Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2007

Αυτονόητα και υπονοούμενα: “Κομμουνισμός, σοσιαλισμός, χριστιανική δημοκρατία”

Κλείνοντας με το παρόν πόνημα τη θεματολογία που αρχίσαμε να αναπτύσσουμε σε προηγούμενα φύλλα, σήμερα θα δούμε από κοντά τι εννοούμε με τον όρο «Κομμουνισμός», «Σοσιαλισμός» και «Χριστιανική Δημοκρατία».
Κομμουνιστικό σύστημα: Οικονομικό και κοινωνικό σύστημα που συνίσταται στην κοινωνικοποίηση (κρατικοποίηση) των μέσων παραγωγής και τον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας. Το κομμουνιστικό σύστημα επικράτησε σε πολλές χώρες ύστερα από επαναστάσεις, που εμπνέονταν από τις θεωρίες του Μαρξ. Ο κομμουνισμός παρουσιαζόταν από τους μαρξιστές σαν σύστημα που ερχόταν να αντικαταστήσει νομοτελειακά τον καπιταλισμό και σαν έργο της εργατικής τάξης. Στην πραγματικότητα όλες οι μεταρρυθμίσεις στο κομμουνιστικό σύστημα έγιναν από το κομμουνιστικό κόμμα, που στηριζόταν σε διανοουμένους που ήταν αποφασισμένοι να εφαρμόσουν τις θεωρίες του Μαρξ.
Πολιτικά ο κομμουνισμός εκφράστηκε με τη δικτατορία του προλεταριάτου, που δεν ήταν παρά δικτατορία του κομμουνιστικού κόμματος, και με δυναμική αντιπαράθεση απέναντι στον καπιταλιστικό κόσμο, που έκανε κι αυτός το ίδιο, όχι μόνο στην περίοδο του ψυχρού πολέμου, αλλά και στην περίοδο της «ειρηνικής συνύπαρξης». Η αντιπαράθεση και η πολιτική διαρχία σταμάτησε, όταν συνειδητοποιήθηκε από τα κομμουνιστικά κόμματα ότι το σύστημα τους δεν είναι βιώσιμο. Από τότε τα κομμουνιστικά κόμματα προσπαθούν να βρουν τρόπους ανασυγκρότησης και μεταρρύθμισης του συστήματος, που όχι απλώς αποκλίνουν από τον ορθόδοξο κομμουνισμό, αλλά πλησιάζουν την καπιταλιστική οργάνωση. Για τον σκοπό αυτόν συνεργάζονται άλλωστε με καπιταλιστικές χώρες ή καπιταλιστικές κυβερνήσεις (βλ. πρόσφατη συγκυβέρνηση Ν.Δ. και Κ.Κ.Ε.). Ο κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας εγκαταλείπεται και υιοθετείται ο θεσμός της ατομικής ιδιοκτησίας και της ελεύθερης αγοράς.
Ως ποιο σημείο ο κομμουνισμός εγκαταλείπει τις αρχές του και πλησιάζει την καπιταλιστική οικονομία δεν είναι φανερό, γιατί τα πρώην κομμουνιστικά καθεστώτα διανύουν ένα μεταβατικό στάδιο. Η αστική δημοκρατία δεν διαβάλλεται πια σαν ψευτοδημοκρατία, αντίθετα κατανοείται η αξία της και αντικρίζεται σαν πολιτική ελευθερία και κομματικός πλουραλισμός, πράγματα αδιανόητα για παλιότερες εποχές. Οι μαρξιστές διακηρύσσουν τώρα ότι η δημοκρατία είναι μια. Η δικτατορία του προλεταριάτου και του κομμουνιστικού κόμματος θεωρείται απόβλητη και καταδικάζεται. Γενικά, όμως, θα λέγαμε ότι ο κομμουνισμός (που δεν έχει πια νόημα να ονομάζεται κομμουνισμός και πρέπει οπωσδήποτε να αλλάξει όνομα) δεν έχει βρει ακόμα τον δρόμο του, με εξαίρεση την χώρα μας, όπου το Κ.Κ.Ε. δεν δείχνει ότι έχει χάσει κανένα δρόμο, ούτε και σκέφτεται ότι μπορεί να υπάρχει κάποιος άλλος, αφού δεν αισθάνεται ότι υφίσταται τέτοια αναγκαιότητα. Αρκετοί, άλλωστε, παλιοί κομμουνιστές, που μεγάλωσαν με την πεποίθηση ότι η κομμουνιστική ιδεολογία είναι η μια και μοναδική αλήθεια, δεν κατανοούν τις καινούριες καταστάσεις και τις νέες και οπωσδήποτε μη μαρξιστικές ιδέες. Αντιθέτως, μαρξιστές που ζουν έξω από τις κομμουνιστικές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, έβγαλαν το συμπέρασμα ότι αυτό που απέτυχε δεν είναι ο κομμουνισμός γενικά, αλλά μια ιδιαίτερη μορφή του, ο αυταρχικός και γραφειοκρατικός κομμουνισμός. Στην περίπτωση αυτή μιλάμε για κομμουνισμό που δεν εφαρμόστηκε πουθενά και ποτέ. Υπάρχει μη γραφειοκρατικός κομμουνισμός; Κομμουνιστικά κόμματα έξω από τις κομμουνιστικές χώρες δεν έχουν πειστεί για τη χρεοκοπία του κομμουνιστικού συστήματος. Δεν έχουν την προσωπική εμπειρία της χρεοκοπίας του κομμουνιστικού συστήματος, θα ήθελαν να το εφαρμόσουν από την αρχή και πιστεύουν στην ευδοκίμηση του. Ποιος όμως εμπιστεύεται πια τέτοια πειράματα; Θα λέγαμε κανείς, απόδειξη, άλλωστε, αποτελεί η χρόνο με τον χρόνο μείωση της εκλογικής δύναμης του Κ.Κ.Ε.. Θα πρέπει κανείς να διδάσκεται και από τα λάθη των άλλων, όχι μόνο από τα δικά του. Οι μαρξιστές, που δεν γνώρισαν τον κομμουνισμό στις χώρες τους, καθορίζονται απλώς από τα παλιά τους βιώματα και από ιδεολογισμούς. Το κομμουνιστικό σύστημα της κοινής ιδιοκτησίας και κοινής παραγωγής απέτυχε, γιατί, προσκρούει στους οικονομικούς νόμους και την ανθρώπινη ψυχολογία. Μπορεί οι μέλισσες και τα μυρμήγκια να γνωρίζουν τους νόμους της κοινοβιακής ζωής, όχι όμως και τα άλλα ζώα και προπάντων όχι ο άνθρωπος που χρειάζεται ιδιαίτερα κίνητρα για να εργαστεί και να αποδώσει. Τέτοιες καταστάσεις δεν ρυθμίζονται με ιδεολογίες και όταν ακόμη οι ιδεολογίες αυτές εμφανίζονται σαν επιστημονικές ανακαλύψεις, που μιλούν για ιστορικές νομοτέλειες και για πέρασμα της κοινωνίας από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό. Είναι δυστύχημα το ότι απέτυχε ο κομμουνισμός. Η αποτυχία του όμως είναι ένα πραγματικό γεγονός. Αυτό δεν σημαίνει ότι επιστρέφουμε στον καπιταλισμό. Άλλωστε ο καπιταλισμός που γνωρίζουμε σήμερα είναι ένας αναθεωρημένος καπιταλισμός, επηρεασμένος και από σοσιαλιστικές ιδέες, που τις υιοθέτησε έστω και κάτω από τον φόβο της εξάπλωσης του κομμουνισμού. Μαζί με την κατάρρευση του κομμουνισμού ανατρέπονται και πολλές μαρξιστικές θεωρίες. Δεν μπορούμε πια να μιλάμε για επιστημονικό σοσιαλισμό, για ιστορική νομοτέλεια και άλλα τέτοια. Η ιστορική νομοτέλεια, που σημαίνει και «κοινωνική εμπειρία», απέδειξε τη μη βιωσιμότητα του κομμουνισμού.
Σοσιαλισμός. Κατά λέξη «συντροφισμός». Ο σοσιαλισμός είναι ένας ταλαιπωρημένος όρος. Τον ταλαιπώρησαν κυρίως οι μαρξιστές, οι οποίοι μίλησαν για πολλά είδη σοσιαλισμού, για ουτοπικό σοσιαλισμό, επιστημονικό σοσιαλισμό, κρυφοκαπιταλιστικό σοσιαλισμό κλπ. Ουτοπικός σοσιαλισμός είναι ο σοσιαλισμός που προβάλλεται σαν ένα ιδανικό πρότυπο κοινωνικής οργάνωσης, χωρίς να εξετάζεται αν υπάρχουν οι κατάλληλοι κοινωνικοί όροι που θα έκαναν δυνατή την εφαρμογή του. Ο επιστημονικός σοσιαλισμός συνέδεσε την πραγματοποίηση του με τους αναγκαίους κοινωνικούς όρους, που είναι η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και η πάλη των τάξεων.
Σοσιαλισμό ονόμασαν, επίσης, οι μαρξιστές το στάδιο που θα προηγηθεί του τελικού και ολοκληρωμένου κομμουνισμού. Ο δημοκρατικός σοσιαλισμός χαρακτηρίστηκε από τους μαρξιστές αστικός και συνεπώς ψευτοσοσιαλισμός. Πραγματικός σοσιαλισμός είναι αυτός που επιδιώκει κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και προχωρεί σε ριζικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις.
Τα τελευταία χρόνια οι σοσιαλιστικές ιδέες περνούν κρίση. Σε πολλές περιπτώσεις ο κομμουνισμός αυτοαναθεωρείται, εγκαταλείπει τις θέσεις για κοινωνικοποίηση των παραγωγικών μέσων, κλίνει προς την παλιότερα διαβλημένη σοσιαλδημοκρατία (πολλά κομμουνιστικά κόμματα μετονομάστηκαν σε σοσιαλιστικά) ή φαίνεται να υιοθετεί την ιδέα της μεικτής οικονομίας.
Δεν θα ήταν δυνατό να μιλήσει κανείς για χρεοκοπία των σοσιαλιστικών ιδεών, οι οποίες επέδρασαν ακόμη και πάνω στον καπιταλισμό. Σοσιαλισμός σημαίνει ανάμεσα στα άλλα ενδιαφέρον για την κοινωνική δικαιοσύνη, τον ανθρωπισμό, αλληλεγγύη κλπ. Όλα αυτά παραγνωρίζονται από τον οικονομικό φιλελευθερισμό και τη λογική του ατομισμού και του ανταγωνισμού.
Στην Ελλάδα το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ξεκίνησε ως σοσιαλιστικό κόμμα, διαπνεόμενο από τις αρχές του πραγματικού σοσιαλισμού, αλλά στη πορεία του, επηρεασμένο τόσο από την φθορά της εξουσίας, όσο και από την γενικότερη κρίση των σοσιαλιστικών ιδεών, αφού δεν έχει καταστεί εφικτό να καθορισθεί διεθνώς ένα νέο πλαίσιο ιδεών, που θα έδιναν ώθηση για την αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων στο διεθνοποιημένο επίπεδο της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης, αλλά και εντός της Ε.Ε., υπέστη καθίζηση, υιοθετώντας ως κυβέρνηση πολιτικές που άπτονταν περισσότερο του φιλελευθερισμού, σε τέτοιο σημείο που όχι μόνον ο ψηφοφόρος, αλλά και ο εκάστοτε πολιτευόμενος να μην μπορεί να ξεχωρίσει ποια η διαφορά μεταξύ των αξιών που πρεσβεύουν το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και η Ν.Δ.. Πλήρη ιδεολογική σύγχυση, η οποία δείχνει περισσότερο έντονη στο ΠΑ.ΣΟ.Κ., με αποτέλεσμα ακόμη και η χάραξη της πολιτικής που θα πρέπει να ακολουθήσει τώρα ως αντιπολίτευση να φαίνεται ότι οφείλεται σε αντανακλαστικά αίτια και όχι στην ύπαρξη κάποιας ξεκάθαρης σοσιαλιστικής ιδεολογίας. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. οφείλει πρώτα στον εαυτό του και την ιστορία του και ύστερα απέναντι στους πολίτες να επαναϊδεολογικοποιηθεί, ορίζοντας τους άξονες των στρατηγικών του θέσεων για την κοινωνία του σήμερα και του αύριο και ύστερα να βάλει πλώρη για την κατάληψη της εξουσίας. Διαφορετικά θα υποστεί τις συνέπειες της Ν.Δ., η οποία ζήτησε να λάβει την λαϊκή εντολή για τον σχηματισμό κυβέρνησης, χωρίς ωστόσο στο μακρό χρονικό διάστημα που παρέμεινε ως αντιπολίτευση να έχει ασχοληθεί με την εξεύρεση κάποιας συγκεκριμένης και σαφούς ιδεολογικής ταυτότητας. Άλλωστε, η χάραξη ενός προεκλογικού προγράμματος ουδέποτε αποτέλεσε την σαφή εικόνα μιας πολιτικής ιδεολογίας, τα χαρακτηριστικά της οποίας παρουσιάσαμε σε προηγούμενο φύλλο.
Χριστιανική Δημοκρατία: Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ για τους χριστιανούς των πρώτων χρόνων δεν ήταν παρά το “Πολίτευμα του Διαβόλου” (civitas diaboli κατά τον Ευσέβειο Καισαρείας). Σήμερα, με τον όρο “Χριστιανική Δημοκρατία” εννοούμε τη δημοκρατία με κρατική θρησκεία τον Χριστιανισμό. Σε μια τέτοια δημοκρατία το εκπαιδευτικό και το νομικό σύστημα επηρεάζονται ιδιαίτερα από το χριστιανισμό, ενώ αδιανόητη θα ήταν ακόμη και η σκέψη ότι μπορεί να γίνει ο χωρισμός μεταξύ μιας δημοκρατικής Πολιτείας και της Εκκλησίας, τουναντίον μία ελεύθερη και κατά πλειοψηφία χριστιανική κοινωνία θα μεταλλασσόταν σε μία επίσημα ονομαζόμενη χριστιανική Πολιτεία, μετάλλαξη στην οποία ενυπάρχει ορατός ο κίνδυνος μιας δημοκρατικής εκτροπής σε προπολιτειακές και μεταφυσικές δεσμεύσεις της Πολιτείας, πολύ περισσότερο δε που τα σεπτά κείμενα, ακόμα και τα Ευαγγέλια δεν είναι δυνατόν να υπόκεινται σε έλλογη αμφισβήτηση, δηλαδή σε δημοκρατικό έλεγχο.
Στην Ελλάδα χαιρετίσθηκε η δημιουργία ενός χριστιανικού κόμματος (βλ. ΛΑ.Ο.Σ.), έτσι «ώστε οι αρχές του Ευαγγελίου, ευεργετικές για τον λαό, να έρχονται στο προσκήνιο». Αφορμή δόθηκε ήδη προ καιρού από τον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο, ο οποίος από τού Ιερού Άμβωνος κριτίκαρε τις πολιτικές προθέσεις ή ενέργειες της εκάστοτε κοσμικής κυβέρνησης. Αυτή τη στιγμή στον ΛΑ.Ο.Σ. επιχειρείται το συνταίριασμα της Ορθοδοξίας, των αρχών του Ευαγγελίου και του Αρχαιοελληνικού πνεύματος, τουτέστιν μια λεκτική αλχημεία, που ενώ ιδεολογικά δεν αντέχει σε κριτική, εντούτοις δικαιολογείται απλά και μόνον προς άγραν δυσαρεστημένων ψήφων.
Κλείνοντας, θα πρέπει να θυμίσουμε το ακόλουθο περιστατικό (Ματθ. κβ’, 15-21): οι Φαρισαίοι ρώτησαν κάποτε τον Ιησού: «έξεστι δούναι κήνσον Καίσαρι ή ου;» («επιτρέπεται να δώσουμε κεφαλικό φόρο στον Καίσαρα ή όχι;»), επειδή τον αντιπαθούσαν και περίμεναν ότι θα έδινε αρνητική απάντηση, ώστε να τον καταδώσουν στις ρωμαϊκές Αρχές για επαναστατικές τάσεις. Ο Ιησούς, όμως, απάντησε: «απόδοτε ουν τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ», απάντηση η οποία έλεγε ότι η συνύπαρξη Θεού και Καίσαρα ήταν εφικτή. Αλλά και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης (στ’, 15) λέγει: «Ιησούς ουν γνούς ότι μέλλουσιν έρχεσθαι καί αρπάζειν αυτόν ίνα ποιήσωσιν αυτόν βασιλέα, ανεχώρησε πάλιν εις το όρος αυτός μόνος» («ο Ιησούς μόλις αντελήφθη ότι σκοπεύουν να τον κάνουν βασιλιά με τη βία, αναχώρησε πάλι για το βουνό μόνος»)! Δεν θέλησε να έχει ανάμιξη στα πολιτικά δρώμενα, ούτε και οργάνωσε «Λαοσυνάξεις», ούτε και έκανε προσωπικές επιθέσεις σε κοινωνικοπολιτικούς άρχοντες.
Όσοι, λοιπόν, στο Όνομά Του πράττουν σήμερα τα αντίθετα μόνον ως φαιδροί και τυχοδιώκτες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν…

Δεν υπάρχουν σχόλια: