Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2008

“Παρασιτική και παραγωγική Ελλάδα”*

Γι' αυτούς που άφησαν τις παρωπίδες στον κάλαθο των αχρήστων και μπορούν με αντικειμενικότητα να διαπιστώσουν το τι συμβαίνει γύρω τους, θα αντιλήφθηκαν ότι η πολιτική της Νέας Δημοκρατίας όχι μόνον στόχευσε εξαρχής και στοχεύει στο να βοηθά την ολιγαρχία, τους λίγους, τους παράγοντες, τους μεσάζοντες, ενισχύοντας την άνθηση μιας παρασιτικής και όχι μιας παραγωγικής Ελλάδας, αλλά εξακολουθεί να νομίζει ότι μπορεί να κυβερνήσει, ελέγχοντας την τοπική κοινωνία, μέσω της διαχωρισμού των Ελλήνων σε μικρές Κοινότητες, σε «πράσινους», «κόκκινους», «γαλάζιους». Νομίζει ότι μπορεί έτσι, με αυτόν τον τρόπο, να ελέγξει τα πάντα…
Ευαγγελίστηκε τις μεταρρυθμίσεις και ως τέτοιες εννοεί την αποβιομηχάνιση, την πρόωρη συνταξιοδότηση. Είναι στρουθοκαμηλισμός. Δεν κοιτάει την πραγματικότητα. Ακόμη κι αν συνταξιοδοτηθούν πρόωρα κάποιοι άνεργοι, το ερώτημα είναι, τι γίνεται για τους επόμενους; Πού είναι η ανάπτυξη; Πού θα βρουν δουλειά οι νέοι άνθρωποι; Πώς θα οικοδομήσει ένα σίγουρο μέλλον; Και αυτοί που συνταξιοδοτούνται και τους αποσύρει κανείς από την ενεργό αγορά εργασίας, είναι πολύ πιθανό να συμπληρώσουν το εισόδημά τους μέσα από τη μαύρη εργασία. Αρκείται η κυβέρνηση στο να μετατρέπει τους ανέργους σε πρόωρους συνταξιούχους. Αυτή είναι η λογική της. Μια στρατιά ανθρώπων έξω από την παραγωγική διαδικασία. Λείπει δραματικά το σχέδιο για μια προοπτική ανάπτυξης, για μια ουσιαστική προοπτική ελπίδας για τις περιοχές σε κρίση. Απουσιάζει εντελώς μια ολοκληρωμένη στρατηγική και στα θέματα της απασχόλησης.
Μετατρέπει το ασφαλιστικό σύστημα σε μια «χωματερή ελλειμμάτων», αντί να είναι εγγύηση της ποιότητας και της ανθρωπιάς. Από τη μια μεταφέρει με την πολιτική της ελλείμματα στο ασφαλιστικό σύστημα, υπονομεύοντας την προοπτική του ασφαλιστικού συστήματος και από την άλλη βάζει τον φτωχό και μέσο πολίτη να πληρώσει για προληπτικές εξετάσεις.
Απέναντι στην γενικευμένη αποσάθρωση, ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ στις τελευταίες ομιλίες του μίλησε, μεταξύ άλλων, για την ανάγκη διαχωρισμού ανάμεσα στην «παραγωγική Ελλάδα» και την «παρασιτική Ελλάδα», σημειώνοντας, επιπροσθέτως, ότι η διάκριση αυτή, χωρίς να αποτελεί ένα νέο ταξικό διαχωρισμό, μπορεί, ωστόσο, να προσδώσει ένα ιδεολογικό στίγμα στην εποχή την οποία διανύουμε και κατέληξε λέγοντας ότι “Εμείς ως σοσιαλιστικό κόμμα θέλουμε να δούμε παραγωγικούς τους Έλληνες, θέλουμε να αυξήσουμε τη συμμετοχή στην απασχόληση…Θέλουμε την παραγωγική Ελλάδα και θέλουμε και όλους τους Έλληνες παραγωγικούς. Όχι στην άκρη, όχι στο περιθώριο”.
Υποστήριξε, μάλιστα την ανάγκη για τον συντονισμό και το σχεδιασμό του κράτους, με την συνέργια κοινωνικών εταίρων, εργαζομένων, Αυτοδιοίκησης, εργοδοτών, επιμελητηρίων, σε Ολοκληρωμένα Προγράμματα Ανασυγκρότησης των Περιοχών. Ότι οι μεταρρυθμίσεις χρειάζεται να στοχεύουν στην αύξηση της απασχόλησης, στην κοινωνική δικαιοσύνη, στη δίκαιη κατανομή του πλούτου, στην προστασία του περιβάλλοντος, στην ανταγωνιστικότητα και στην εξωστρέφεια, στη διαφάνεια, στην ποιότητα και τη λογοδοσία προς τον πολίτη, στην επένδυση στον άνθρωπο, στην παιδεία, στην καινοτομία, στην αποκέντρωση, στην εξυγίανση της αγοράς, στην πάταξη της γραφειοκρατίας, σε κανόνες διαφάνειας και αξιοκρατίας. Η ανάπτυξη τότε θα είναι διασφαλισμένη. Ότι τα λεφτά που υπάρχουν στην Ελλάδα να πιάνουν τόπο, στοχεύοντας σε μια παραγωγική Ελλάδα και όχι να καταλήγουν σε μεσάζοντες, σε ολιγαρχίες, σε παράγοντες, σε μια παρασιτική Ελλάδα. Ότι η παραγωγική δυναμικότητα, ο μόχθος του ελληνικού λαού πάει στράφι, δεν έχει προοπτική.
Σε αντίθεση με την Ν.Δημοκρατία, κάθε προοδευτική κυβέρνηση σήμερα στην Ελλάδα πρέπει να έχει ως πρώτη υποχρέωση την προσπάθεια προσέλκυσης ξένων επενδύσεων, την ενθάρρυνση της εγχώριας επιχειρηματικότητας και την δημιουργία κρατικών επιχειρήσεων σε συγκεκριμένους στρατηγικούς τομείς, ιδιαίτερα δε στην εφαρμοσμένη έρευνα.
Τα κρατικά χρήματα που θα πηγαίνουν στις δημόσιες δαπάνες για τις λαϊκές μάζες (υγεία, συντάξεις, εκπαίδευση) θα είναι πολύ περισσότερα, ακόμα και με τους σημερινούς όρους παραγωγής, όταν πολλοί φόροι δε θα πηγαίνουν, όπως σήμερα, για να θρέψουν μια παρασιτική γραφειοκρατία που δεν προσφέρει παρά αδιαφορία στους πολίτες ή για να θρέψουν μια σειρά μιζαδόρους ή μια σειρά αρπακτικούς ολιγάρχες.
Όσο για κίνητρα του τύπου «ελαστικές εργασιακές σχέσεις», που στις περισσότερες περιπτώσεις σημαίνουν πτώση αμοιβών και χειροτέρευση εργασιακών συνθηκών, αυτά δε χρειάζονται ούτε στις ανεπτυγμένες βιομηχανικές χώρες. Αυτές όφειλαν να προστατέψουν την αγορά εργασίας τους με φορολογία στα προϊόντα των χωρών που εκμεταλλεύονται την εργατική τους τάξη με όρους δουλοκτησίας και όχι ελεύθερης αγοράς για το εμπόρευμα που λέγεται εργατική δύναμη. Είναι κυρίως η Κίνα που βυθίζει σήμερα στα έγκατα τα παγκόσμια μεροκάματα και τους μισθούς. Όμως οι δυτικοί ιμπεριαλιστές, και πιο πολύ οι αμερικανοί, χρησιμοποιούν ευχαρίστως τον κινέζικο φασισμό για να συντρίψουν το παγκόσμιο μεροκάματο και να εκβιάσουν στις δικές τους χώρες τους μισθωτούς, δείχνοντας τους κινέζους εργάτες ως ανταγωνιστές τους. Απέναντι σε αυτούς τους μονοπωλιστές με τα πελώρια υπερκέρδη πρέπει οι εργαζόμενοι να οξύνουν την οικονομική διεκδικητική τους πάλη.
Ειδικά, όμως, για τη χώρα μας τέτοιου είδους κίνητρα δε χρειάζονται ούτε από την πιο ιδιοτελή καπιταλιστική άποψη, καθώς αυτή η χώρα βάλλεται εκ των έσω, από μια συγκεκριμένη κάστα αυτόκλητων κερδοσκόπων, της παρασιτικής ολιγαρχίας, η οποία δεν στηρίζει την κυριαρχία της σε κάποιο αυτόκεντρο οικονομικό και παραγωγικό δυναμισμό, αλλά στην ωμή υποστήριξη της Ν.Δημοκρατίας και αυτός ο βομβαρδισμός έχει ρίξει τα ελληνικά μεροκάματα στα έγκατα της Ευρώπης, ιδιαίτερα τα πραγματικά «μαύρα» μεροκάματα. Αρκεί να καταργήσει κάποιος τα τρομερά εμπόδια ή αλλιώς τα αντικίνητρα στις επενδύσεις και την έρευνα, και αυτές θα είναι άφθονες ακόμα και όταν οι πραγματικοί μισθοί ανεβούν πολύ περισσότερο από όσο σήμερα.
Παράλληλα, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα ο ελληνικός δημόσιος τομέας, η πιο μεγάλη νεοελληνική, ιδιαίτερα μεταπολιτευτική, πληγή. Το κλασικό χαρακτηριστικό του ήταν πάντα ότι λειτούργησε ως χώρος για την ενδιαίτηση ενός μεγάλου τμήματος των ψηφοφορικών στρατών της αστικής τάξης, ενώ θα μπορούσε να παίξει θετικό ρόλο στη διαδικασία της διοίκησης, της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της παροχής ουσιαστικών υπηρεσιών στους πολίτες.
Τελικά, δεν μπορεί να είναι όλα μαύρα και άραχνα. Υπάρχει λύση και αξίζει να το παλέψουμε και να την διεκδικήσουμε, για μας, αλλά και για τα παιδιά μας, κόντρα σ’αυτούς που καλλιεργούν μονίμως ένα κλίμα απαισιοδοξίας, προκειμένου να μένουμε καθηλωμένοι και χωρίς ελπίδα…


*βλ. την συνέντευξη στις 4/8/2008 του Η.Ζαφειρόπουλου στον Θ.Λαζαρίδη (http://www.oakke.gr/na427/sinentefxi_427.htm.) και την ομιλία του Γιώργου Παπανδρέου στην Κοινότητα Στάνου Αιτωλοακαρνανίας στις 20/3/2006 (http://www.pasok.gr/portal/gr/23/31966/3/7/1/showdoc.html.).

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2008

“Νεολαία και πολιτική έκφραση”


Η ιδέα είναι μια εικόνα που ζωγραφίζεται μέσα στο μυαλό μου” (Βολταίρος)

Ερχόμενος κανείς από την καθημερινότητα μιας από τις χώρες της προηγμένης Δυτικής Ευρώπης στην Ελλάδα, το πρώτο πράγμα που θα διαπιστώσει είναι ότι δεν υπάρχει δημόσιος ή ιδιωτικός χώρος, που να μην είναι γραμμένος με γκράφιτι, δηλαδή αυτές τις αλλόκοτες, καμιά φορά, καλλιτεχνικές απεικονίσεις ή τα πολιτικά συνθήματα, μέσα από τα οποία βρίσκει διέξοδο το ανήσυχο πνεύμα της νεολαίας μας, η οποία, σε πείσμα των καιρών και της γενικής απαξίας των πάντων, εξακολουθεί να ονειρεύεται, αλλά και να εκφράζεται με έναν τρόπο, που εκ πρώτης όψεως ασχημονεί και κινείται στο χώρο του ποινικού δικαίου.

Δεν θα σταθώ στο εάν αυτός είναι ο ενδεικνυόμενος τρόπος ή όχι, άλλωστε την πρόθεση θέλω να αξιολογήσω και όχι το μέσον, αλλά στο ότι η ελληνική νεολαία εξακολουθεί να είναι μια ζώσα νεολαία, η οποία ανά τους καιρούς προσπαθεί να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκφράσει τις σκέψεις και τις ανησυχίες της, ακόμη και την οργή ή την απογοήτευσή της, με τον πιο προκλητικό τρόπο, απλά και μόνον για να προκαλέσει την προσοχή μας.
Στην σημερινή εποχή της “τηλεοπτικής δημοκρατίας” - της εικονικής πραγματικότητας θα έλεγα εγώ - και της συστηματικής προσπάθειας για τον εκφυλισμό του πνεύματος με άθλιες τηλεοπτικές εκπομπές, που δεν αποσκοπούν στην αφύπνιση, αλλά στην ύπνωσή του, τα συνθήματα στους τοίχους φαντάζουν ως μια σιωπηλή διαμαρτυρία, όχι από περιθωριακούς τύπους, αλλά από μια υπαρκτή νεολαία, που φωνάζει ενάντια στα “αφεντικά” και στην συστηματική εκμετάλλευση των εργαζομένων, στον πατριδοκάπηλο εθνικισμό, στην περιχαράκωση των φτωχών σε έθνη και φυλές, όταν δεν έχουν στη πραγματικότητα να μοιράσουν τίποτα, πέρα από τη μιζέρια τους, στον βιασμό της φύσης, αλλά και στο απάνθρωπο και κυνικό πρόσωπο του καπιταλισμού.
Την επομένη φορά που θα περιδιαβείτε τους δρόμους των πόλεών μας προσέξτε τα με πιο διερευνητική ματιά, για να νοιώσετε τον σφυγμό των αποτυπωμένων στους τοίχους φωνών, που αν κάποτε καταστούν φωνές στα χείλη μας, θα αποτελέσουν την απαρχή ενός νέου δυναμικού κοινωνικού κινήματος, αλλά και για να ξαναθυμηθούμε οι παλαιότεροι συνθήματα και αρχές, που ξεχάσαμε, αποκαμωμένοι από την κούραση της καθημερινότητας και αποπροσανατολισμένοι από την “ευδαιμονία” των καταναλωτικών αγαθών μας.
Όταν θα φτάσουμε στο σημείο να μην καταλαβαίνουμε το νόημα, αλλά και την σκοπιμότητα των γκράφιτι, τότε θα πρέπει να ανησυχούμε όχι για το μέλλον της χώρας μας, αλλά για τη δική μας ποιότητα ως αφυπνισμένων πολιτών!!
Συμμεριζόμενος, τέλος, εκείνους που αισθάνονται απογοητευμένοι από την ποιότητα της δημοκρατίας μας, αλλά και των μεγάλων κομμάτων της χώρας μας, θα ήθελα να τους επισημάνω ότι η σοσιαλιστική άποψη για την πολιτική είναι ότι δεν πορεύεται απερίσπαστη, ανεξαρτήτως συγκυριών, προς κάποιον τελικό προορισμό, όπου και το τέλος της ιστορίας, αλλά μέσα από συχνές στάσεις στην ιστορία, στοχεύει σε μια ατέρμονη πορεία της κοινωνίας προς τον “ήλιο”, δηλαδή προς την δημιουργία κοινωνιών, όπου ο άνθρωπος θα ζει αρμονικά με τον συνάνθρωπό του, αλλά και το περιβάλλον του, σε συνθήκες αμοιβαίου αλληλοσεβασμού και όχι αλληλοεξόντωσης… Μέχρι τότε οι ονειροπόλοι ας αρκεστούμε στα όνειρά μας και στις ιδέες μας και οι λοιποί …στο μεταρρυθμιστικό έργο της κυβέρνησης Καραμανλή!!
Υ.Γ. το παρόν άρθρο είναι αφιερωμένο στον συνάδελφό μου Απόστολο Λιβανό, που ευτύχησε να ζήσει πολλά χρόνια, παραμένοντας, ωστόσο, νέος στο πνεύμα και έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, παροτρύνοντάς με από τα πρώτα χρόνια της δικηγορίας μου να γράφω… Καλό σου ταξίδι Απόστολε…