συγκρίσει με τις 50-60 υποθέσεις που προσδιορίζονται σήμερα για το ένα Τριμελές και το αντίστοιχο Μονομελές Πλημ/κείο και σαφέστατα δεν θα αναβάλλονταν οι περισσότερες απ’αυτές λόγω ωραρίου, συντηρώντας κατ’αυτό τον τρόπο την παθογένεια και την ασφυξία στην οποία έχει περιέλθει η απονομή της δικαιοσύνης.
Αυτή η εικόνα δεν θυμίζει ναό της δικαιοσύνης και μάλιστα μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής χώρας, αλλά ανατολίτικο παζάρι, όπου συνωστίζονται οι πελάτες και οι πραματευτάδες, εικόνα που σαφέστατα δεν τιμά την πόλη μας.
Σύσσωμος ο δικηγορικός κόσμος του νομού μας, ύστερα από χρόνια συνεδριάσεων και επαφών με τους τοπικούς φορείς, έρχεται με μια άκρως εμπεριστατωμένη μελέτη, να προτείνει προς τους αρμόδιους φορείς: α) την αναπαλαίωση του υπάρχοντος κτηρίου, στο εσωτερικό του οποίου μπορούν να διαμορφωθούν πολλές και άνετες για τα σημερινά δεδομένα δικαστικές αίθουσες και β) την αξιοποίηση του έμπροσθεν του κτηρίου προαύλιου χώρου, εντός του οποίου υπάρχει η δυνατότητα να κατασκευασθούν υπογείως τρία επίπεδα, εκ των οποίων στα δύο κατώτερα επίπεδα θα δημιουργηθούν χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων και στο πάνω επίπεδο θα στεγαστούν υπηρεσίες των δικαστηρίων, χωρίς να αλλοιωθεί η σημερινή του φυσιογνωμία.
Η όλη αυτή επιφάνεια (του προαύλιου χώρου) ξεπερνά τα 1.500τ.μ. και σε συνδυασμό με το υπάρχον κτίριο, εμβαδού 2.400τ.μ. περίπου, θα μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες του νομού για την προσεχή 30ετία, ενώ από την άλλη θα αναβαθμιστεί και ο όλος χώρος, αλλά και για τη δικαιοσύνη θα της παρασχεθεί ο αναγκαίος χώρος, καθόσον θα δημιουργηθούν πολλές και άνετες αίθουσες. Παράλληλα, θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για να διεκδικήσουμε και την λειτουργία μεταβατικού Εφετείου (πολιτικού και ποινικού) και στο Βόλο.
Με αυτές τις επεμβάσεις, που απαιτούν με διαφορά το μικρότερο κόστος και συνάμα σύντομο χρόνο υλοποίησής τους και το κέντρο της πόλης θα συνεχίζει να σφύζει από ζωή, χωρίς εκπτώσεις στο επίπεδο των αναγκαίων υψηλών νομικών υπηρεσιών, αλλά και του κινδύνου μαζικής μεταναστεύσεως των επαγγελματιών, που εξαρτώνται άμεσα από την λειτουργία της Θέμιδας. Δικηγόροι, δικαστικοί επιμελητές, συμβολαιογράφοι, βιβλιοπωλεία και καταστήματα εκδόσεως φωτοτυπιών συνθέτουν έναν επαγγελματικό ιστό, που κινείται πέριξ του δικαστικού μεγάρου και τελούν σε άμεση εξάρτηση απ’ αυτό, έχουν δε επενδύσει εκατομμύρια ευρώ για την απόκτηση και λειτουργία σύγχρονων γραφείων και καταστημάτων, αποτελώντας, από την άλλη, ουσιαστικό κίνητρο για την έντονη οικοδομική δραστηριότητα που παρατηρείται κατά μήκος των οικοδομικών τετραγώνων πέριξ της Πλατείας Ελευθερίας.
Για την αναγκαιότητα αμέσου επιλύσεως των ανωτέρω προβλημάτων, που παρουσιάζει η λειτουργία της δικαιοσύνης στη Μαγνησία, υπάρχει πλήρης ομοφωνία και με τους δικαστικούς υπαλλήλους, αλλά μόνον ως προς την διαπίστωση και κατανόηση του προβλήματος, ενώ οι διαφοροποιήσεις μεταξύ του δικηγορικού κόσμου και των δικαστικών υπαλλήλων αρχίζουν και περαιώνονται όταν αναπτύσσεται η προβληματική για το πώς θα λυθεί το πρόβλημα αυτό.
Συμπερασματικά, οι προτάσεις που μέχρι σήμερα έχουν προβληθεί από άλλους φορείς, παραβλέπουν την αξιοποίηση του υπάρχοντος δικαστικού μεγάρου και μιλούν μόνον για την μεταστέγαση των δικαστηρίων σε άλλους χώρους και τοποθεσίες, παραβλέποντας, όμως, αφενός μεν ότι έτσι θα οδηγεί σε απαξία ένα από τα πλέον ιστορικά κτήρια της πόλης, αφετέρου δε θα οδηγήσουν σε συρρίκνωση την ίδια την οικονομική ανάπτυξη του κέντρου της πόλης μας. Υπάρχει κανείς που θα ήθελε να βιώσει τέτοιες εξελίξεις;

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2007

“Συζητώντας με τον Μάρξ”

Συναντήθηκα με τον γνωστό Μάρξ σε χρόνο και σε τόπο που δεν μου επιτρέπεται να σας αποκαλύψω, άλλωστε δεν έχει καμία σημασία, ο οποίος, σε μια εκ βαθέων συζήτηση για το πώς βλέπει από το υπερπέραν, όπου βρίσκεται, τα όσα διαδραματίζονται στη γη τις τελευταίες δεκαετίες, μου είπε τα παρακάτω, τα οποία χωρίς να γνωρίζει, κατέγραψα για χάρη σας σε μια από τις τεχνολογικά εξελιγμένες μικροσυσκευές της εποχής μας, που του ήταν αδύνατον να φανταστεί, ούτε και ασφαλώς γνώριζε, ότι μπορεί να αποθανατίζει στιγμές, παρόλο το μικρό ανάστημά της.
«…Λοιπόν, βλέπουμε ότι ο καπιταλισμός είναι ο ισχυρότερος αυτή τη στιγμή. Ο καπιταλισμός είναι ένα κοινωνικό σύστημα, με άλλα λόγια, ο τρόπος με τον οποίο είναι οργανωμένα τα πράγματα και οι άνθρωποι σε μια κοινωνία, το ποιος έχει και ποιος δεν έχει, ποιος διοικεί και ποιος υπακούει. Στον καπιταλισμό υπάρχουν κάποιοι που έχουν χρήματα, δηλαδή κεφάλαιο και βιομηχανίες και καταστήματα και εδάφη και πολλά πράγματα, και υπάρχουν άλλοι που δεν έχουν τίποτα άλλο παρά μόνο τη δύναμη τους και τις γνωριμίες προκειμένου να δουλέψουν. Και στον καπιταλισμό εξουσιάζουν αυτοί που έχουν τα χρήματα και τα διάφορα, και υπακούουν όσοι δεν έχουν τίποτα άλλο εκτός από την ικανότητα τους για εργασία.
Επομένως, καπιταλισμός σημαίνει ότι υπάρχουν λίγοι που έχουν μεγάλα πλούτη, όχι επειδή κέρδισαν κάποιο βραβείο, ή βρήκαν κάποιο θησαυρό, ή κληρονόμησαν από κάποιον συγγενή, αλλά αυτά τα πλούτη τα απέκτησαν εκμεταλλευόμενοι την εργασία των πολλών. Που σημαίνει ότι ο καπιταλισμός βασίζεται στην εκμετάλλευση των εργαζομένων, τουτέστιν, ξεζουμίζουν τους εργάτες και τους παίρνουν ότι μπορούν από τις απολαβές τους. Πράγμα που γίνεται με αδικία, γιατί δεν πληρώνουν το αρμόζον στον εργαζόμενο για την εργασία του, αλλά του δίνουν έναν μισθό που μόλις αρκεί για να φάει λίγο και για να ξεκουραστεί ακόμα λιγότερο και να ξαναπάει την επόμενη μέρα να εργαστεί εκεί όπου τον εκμεταλλεύονται, είτε στην ύπαιθρο, είτε στην πόλη. Κι επίσης ο καπιταλισμός πολλαπλασιάζεται με τη αρπαγή, ή καλύτερα με την κλεψιά, γιατί αφαιρεί από άλλους αυτό που λαχταρούν, όπως για παράδειγμα, εδάφη και φυσικά πλούτη. Ακόμα καλύτερα, ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα όπου οι κλέφτες είναι ελεύθεροι, θαυμάζονται και αποτελούν παράδειγμα. Κι επιπλέον, εκτός από την εκμετάλλευση και τη στέρηση, ο καπιταλισμός καταστέλλει, γιατί φυλακίζει και σκοτώνει όσους επαναστατούν εναντία στην αδικία.
Στον καπιταλισμό αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο είναι τα εμπορεύματα, γιατί όταν αγοράζονται ή πωλούνται φέρνουν κέρδη. Έτσι, λοιπόν, ο καπιταλισμός μετατρέπει τα πάντα σε εμπόρευμα, εμπορευματοποιεί τους ανθρώπους, τη φύση, την ιστορία, την ευσυνειδησία. Σύμφωνα με τον καπιταλισμό, τα πάντα πρέπει να μπορούν να αγοραστούν και να πουληθούν. Και όλα τα σκεπάζει πίσω από τα εμπορεύματα, ούτως ώστε να μην δούμε την εκμετάλλευση που επιτελεί. Έτσι, τα εμπορεύματα αγοράζονται και πωλούνται σε μια αγορά. Και προκύπτει ότι η αγορά, εκτός του ότι χρειάζεται προκειμένου να αγοράσουμε και να πουλήσουμε, χρειάζεται και για να αποκρύψουμε την εκμετάλλευση των εργαζομένων. Για παράδειγμα, στην αγορά βλέπουμε τον καφέ ήδη συσκευασμένο, σε μια σακουλίτσα ή σε ένα πολύ ωραίο δοχείο, αλλά δεν βλέπουμε τον χωρικό που υπέφερε στη συγκομιδή του καφέ και δεν βλέπουμε το αφεντικό που τον πλήρωσε ελάχιστα για την εργασία του και δεν βλέπουμε τους εργάτες στην επιχείρηση. Ή βλέπουμε ένα μηχάνημα για να ακούμε ό,τι μουσική μας αρέσει, και το βρίσκουμε πολύ καλό γιατί έχει καλό ήχο, αλλά δεν βλέπουμε την εργάτρια στις βιομηχανίες συναρμολόγησης που βασανίστηκε πολλές ώρες, προκειμένου να συνδέσει τα καλώδια και τα μέρη της συσκευής και την πλήρωσαν ένα ελεεινό ποσό κι αυτή μένει μακριά από τον τόπο εργασίας και ξοδεύει πολλά ακόμη και για τη μεταφορά της.
Ακόμα καλύτερα, στην αγορά βλέπουμε αγαθά, δεν βλέπουμε όμως την εκμετάλλευση με την οποία κατασκευάστηκαν. Επομένως, ο καπιταλισμός χρειάζεται πολλές αγορές... ή μια αγορά πολύ μεγάλη, μια αγορά παγκόσμια. Οπότε, προκύπτει ότι ο καπιταλισμός του τώρα δεν είναι ίδιος με πρώτα, όταν οι πλούσιοι χαιρόντουσαν να εκμεταλλεύονται τους εργαζομένους στα μέρη τους, αφού τώρα βρίσκεται σε μια φάση που λέγεται Νεοφιλελεύθερη Παγκοσμιοποίηση. Η παγκοσμιοποίηση αυτή σημαίνει ότι, πλέον οι εργαζόμενοι δυναστεύονται όχι μόνο στη χώρα τους ή και σε άλλες, αλλά οι καπιταλιστές τείνουν να καταδυναστεύσουν τα πάντα σε ολόκληρο τον κόσμο. Και δεδομένου ότι ο κόσμος, ή αλλιώς ο πλανήτης Γη, λέγεται και "υδρόγειος σφαίρα", για το λόγο αυτό ονομάζεται "παγκοσμιοποίηση",δηλαδή ολόκληρος ο κόσμος.
Τελικά, ο νεοφιλελευθερισμός είναι η ιδέα μέσα από την οποία ο καπιταλισμός είναι ελεύθερος να κυριαρχήσει σε όλο τον κόσμο και άλλος τρόπος δεν υπάρχει, γι' αυτό πρέπει να παραδοθεί κανείς και να είναι ικανοποιημένος και να μην βγάλει άχνα, δηλαδή να μην επαναστατήσει. Ή αλλιώς, ο νεοφιλελευθερισμός είναι η θεωρία, το σχέδιο της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Και ο νεοφιλελευθερισμός έχει τα δικά του οικονομικά, πολιτικά, στρατιωτικά και πολιτισμικά σχεδία. Και σε όλα αυτά τα σχέδια το ζήτημα είναι η κυριαρχία στα πάντα, και όποιος δεν υπακούει θα καταστέλλεται και θα περιθωριοποιείται, προκειμένου να μην προωθήσει τις επαναστατικές του αντιλήψεις και σε άλλους.
Οπότε στην νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, οι μεγάλοι καπιταλιστές που ζουν σε χώρες που είναι ισχυρές, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, θέλουν όλος ο κόσμος να γίνει μια μεγάλη επιχείρηση, όπου θα παράγονται εμπορεύματα, σαν μια μεγάλη αγορά. Μια αγορά παγκόσμια, μια αγορά για να αγοράζονται και να πουλιούνται όλα όσα κατασκευάζονται ανά τον κόσμο και να συγκαλύπτεται όλη η εκμετάλλευση σε όλο τον κόσμο. Έτσι, οι παγκοσμιοποιημένοι καπιταλιστές παρεισφρύουν παντού, σε όλες τις χώρες, προκειμένου να πραγματοποιήσουν τα μεγάλα σχέδιά τους, ή καλύτερα, τις μεγάλες τους απάτες. Και δεν σέβονται τίποτα και εγκαθίστανται σύμφωνα με τη δίκη τους βούληση. Ουσιαστικά, κατακτούν τις άλλες χώρες. Γι' αυτό η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση είναι ένας πόλεμος κατάκτησης ολόκληρου του κόσμου, ένας πόλεμος παγκόσμιος, ένας πόλεμος που ο καπιταλισμός διεξάγει, προκειμένου να εξουσιάσει σε παγκόσμιο επίπεδο. Και η κατάκτηση αυτή κάποιες φορές συντελείται με στρατεύματα που εισβάλλουν σε μια χώρα και επικρατούν με τη βία. Ενώ άλλες φορές τελείται μέσω της οικονομίας, που σημαίνει ότι, οι μεγάλοι καπιταλιστές μεταφέρουν τα κεφάλαια τους ή δανείζουν τα χρήματα τους σε μια άλλη χώρα, με την προϋπόθεση όμως ότι θα υπακούει σε όσα αυτοί λένε. Και εισάγουν ακόμα και τις απόψεις τους, δηλαδή τον καπιταλιστικό πολιτισμό που είναι ο πολιτισμός του εμπορεύματος, του κέρδους, της αγοράς. Οπότε ο κατακτητής, ο καπιταλισμός δηλαδή, κάνει ό,τι θέλει, καταστρέφει και αλλάζει ό,τι δεν του αρέσει και εξαλείφει ό,τι τον ενοχλεί. Για παράδειγμα, τον ενοχλούν όσοι δεν παράγουν, ούτε αγοράζουν, ούτε πωλούν στις μοντέρνες αγορές, ή και όσοι επαναστατούν στο πρόσταγμα αυτό. Και όσοι του είναι άχρηστοι, τους περιφρονεί και θέλει να τους αφανίσει. Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός διαγράφει ακόμα και τους νόμους που δεν του επιτρέπουν την εκμετάλλευση και τα μεγάλα κέρδη. Για παράδειγμα, επιβάλλεται ότι τα πάντα θα μπορούν να αγοράζονται και να πουλιούνται και δεδομένου ότι ο καπιταλισμός διαθέτει το χρήμα, τότε μπορεί να τα αγοράσει όλα. Έτσι, ο καπιταλισμός καταστρέφει τα κράτη που κυριεύει με την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, και στη συνέχεια θέλει να τα επαναπροσαρμόσει όλα ή να τα φτιάξει ξανά από την αρχή, αλλά με το δικό του τρόπο, δηλαδή με τρόπο τέτοιο που θα του επιφέρει οφέλη και χωρίς κανείς να τον ενοχλεί. Έτσι, η νεοφιλελεύθερη -ή αλλιώς καπιταλιστική- παγκοσμιοποίηση καταστρέφει τον πολιτισμό, τη γλώσσα, το οικονομικό και πολιτικό τους σύστημα, καταστρέφει ακόμα και τις διαδικασίες μέσα από τις οποίες σχετίζονται όσοι ζουν στα κράτη αυτά. Με άλλα λόγια, καταστρέφει όλα όσα κάνουν ένα κράτος, να είναι κράτος. Άρα, η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση επιδιώκει να καταστρέψει τους Λαούς του κόσμου και να παραμείνει μόνο ένας Λαός ή χώρα, δηλαδή η χώρα του χρήματος, του κεφαλαίου. Ο καπιταλισμός, λοιπόν, θέλει όλα να είναι όπως αυτός θέλει, δηλαδή με το δικό του τρόπο, και αυτό που είναι διαφορετικό δεν του αρέσει, το καταδιώκει και του επιτίθεται ή το περιθωριοποιεί και κάνει σαν να μην υπάρχει.
Συνοψίζοντας λοιπόν, ο καπιταλισμός της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης βασίζεται στην εκμετάλλευση, στην αρπαγή, στην περιφρόνηση και στην καταστολή όσων δεν τον αποδέχονται. Όπως και πρώτα δηλαδή, με τη διαφορά ότι τώρα είναι παγκοσμιοποιημένος, οικουμενικός. Αλλά δεν είναι τόσο εύκολα για την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, γιατί οι εκμεταλλευόμενοι κάθε χώρας δεν ικανοποιούνται και δεν λένε ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να γίνει, αντίθετα εξεγείρονται. Και αυτοί που διαμαρτύρονται και παρεμβαίνουν, αντιστέκονται και δεν επιτρέπουν την εξάλειψη τους. Και τότε βλέπουμε ότι σε όλο τον κόσμο όσοι εξαπατήθηκαν αντιστέκονται, προκειμένου να μην υποταχτούν, επαναστατούν δηλαδή, και όχι μόνο σε ένα μέρος, αλλά παντού, όπου και είναι πολυάριθμοι. Συνεπώς, όπου υπάρχει μια νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, υπάρχει και μια παγκοσμιοποίηση της επανάστασης. Και σ’ αυτήν την παγκοσμιοποίηση της επανάστασης δεν υπάρχουν μόνο οι εργάτες της υπαίθρου και των πόλεων, αλλά υπάρχουν κι άλλοι που είναι κατατρεγμένοι και περιφρονημένοι για τον ίδιο ακριβώς λόγο, επειδή δεν αφήνουν να εξουσιάζονται, όπως οι γυναίκες, οι νέοι, οι μετανάστες και πολλές ακόμα ομάδες, παρούσες σε όλο τον κόσμο, αλλά που δεν βλέπουμε αν δεν φωνάξουν "φτάνει πια στην περιφρόνηση" και εξεγείρονται, και τότε ναι, τους βλέπουμε και τους ακούμε και τους γνωρίζουμε. Και τότε, εμείς βλέπουμε ότι όλες αυτές οι ομάδες ανθρώπων παλεύουν ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό, δηλαδή κατά του σχεδίου της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, και αγωνίζονται για την ανθρωπότητα. Και μας προκαλεί, όλους εμάς που βρισκόμαστε εδώ πάνω, μεγάλη έκπληξη, βλέποντας την ανοησία των νεοφιλελευθέρων, που θέλουν να καταστρέψουν όλη την ανθρωπότητα με τους πολέμους τους και την εκμετάλλευση, όπως, επίσης, μας προκαλεί μεγάλη ευχαρίστηση που βλέπουμε ότι παντού γεννιούνται αντιστάσεις και εξεγέρσεις. Και τα βλέπουμε, πίστεψέ με, όλα αυτά σε όλο τον κόσμο και η καρδιά μας το γνωρίζει ότι δεν είναι μόνοι».
Αντί επιλόγου, τα σχόλια δικά σας… Άλλωστε τα περί «επί γης ειρήνη» και «εν ανθρώποις ευδοκία» σε λίγο θα αρχίσουν να ακούγονται. Ας ξέραμε, τουλάχιστον, γιατί τα λέμε…

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2007

Δήλωση για τις τροπολογίες της λειτουργίας των καμερών και της δημοσίευσης προσωπικών δεδομένων

Ύστερα από τα απτά δείγματα γραφής της κυβέρνησης της Ν.Δ. για το πώς αντιλαμβάνεται τη Δικαιοσύνη, αλλά και τα κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα των πολιτών, μέσω της συστηματικής και μεθοδευμένης εμπλοκής της στο ανεξάρτητο έργο της Δικαιοσύνης, στο μεγάλο σκάνδαλο των ομολόγων, για το οποίο ακόμα δεν έχουμε μάθει την αλήθεια, στο μεγάλο θέμα των απαγωγών των Πακιστανών, στην εξαιρετικής σημασίας υπόθεση των υποκλοπών, η οποία, παρότι αγγίζει την ίδια την εθνική ασφάλεια, εντούτοις εξακολουθεί να βρίσκεται στο σκοτάδι, στην έντονη κομματική χειραγώγηση της δημόσιας διοίκησης από αδιαφανή κομματικά συστήματα και στην συστηματική υποβάθμιση των ανεξάρτητων Αρχών, εξαναγκάζοντας σε παραίτηση την ίδια την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ήρθε υποκριτικά την Τετάρτη, στη Βουλή, να ολοκληρώσει τον αντισυνταγματικό σχεδιασμό της ο υπουργός Δικαιοσύνης με δύο τροπολογίες, κυριολεκτικά της νύχτας, που κατέθεσε.
Η πρώτη αναφέρεται στον τρόπο λειτουργίας των καμερών σε δημόσιους χώρους, επιτρέποντας την παρακολούθηση και καταγραφή των δημοσίων εκδηλώσεων και η δεύτερη στη δημοσίευση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, όταν συντρέχουν σοβαροί λόγοι προστασίας της δημόσιας ασφάλειας και καταστολής ποινικών παραβάσεων, επιχειρώντας και νομοθετικά πλέον η κυβέρνηση να παρακάμψει την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και να προκαταλάβει ακόμη και το Συμβούλιο της Επικρατείας, η απόφαση του οποίου για το θέμα αυτό εκκρεμεί, με αποτέλεσμα τα κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα των πολιτών, ως στοιχεία της δημοκρατίας, να κινδυνεύουν βάσιμα με ακύρωση.

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2007

“Οι παραδοξότητες ενός …φτωχού λαού”


"Μπορεί οι σταφίδες να ’ναι το καλύτερο μέρος του κέικ· όμως μια σακούλα σταφίδες δεν είναι καλύτερη από ένα κέικ. Κι αν κάποιος είναι σε θέση να μας προμηθεύσει μια σακούλα σταφίδες, αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να φτιάξει ένα κέικ, πόσο μάλλον να κάνει κάτι καλύτερο.. Ένα κέικ δεν είναι σαν να λέμε: αραιωμένες σταφίδες". Βιτγκενστάιν (Στοχασμοί)

Η Ελλάδα, έπειτα από μία δεκαετία με πολύ υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και αφού διαχειρίστηκε δισεκατομμύρια κοινοτικά ευρώ, εμφανίζεται να έχει το θλιβερό προνόμιο να είναι σήμερα η χώρα με τους περισσότερους φτωχούς κατοίκους από κάθε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όχι μόνο της "παλιάς", που απαρτιζόταν από δυτικοευρωπαϊκά επί το πλείστον και πλούσια κράτη, αλλά ακόμη και της "νέας" (με μοναδική εξαίρεση τη Λιθουανία)!!
Ιδιαίτερη θέση στην ομάδα των φτωχών Ελλήνων κατέχουν οι συνταξιούχοι. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας των εργαζομένων στα ασφαλιστικά ταμεία (ΠΟΠΟΚΠ), αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι περίπου 1.300.000 συνταξιούχοι προσπαθούν να επιβιώσουν σε μία από τις ακριβότερες χώρες της Ευρώπης με μηνιαία εισοδήματα που δεν ξεπερνούν τα 400 ευρώ, ενώ άλλοι 450.000 συνταξιούχοι έχουν αποδοχές μεταξύ 400-500 ευρώ. Όσο για το κοινωνικό κράτος, αυτό αποδεικνύεται πρόχειρο, υστερόβουλο και αναποτελεσματικό.
Ο λόγος είναι απλός: Ενώ στην Ευρώπη οι περίφημες "κοινωνικές μεταβιβάσεις" (τύπου ΕΚΑΣ) μειώνουν τον κίνδυνο της φτώχειας του πληθυσμού κατά περίπου 40%, στην Ελλάδα οι αντίστοιχες δαπάνες και τα επιδόματα μειώνουν τον ίδιο κίνδυνο κατά λιγότερο από 20% κι αυτό γιατί στις περισσότερες περιπτώσεις τα επιδόματα και οι ενισχύσεις, αντί να πηγαίνουν σε αυτούς που τα έχουν πραγματική ανάγκη, καταλήγουν σε νοικοκυριά που δεν είναι φτωχά, έχουν, όμως, αυξημένη πολιτική "Βαρύτητα".
Έτσι, σήμερα: α) περισσότεροι από τέσσερις στους δέκα Έλληνες (το 41,2%) δηλώνουν αδυναμία να αντιμετωπίσουν έκτακτες, αλλά αναγκαίες δαπάνες (π.χ. το κόστος θεραπείας μιας ασθένειας), με το ποσοστό αυτό να εκτοξεύεται στο 61.2% στην περίπτωση του φτωχού πληθυσμού, β)σχεδόν οι μισοί Έλληνες δεν έχουν καν τη δυνατότητα να πάνε για μία εβδομάδα διακοπές, γ) το 51,3% των Ελλήνων και το 75% των φτωχών νοικοκυριών της χώρας αντιμετωπίζουν δυσκολία στην κάλυψη ακόμη και των Βασικών αναγκών τους, καθώς δεν τους φτάνει το συνολικό μηνιαίο ή εβδομαδιαίο εισόδημα τους, δ) μεταξύ των φτωχών νοικοκυριών το ένα στα δέκα δυσκολεύεται να πληρώσει το ενοίκιο ή τη δόση του στεγαστικού δανείου του, το 27,3% τα βρίσκει "μπαστούνια" με τους πάγιους λογαριασμούς (φως, νερό, τηλέφωνο), ενώ περισσότεροι από 650.000 Έλληνες διαμαρτύρονται ότι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα ούτε καν για να θερμάνουν επαρκώς τα σπίτια τους!!
Αλλά και σύμφωνα με τα στοιχεία της κοινοτικής στατιστικής υπηρεσίας Eurostat, την ώρα που σε πολλές χώρες της αναπτυγμένης Ευρώπης δεν υπάρχει μισθός χαμηλότερος από 1.250 ευρώ το μήνα, στην Ελλάδα οι μικτές αποδοχές του μέσου εργαζόμενου δεν ξεπερνούν τα 950 ευρώ, ενώ περίπου ο ένας στους δύο Έλληνες που έχει την τύχη να μην ανήκει στις στρατιές των ανέργων αμείβεται με ακόμη λιγότερα. Πρόκειται κυρίως για την περίφημη "γενιά των 700 ευρώ", τις τάξεις της οποίας συνθέτουν νέοι άνθρωποι, που δουλεύουν με ελάχιστες αποδοχές, πολλές φορές ανασφάλιστοι ή με σχέσεις μερικής απασχόλησης.
Έτσι, δίδεται η εντύπωση ότι στην Ελλάδα υφίσταται τεράστια εισοδηματική ανισότητα, αφού από τα 100 ευρώ του συνολικού εισοδήματος πάνω από 40 ευρώ καταλήγουν στο 20% των πλουσιότερων Ελλήνων, ενώ στην τσέπη του 20% των φτωχότερων Ελλήνων καταλήγουν μόλις 7 ευρώ. Αν περάσουμε δε στο διαθέσιμο εισόδημα (δηλαδή στα χρήματα που μας μένουν στην τσέπη μετά την καταβολή των φόρων και των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης), θα διαπιστώσουμε ότι το 10% των πλουσιότερων Ελλήνων ελέγχει το 1/4 του διαθέσιμου εισοδήματος, ενώ το 10% των φτωχότερων νοικοκυριών μόλις το 2,5%.
Όλες δε οι σχετικές δημοσκοπήσεις, που γίνονται στη χώρα μας δείχνουν ότι η ανεργία και η ακρίβεια είναι μακράν τα δύο μεγαλύτερα προβλήματα, με αποτέλεσμα και το "ηθικό" της πλειοψηφίας των συμπατριωτών μας, αναφορικά με την πορεία της οικονομίας και της τσέπης τους να είναι καταβαραθρωμένο.
Στον αντίποδα των επισημάνσεων αυτών, υπάρχει ένα δυσεξήγητο μυστήριο, αφού άλλα λένε οι αριθμοί και οι στατιστικές και διαφορετική είναι η γενική εικόνα του πληθυσμού της χώρας.
Πώς εξηγείται το γεγονός ότι το 80% των ελλήνων ζουν σε ιδιόκτητα σπίτια που ακόμη και στις φτωχογειτονιές είναι καλύτερα από αντίστοιχες γειτονιές άλλων ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων; Με τι λεφτά και από ποιους αγοράζονται όλα αυτά τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούν στους ελληνικούς δρόμους με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να φρακάρει το σύμπαν σε μερικά χρόνια; Ποιοι ζουν στις εκτεταμένες περιοχές των μεγαλουπόλεων, όπου τα σπίτια είναι ακριβά και ποιοι γεμίζουν τα εστιατόρια, τα τσιπουράδικα, τα μπαρ, τις καφετέριες και ποιοι καταναλώνουν ανελέητα;
Σύμφωνα, μάλιστα, με τα ιδιαίτερα αποκαλυπτικά στοιχεία που δημοσιοποίησε ο δρ. Λέανδρος Δραγώνας στην «Εστία» (21/6/07):
- το ετήσιο κατά κεφαλήν εισόδημα των Ελλήνων ανέρχεται σε 23.970 δολάρια και μαζί με την παραοικονομία στα 30.000, όπερ σημαίνει ότι είμαστε ο 23ος πλουσιότερος λαός της γης επί συνόλου 212 κρατών,
- το 85% των Ελλήνων έχει ιδιόκτητο σπίτι, ενώ σε κάθε τρεις Έλληνες αντιστοιχεί ένα εξοχικό σπίτι,
- αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα κυκλοφορούν 4.548.469 αυτοκίνητα Ι.Χ. και περίπου 12.000.000 συνδέσεις κινητών τηλεφώνων!! Δηλαδή ένας στους δύο Έλληνες έχει Ι.Χ.. Στους μη έχοντες προφανώς αντιστοιχεί μία από τις 767.455 μοτοσικλέτες που, επίσης, κυκλοφορούν,
- είμαστε οι πρώτοι στην Ευρώπη σε κατανάλωση ουίσκι, καλλυντικών, ειδών ενδύσεως και σε παχύσαρκα παιδιά,
- 65.000 Έλληνες νέοι σπουδάζουν σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, δηλαδή ο μεγαλύτερος αριθμός στον κόσμο αναλογικά προς τον πληθυσμό μας,
- ένα με ενάμισι (1 - 1,5) εκατομμύριο Έλληνες μετακινούνται μόνο από την περιοχή της Αττικής κατά τις αλλεπάλληλες τριήμερες αργίες,
- Πολλοί από τους 1.000.000 αλλοδαπούς, που ήλθαν πάμπτωχοι στην Ελλάδα την περίοδο 1989-95, είναι σήμερα ιδιοκτήτες σπιτιών, αυτοκινήτων και τραπεζικών καταθέσεων, που για τους Αλβανούς μόνο ανέρχονται σε 14 δισ. ευρώ!!
Η πιο
εύκολη απάντηση είναι ότι οι έλληνες δανείζονται και βυθίζονται όλο και περισσότερο στα δάνεια. Αυτό σίγουρα ισχύει ως ένα βαθμό, αλλά δεν αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό των Ελλήνων. Συμβαίνει και σε άλλες χώρες, μολονότι στην Ελλάδα υπάρχει και σημαντικό ποσοστό ανθρώπων που δανείζονται για να ζουν πέρα από τις δυνατότητες τους. Μία δεύτερη απάντηση είναι ότι οι έλληνες φοροδιαφεύγουν και έχουν περισσότερα χρήματα από αυτά που δηλώνουν επίσημα, αλλά οι κατηγορίες που εμφανίζονται ως φτωχοί δεν έχουν ούτως ή άλλως υψηλά φορολογητέα εισοδήματα. Μία τρίτη απάντηση θα μπορούσε να είναι ότι υπάρχει εκτεταμένη μαύρη οικονομία στην Ελλάδα και αυτό είναι ένα γεγονός (30% του ΑΕΠ). Παράγεται και υπάρχει ένας πλούτος, που προέρχεται από νόμιμες και παράνομες δραστηριότητες που δεν δηλώνεται και δεν φορολογείται, αλλά δεν ξέρουμε πόσοι είναι εκείνοι που ωφελούνται άμεσα από αυτόν.
Φτωχοί αναπόφευκτα υπάρχουν και μερικοί μάλιστα σε δραματική κατάσταση, καθώς τα εισοδήματα είναι και στην Ελλάδα, όπως και παντού, άνισα κατανεμημένα. Όπως, είναι αλήθεια ότι η διεύρυνση της φτώχειας - σχετικής και απόλυτης - θα καταφέρει γερά χτυπήματα στα θεμέλια της κοινωνικής συνοχής αν η κατάσταση δεν αλλάξει, προκαλώντας αναπόφευκτες κοινωνικές συγκρούσεις (“η φτώχεια είναι ο γονέας της επανάστασης και του εγκλήματος” κατά τον Αριστοτέλη), εάν η κυβέρνηση συνεχίζει να μιλά για μέτρα καταπολέμησης της φτώχειας, μέσω της δια της «Συστάσεως Εθνικού Ταμείου Κοινωνικής Συνοχής (ΕΤΑΚΣ)» επινοήσεως εξευτελιστικών επιδομάτων, που απλά θα διαχειριστούν την εξαθλίωση, καθώς κινούνται στη λογική της «φιλανθρωπίας» και σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν αποτελεσματική αντιμετώπιση.
Σίγουρα, δεν μπορεί κανείς να είναι ικανοποιημένος και δεν θα είναι ποτέ, όσο υπάρχουν φτωχοί, άστεγοι, άνεργοι, απροστάτευτοι και παιδιά που αδυνατούν να αποκτήσουν τις βασικές γνώσεις εκπαίδευσης. Δεν μπορούμε να συμβιβαζόμαστε με ό,τι δημιουργεί και αναπαράγει την φτώχεια και κυρίως δεν μπορεί να είναι ανεκτό να υπάρχουν δίπλα μας πολίτες και κοινωνικές ομάδες που στερούνται των βασικών αναγκών για αξιοπρεπή διαβίωση.
Η φτώχεια δεν είναι απλώς κοινωνικό φαινόμενο. Ήταν, είναι και θα είναι το πολιτικό πρόβλημα που αντικατοπτρίζει αδυναμίες και ανεπάρκειες του πολιτικού, οικονομικού και διοικητικού μας συστήματος, για την διασφάλιση, σε όλους, ίσων ευκαιριών ένταξης στον παραγωγικό και κοινωνικό ιστό (“Άριστη είναι η δημοκρατία εκείνη, όπου οι πολίτες δεν είναι ούτε πάρα πολύ πλούσιοι, ούτε πάρα πολύ φτωχοί” κατά τον Θαλή).
Για την αντιμετώπιση της φτώχειας απαιτούνται στοχευμένες δράσεις, που θα χτυπάνε την κάθε μορφή φτώχειας στη ρίζα της, ασχέτως του γεγονότος ότι στη πραγματικότητα οι φτωχοί στην Ελλάδα είναι πολύ λιγότεροι από τους 2.000.000, που εμφανίζουν τα επίσημα στατιστικά στοιχεία. Όπως θα πρέπει να διερευνηθούν με περισσή προσοχή ποιες είναι εκείνες οι ομάδες των "ψευδοπτωχών", οι οποίες, επωφελούμενες από τις διάφορες κοινωνικές παροχές, δρουν σε τελική ανάλυση σε βάρος όλων, καθόσον απομυζούν πολύτιμους πόρους από τον προϋπολογισμό, αλλά και περιορίζουν τα διαθέσιμα κονδύλια ιδιαίτερα για εκείνες τις ομάδες του πληθυσμού που είναι οι πλέον αδύναμες (παιδία, ηλικιωμένοι, ανάπηροι και οι ομάδες που αντιμετωπίζουν πολλαπλό κοινωνικό αποκλεισμό) και οι οποίες πρέπει να ενταχθούν αποτελεσματικά στην οικονομία και την κοινωνία, ώστε «η φτώχεια να μην παράγει φτώχεια»...
Τελικά, σε μια χώρα, όπως η δική μας, που έχει αναγάγει την υπερβολή, τις ακρότητες και την μιζέρια σε εθνικά πρότυπα συμπεριφοράς, ο ορισμός της φτώχειας δεν βασίζεται μόνον στην ανάγκη, αλλά και σε ποικίλες σκοπιμότητες…