Σάββατο 26 Ιουνίου 2010

“Οικονομία υπηρεσιών▪ το μέλλον της Ελλάδας;”*

Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και εν μέσω της επιταχυνόμενης παγκοσμιοποίησης, η βασική ιδέα περί ανάπτυξης, νεοφιλελεύθερης έμπνευσης, ήταν η ιδέα του προσανατολισμού των οικονομιών σε κλάδους με διεθνή ανταγωνιστικότητα, η απελευθέρωση των αγορών χρήματος και οι μαζικές ιδιωτικοποιήσεις που θα επέτρεπαν την αξιοποίηση των διεθνών πλεονεκτημάτων. 
Η ελληνική οικονομία είχε ήδη δύο κλάδους με διεθνή παρουσία, τη ναυτιλία και τον τουρισμό. Υπό διαμόρφωση όμως ήταν και άλλοι κλάδοι: οι τράπεζες, οι κατασκευές, οι τηλεπικοινωνίες, εν μέρει το εμπόριο. Αυτοί θα μπορούσαν να διεκδικήσουν την παρουσία τους σε νέους οικονομικούς και γεωγραφικούς χώρους που δημιουργούσε η «κατάρρευση του κομμουνισμού» (Βαλκάνια και Ανατολική Ευρώπη). Και αυτό έγινε. Οι τομείς αυτοί ιδιωτικοποιήθηκαν μέσα σε λίγα χρόνια, ενισχύθηκαν με μεγάλα έργα και ολυμπιακούς αγώνες, ενώ οι χρηματιστηριακοί θεσμοί, προσωρινά τουλάχιστον, υποσχέθηκαν την απρόσκοπτη ανάπτυξη των νέων κλάδων. 
Αυτή η νέα οικονομία που εδράζεται στη διεθνή ανταγωνιστικότητα προϋποθέτει τη νομισματική σταθερότητα, καθώς δημιουργεί και στηρίζεται στη ροή συναλλαγματικών ή άλλων πόρων. Η πολιτική της «σκληρής δραχμής» και η ένταξη στο ευρώ, αποτελούσαν και αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της λειτουργίας αυτής της οικονομίας, χωρίς ωστόσο να σταθμιστούν οι επιπτώσεις της νομισματικής ένωσης, τις οποίες, πέραν των όσων διαπιστώνουμε σήμερα με τον πλέον ωμό τρόπο όλοι εμείς, απεκάλυψε πρόσφατα ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Χέρμαν βαν Ρομπέι, ο οποίος δίνοντας το στίγμα για τον χαρακτήρα της νέας Ευρώπης, κατέληξε λέγοντας ότι «Κανείς δεν εξήγησε ακριβώς στους απλούς ανθρώπους πως νομισματική ένωση δε σημαίνει μόνο να ταξιδεύουν και να ψωνίζουν πιο εύκολα, αλλά ότι αυτή θα έχει επιπτώσεις στις συντάξεις τους, στις θέσεις εργασίας, στην καθημερινότητά τους»!! 
Από την άλλη, η στρατηγική αυτή δεν ευνοούσε τους παραγωγικούς τομείς, τη βιομηχανία και τη γεωργία. Αν όχι στο σύνολό τους, τουλάχιστον σε μεγάλο τμήμα τους. Διότι και εκεί η διεθνής ανταγωνιστικότητά μας ήταν δυνατή μόνο σε επιμέρους υποτομείς, αυτούς που συνέχισαν ή κατάφεραν να έχουν εξαγωγικές επιδόσεις. Το υπόλοιπο τμήμα άρχισε να δοκιμάζεται από το σκληρό νόμισμα που ευνοεί τις φθηνότερες εισαγωγές και κάνει δύσκολες τις εξαγωγές. Η γεωργία μετά το 2000 άρχισε να έχει απόλυτη μείωση της παραγωγής της και η βιομηχανία μεταστράφηκε ραγδαία στο παραδοσιακό της πρότυπο με έμφαση στην ελαφριά βιομηχανία. 
Το 2003 το Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων και το Συμβούλιο Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος διαπίστωναν ότι η ελληνική οικονομία, παρότι εμφανιζόταν ως μία από τις πλέον ταχύρρυθμα αναπτυσσόμενες, είχε ταυτόχρονα την παραγωγική της βάση σε τάση συρρίκνωσης, έτσι ώστε αρμόδιοι παράγοντες, όπως ο τότε διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Ν.Γκαργκάνας, υποστήριζαν από τότε ότι η οικονομία της χώρας μας μετατρεπόταν ραγδαία σε μια οικονομία υπηρεσιών και οι τομείς της υλικής παραγωγής περιθωριοποιούνταν με πρώτη τη βιομηχανία, της οποίας η συμμετοχή στο ΑΕΠ περιοριζόταν στο 15%, ενώ η γεωργία κινούνταν ακόμη χαμηλότερα, μόλις στο 4% (περίπου όσο και ο κλάδος εμπορίας κινητών τηλεφώνων) και το 80% είναι υπηρεσίες και προέτρεπαν από τότε «να γίνουμε λοιπόν μια οικονομία υπηρεσιών αλλά υπό τον όρο ότι οι υπόλοιπες δραστηριότητες δεν θα φυτοζωούν και δεν θα μαραζώνουν. Γιατί στο κάτω - κάτω κάτι πρέπει να παράγει η χώρα για να διατρέφει τους κατοίκους της. Αλλά, πέραν αυτού, για να επιζήσουμε ως οικονομία υπηρεσιών πρέπει να προσφέρουμε στο εσωτερικό αλλά και στη διεθνή αγορά ανταγωνιστικές υπηρεσίες. Και δεν είμαστε ανταγωνιστικοί π.χ. στον τουρισμό ή στα εμπορικά δίκτυα και στις μεταφορές…Είναι όντως αβέβαιο λοιπόν το μέλλον!». 
Το ισοζύγιο πληρωμών δείχνει αποκαλυπτικά τη δομή της νέας ελληνικής οικονομίας, που καμία σχέση δεν έχει πλέον με την οικονομία του 1980. Πρόκειται για μια εξαιρετικά «ανοικτή οικονομία», με τις εισαγωγές να είναι σχεδόν στο 40% του ΑΕΠ. Οι εξαγωγές αγαθών (βιομηχανικών και αγροτικών) καλύπτουν μόλις το 10%, και μετά είναι ο τουρισμός και η ναυτιλία που συνεισφέρουν άλλο 10% ο κάθε τομέας. Μένει ακόμα ένα κενό που καλύπτεται από άλλες εισροές και φυσικά από δάνεια. Αυτή η εικόνα των εξωτερικών σχέσεων υποδήλωνε ότι η οικονομία ήταν απόλυτα εξαρτώμενη από συναλλαγματικές εισροές κάθε μορφής και είδους. 
Οι ιδιαιτερότητες της σημερινής ελληνικής οικονομίας καθιστούν κάθε συζήτηση περί «εξόδου από το ευρώ» και επιστροφής στη δραχμή, συζήτηση χωρίς ιδιαίτερο νόημα, καθώς συνεπάγεται αυτόματα μια απότομη μείωση του ΑΕΠ της τάξης του 30-40%, ενώ ταυτόχρονα καθιστά άνευ νοήματος τη συζήτηση περί υποθετικής «έλλειψης ανταγωνιστικότητας» της ελληνικής οικονομίας, καθώς οι εξαγωγές αγαθών είναι μικρό μέρος του ΑΕΠ. 
Η ελληνική οικονομία είναι πλέον μια οικονομία υπηρεσιών, η οποία, εν μέσω της οικονομικής κρίσης, δοκιμάζεται ως μοντέλο ανάπτυξης, το οποίο, όμως, ύστερα από μια χαμένη 7ετία και πλέον αδράνειας ως προς την θωράκισή και προστασία του, είναι πλέον ήδη παγιδευμένο με ένα τρόπο που καθιστά κάθε διέξοδο εξαιρετικά δύσκολη. Η αναβίωση των παραγωγικών τομέων βρίσκεται αντιμέτωπη με το γεγονός ότι οι αλλαγές στην οικονομία συμπαρέσυραν το σύνολο των αναπτυξιακών θεσμών που ήταν συνδεδεμένοι με τους τομείς αυτούς (συνεταιρισμοί, τράπεζες, κρατικοί φορείς κ.ο.κ.). 
Κάθε αλλαγή πορείας έχει συνεπώς άμεση ανάγκη από βιώσιμες μεσοπρόθεσμες στρατηγικές, διότι σε διαφορετική περίπτωση η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, που τώρα εστιάζεται στην υπόδειξη από την τρόικα της χάραξης των μέτρων της οικονομικής πολιτικής, αύριο – που δεν βρίσκεται μακριά -  θα σημάνει την απώλεια των εναπομεινάντων καίριων τομέων της ίδιας μας της οικονομίας, με αποτέλεσμα ακόμη και ο τουρισμός θα περάσει στα χέρια ξένων κεφαλαίων και ο έλληνας θα περιοριστεί στο ρόλο του απλού μισθωτού σερβιτόρου, σε ένα ιδιότυπο καθεστώς σύγχρονης αποικιοκρατίας, γι’ αυτό ας προσεχθούν ιδιαίτερα οι όροι που θέτουν οι νέοι όψιμοι επενδυτές στην παρούσα δυσμενή συγκυρία και το πραγματικό προσδοκώμενο όφελος για την εθνική μας οικονομία, όπως λ.χ. στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά, στο λιμένα του Αστακού, COSCO, κ.λ.π. !! 
Και επειδή τέτοιο ενδεχόμενο φαντάζει εξωφρενικά πραγματικό, η μόνη παρηγοριά είναι ότι το ταπεραμέντο του έλληνα δεν πρόκειται να το αποδεχθεί και θα σημάνει γενική εξέγερση. Γι’ αυτούς, λοιπόν, που απεργάζονται ή αποδέχονται απαθείς τέτοιες λύσεις καλό θα είναι να το έχουν υπόψιν τους…  

____________
*βλ. τα αναλυτικότατα άρθρα: 
α) του Γιώργου Σταθάκη "Ένα σχεδιάγραμμα της ελληνικής οικονομικής κρίσης", που δημοσιεύθηκε στις 25/5/2010 στην ιστοσελίδα "Πυξίδα της πόλης"
(http://www.pyxida.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=3307:2010-05-25-22-14-41&catid=90:2010-01-18-16-30-15&Itemid=335) και 
β) Νίκου Νικολάου "Ας γίνουμε οικονομία υπηρεσιών", που δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 20/10/2002 της εφημερίδας "ΒΗΜΑ"

Σάββατο 8 Μαΐου 2010

«Να πληρώσουν αυτοί που έφταιξαν▪ δηλαδή;»

Τελικά ποιος φταίει για το χάλι μας το μαύρο; Οι πολιτικοί, θα πουν κάποιοι, που δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων και κατασπατάλησαν τον δημόσιο πλούτο, προς όφελος δικό τους και των “κολλητών” τους; Οι κερδοσκόποι και γενικώς οι ξένοι, η Ευρωπαϊκή Ένωση, το Δ.Ν.Τ., οι Εβραιομασόνοι,  η λέσχη Μπιλντεμπέργκ, θα πουν κάποιοι άλλοι, που μονίμως απεργάζονται, σε συνεργασία με κάποιους δοσίλογους Έλληνες, την εκμετάλλευση της πατρίδας μας και την ταπείνωση των Ελλήνων, επειδή στη πραγματικότητα μας μισούν και μας ζηλεύουν για την πλούσια κληρονομιά μας και το αδούλωτο φρόνημά μας; 
Ποιος είναι πατριώτης και ποιος προδότης και μέχρι ποιου σημείου φτάνει ο πατριωτισμός και μέχρι που η προδοσία; Μπορεί και πώς γίνεται ο προδότης να περνάει για πατριώτης και αντίστροφα ο πατριώτης να αντιμετωπίζεται σαν προδότης; 
Αυτά και πολλά άλλα συναφή ερωτήματα περιπλέκονται το τελευταίο διάστημα και οι πιθανές απαντήσεις περισσότερες από μία, χωρίς, ωστόσο, καμία να κρίνεται απολύτως πειστική, εάν δεν βρεθεί ποια η σχέση της με την απάντηση σε  ένα άλλο διαχρονικό ερώτημα· εμείς, οι διαχρονικά πολύπαθοι πολίτες αυτής της χώρας τι κάναμε ή τι κάνουμε, για να αποτρέψουμε την όποια διαμορφούμενη δυσμενή κατάσταση για μας και για τη χώρα μας;  
Εμείς δεν είμαστε αυτοί που αναδείξαμε τους πολιτικούς που σήμερα χαρακτηρίζουμε ανάξιους; Που το κάναμε κανόνα να αποκρύπτουμε σκόπιμα τα εισοδήματά μας, προκειμένου να πληρώσουμε λιγότερους ή καθόλου φόρους και το δηλούμενο εισόδημά μας να μην ξεπερνά τα *12.000* ευρώ; Που πληρώνουμε ελάχιστες ασφαλιστικές εισφορές, απλά και μόνο για να έχουμε ιατροφαρμακευτική κάλυψη και στο τέλος διαμαρτυρόμαστε για τις συντάξεις πείνας, που θα μας δώσει το ασφαλιστικό μας Ταμείο; Που δεν αξιώνουμε να μας επικολλούν τα ένσημα ή δεν επικολλούμε τα ένσημα για την παρεχόμενη από άλλους προς εμάς εργασία; Που δεν υποβάλλουμε δήλωση ΦΠΑ; Που εκμεταλλευόμενοι το σύστημα, εξασφαλίσαμε μια σύνταξη αναπηρίας, ενώ στη πραγματικότητα δεν δικαιούμασταν; Που αποσιωπούμε ότι εισπράττουμε διπλές συντάξεις, εφόσον κανείς δεν μας ανακάλυψε; Που, ως δημόσιοι υπάλληλοι, εκμεταλλευόμενοι τη θέση μας και την ανάγκη του πολίτη, βρίσκουμε την ευκαιρία να αυξήσουμε το εισόδημά μας με εκβιαστικά δωράκια; Που, αφού “τρουπώσαμε” σε κάποια δημόσια θέση, χάριν “καίριων” γνωριμιών, ακολούθως θεωρήσαμε ότι μπορούμε να απολαμβάνουμε τα αγαθά της θέσης, χωρίς το άγχος για το αύριο και την ανάγκη να αποδείξουμε εάν έχουμε πράγματι την δυνατότητα, αλλά και την πρόθεση να παράξουμε έργο, αφού δεν υπάρχει αυτός που θα μας ελέγχει, αλλά ακόμη κι αν τολμούσε κάποιος να το κάνει, βέβαιο είναι ότι θα άκουγε το γνωστό μότο “ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε; Μη σε στείλω στα σύνορα”; 
Υπό την πίεση της ανάγκης, ας είμαστε ειλικρινείς τουλάχιστον μεταξύ μας. Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι γίναμε μια κοινωνία με προσωπικούς σχεδιασμούς και άρνηση της συνευθύνης και της συλλογικότητας. Μια κοινωνία μη πολιτών, δίγλωσση, που πελαγοδρομεί ανάμεσα στις καθιερωμένες ηθικές αξίες και τις ήδη εγκαθιδρυμένες συμπεριφορές. Που αφήνει άλλους να μιλούν γι’ αυτήν, αποφεύγοντας η ίδια να εκφράζει το λόγο της και όταν το κάνει, ακούγεται σαν τραύλισμα και η πράξη της τρομαγμένη και αβέβαιη. Που αδυνατεί να συλλάβει την ενότητα του κόσμου και το ρόλο της Χώρας μας στο παγκόσμιο κοινωνικό γίγνεσθαι και αυτοπαραμυθιάζεται με κατασκευές του συστήματος (στερεότυπα, απαγορεύσεις, κ.τ.λ.) και προφητείες, που διακινούν τηλεπαγγελματίες λαοπλάνοι, που του υπόσχονται ένδοξο μέλλον και αφόρητο παρόν. 
Ακόμη κι όταν στο παρελθόν δείξαμε ότι επιζητούσαμε την αλλαγή στη χώρα μας, αυτή η στάση και η συμπεριφορά μας ήταν ασυνεχής, περιστασιακή και περιπτωσιακή, πήρε για ένα διάστημα το χαρακτήρα του αυθόρμητου και του περαστικού, γι’ αυτό και η “αλλαγή” έγινε και έμεινε σύνθημα και η ανάγκη για αλλαγή διαχρονική επιταγή. 
Τελικά, η σημερινή κατάσταση υπήρξε το αποτέλεσμα πολλών συνδυασμένων παραγόντων, ατομικών και συλλογικών, πολιτικών και κοινωνικών. Να, λοιπόν, γιατί τα αιτήματα για Ψωμί, Παιδεία και Ελευθερία, ενισχυμένα με τη νέα, τη σημερινή δυναμική τους, βγήκαν και πάλι στο προσκήνιο. Αν δεν αλλάξουμε άμεσα νοοτροπία, αν δεν συνειδητοποιήσουμε ότι το κράτος είμαστε εμείς οι ίδιοι και ότι η διάκριση μεταξύ μας σε “έξυπνους - καταφερτζήδες” και “αφελείς” δεν ωφελεί κανέναν, αν δεν σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε την πολιτική με αφορισμούς, ή με όρους παζαριού, ότι οφείλουμε να συμμετέχουμε μαζικά και δραστήρια στα κοινά με πνεύμα δικαιοσύνης και προσφοράς, ότι οφείλουμε να συμπράξουμε, πολιτεία και πολίτες, για να βγει η χώρα μας από την οικονομική δίνη, ε, τότε σίγουρα αυτός ο τόπος θα έχει καλύτερο μέλλον, όχι γιατί θα το έχει πει κάποια προφητεία, αλλά γιατί εμείς θα έχουμε φροντίσει γι’ αυτό…
  

«Να πληρώσουν αυτοί που έφταιξαν▪ δηλαδή;»

Τελικά ποιος φταίει για το χάλι μας το μαύρο; Οι πολιτικοί, θα πουν κάποιοι, που δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων και κατασπατάλησαν τον δημόσιο πλούτο, προς όφελος δικό τους και των “κολλητών” τους; Οι κερδοσκόποι και γενικώς οι ξένοι, η Ευρωπαϊκή Ένωση, το Δ.Ν.Τ., οι Εβραιομασόνοι,  η λέσχη Μπιλντεμπέργκ, θα πουν κάποιοι άλλοι, που μονίμως απεργάζονται, σε συνεργασία με κάποιους δοσίλογους Έλληνες, την εκμετάλλευση της πατρίδας μας και την ταπείνωση των Ελλήνων, επειδή στη πραγματικότητα μας μισούν και μας ζηλεύουν για την πλούσια κληρονομιά μας και το αδούλωτο φρόνημά μας; 
Ποιος είναι πατριώτης και ποιος προδότης και μέχρι ποιου σημείου φτάνει ο πατριωτισμός και μέχρι που η προδοσία; Μπορεί και πώς γίνεται ο προδότης να περνάει για πατριώτης και αντίστροφα ο πατριώτης να αντιμετωπίζεται σαν προδότης; 
Αυτά και πολλά άλλα συναφή ερωτήματα περιπλέκονται το τελευταίο διάστημα και οι πιθανές απαντήσεις περισσότερες από μία, χωρίς, ωστόσο, καμία να κρίνεται απολύτως πειστική, εάν δεν βρεθεί ποια η σχέση της με την απάντηση σε  ένα άλλο διαχρονικό ερώτημα· εμείς, οι διαχρονικά πολύπαθοι πολίτες αυτής της χώρας τι κάναμε ή τι κάνουμε, για να αποτρέψουμε την όποια διαμορφούμενη δυσμενή κατάσταση για μας και για τη χώρα μας;  
Εμείς δεν είμαστε αυτοί που αναδείξαμε τους πολιτικούς που σήμερα χαρακτηρίζουμε ανάξιους; Που το κάναμε κανόνα να αποκρύπτουμε σκόπιμα τα εισοδήματά μας, προκειμένου να πληρώσουμε λιγότερους ή καθόλου φόρους και το δηλούμενο εισόδημά μας να μην ξεπερνά τα *12.000* ευρώ; Που πληρώνουμε ελάχιστες ασφαλιστικές εισφορές, απλά και μόνο για να έχουμε ιατροφαρμακευτική κάλυψη και στο τέλος διαμαρτυρόμαστε για τις συντάξεις πείνας, που θα μας δώσει το ασφαλιστικό μας Ταμείο; Που δεν αξιώνουμε να μας επικολλούν τα ένσημα ή δεν επικολλούμε τα ένσημα για την παρεχόμενη από άλλους προς εμάς εργασία; Που δεν υποβάλλουμε δήλωση ΦΠΑ; Που εκμεταλλευόμενοι το σύστημα, εξασφαλίσαμε μια σύνταξη αναπηρίας, ενώ στη πραγματικότητα δεν δικαιούμασταν; Που αποσιωπούμε ότι εισπράττουμε διπλές συντάξεις, εφόσον κανείς δεν μας ανακάλυψε; Που, ως δημόσιοι υπάλληλοι, εκμεταλλευόμενοι τη θέση μας και την ανάγκη του πολίτη, βρίσκουμε την ευκαιρία να αυξήσουμε το εισόδημά μας με εκβιαστικά δωράκια; Που, αφού “τρουπώσαμε” σε κάποια δημόσια θέση, χάριν “καίριων” γνωριμιών, ακολούθως θεωρήσαμε ότι μπορούμε να απολαμβάνουμε τα αγαθά της θέσης, χωρίς το άγχος για το αύριο και την ανάγκη να αποδείξουμε εάν έχουμε πράγματι την δυνατότητα, αλλά και την πρόθεση να παράξουμε έργο, αφού δεν υπάρχει αυτός που θα μας ελέγχει, αλλά ακόμη κι αν τολμούσε κάποιος να το κάνει, βέβαιο είναι ότι θα άκουγε το γνωστό μότο “ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε; Μη σε στείλω στα σύνορα”; 
Υπό την πίεση της ανάγκης, ας είμαστε ειλικρινείς τουλάχιστον μεταξύ μας. Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι γίναμε μια κοινωνία με προσωπικούς σχεδιασμούς και άρνηση της συνευθύνης και της συλλογικότητας. Μια κοινωνία μη πολιτών, δίγλωσση, που πελαγοδρομεί ανάμεσα στις καθιερωμένες ηθικές αξίες και τις ήδη εγκαθιδρυμένες συμπεριφορές. Που αφήνει άλλους να μιλούν γι’ αυτήν, αποφεύγοντας η ίδια να εκφράζει το λόγο της και όταν το κάνει, ακούγεται σαν τραύλισμα και η πράξη της τρομαγμένη και αβέβαιη. Που αδυνατεί να συλλάβει την ενότητα του κόσμου και το ρόλο της Χώρας μας στο παγκόσμιο κοινωνικό γίγνεσθαι και αυτοπαραμυθιάζεται με κατασκευές του συστήματος (στερεότυπα, απαγορεύσεις, κ.τ.λ.) και προφητείες, που διακινούν τηλεπαγγελματίες λαοπλάνοι, που του υπόσχονται ένδοξο μέλλον και αφόρητο παρόν. 
Ακόμη κι όταν στο παρελθόν δείξαμε ότι επιζητούσαμε την αλλαγή στη χώρα μας, αυτή η στάση και η συμπεριφορά μας ήταν ασυνεχής, περιστασιακή και περιπτωσιακή, πήρε για ένα διάστημα το χαρακτήρα του αυθόρμητου και του περαστικού, γι’ αυτό και η “αλλαγή” έγινε και έμεινε σύνθημα και η ανάγκη για αλλαγή διαχρονική επιταγή. 
Τελικά, η σημερινή κατάσταση υπήρξε το αποτέλεσμα πολλών συνδυασμένων παραγόντων, ατομικών και συλλογικών, πολιτικών και κοινωνιλών. Να, λοιπόν, γιατί τα αιτήματα για Ψωμί, Παιδεία και Ελευθερία, ενισχυμένα με τη νέα, τη σημερινή δυναμική τους, βγήκαν και πάλι στο προσκήνιο. Αν δεν αλλάξουμε άμεσα νοοτροπία, αν δεν συνειδητοποιήσουμε ότι το κράτος είμαστε εμείς οι ίδιοι και ότι η διάκριση μεταξύ μας σε “έξυπνους - καταφερτζήδες” και “αφελείς” δεν ωφελεί κανέναν, αν δεν σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε την πολιτική με αφορισμούς, ή με όρους παζαριού, ότι οφείλουμε να συμμετέχουμε μαζικά και δραστήρια στα κοινά με πνεύμα δικαιοσύνης και προσφοράς, ότι οφείλουμε να συμπράξουμε, πολιτεία και πολίτες, για να βγει η χώρα μας από την οικονομική δίνη, ε, τότε σίγουρα αυτός ο τόπος θα έχει καλύτερο μέλλον, όχι γιατί θα το έχει πει κάποια προφητεία, αλλά γιατί εμείς θα έχουμε φροντίσει γι’ αυτό…
  

«Να πληρώσουν αυτοί που έφταιξαν▪ δηλαδή;»

Σάββατο 27 Μαρτίου 2010

“Πώς το «αναγκαίο» και το «αναγκαστικό» συνεργούν στην χάραξη της οικονομικής πολιτικής;”

Επειδή πολύς λόγος γίνεται το τελευταίο διάστημα για τα οικονομικά μέτρα της Κυβέρνησης και εάν αυτά συνάδουν με την πολιτική της φιλοσοφία, εις τρόπον ώστε αρκετοί μεν εντός του ΠΑΣΟΚ να έρχονται σε λεκτικές προστριβές, εξ αριστερών δε να ξιφουλκήσουν εναντίον της με λαϊκίστικους όρους του στυλ ότι η Κυβέρνηση κινείται τάχα βάσει σχεδίου για την υφαρπαγή των εισοδημάτων των πολιτών και άλλα τοιαύτα χαριτωμένα, ενώ εκ δεξιών, ελλείψει επιχειρηματολογίας, επιχειρείται η υιοθέτηση της συνθηματολογίας περί καθυστερήσεως λήψεως των αναγκαίων μέτρων, προς αντιμετώπισιν των οξύτατων προβλημάτων της οικονομίας μας, αλλά και προς ενημέρωσιν των μεγάλης μερίδας των πολιτών που δείχνουν κατανόηση για τον “Γολγοθά” που ανεβαίνει η Κυβέρνηση και όλοι εμείς μαζί της, προκειμένου να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα της ολιγωρίας των τελευταίων ετών, κρίθηκε σκόπιμη η εκπόνηση του παρόντος άρθρου, προκειμένου να αναδειχθεί ο σημαίνων ρόλος κάποιων εννοιών, που βρίσκονται μεν στο περιθώριο των εξελίξεων, πλην, όμως, πρωταγωνιστούν άθελά τους στην διαμόρφωσή τους.
Στην τρέχουσα περίοδο της έντονης εθνικής ανάγκης για την ανάκτηση της χαμένης αξιοπιστίας και την διατήρηση της πιστοληπτικής ικανότητας της Χώρας μας, φαντάζει ως ψευτοδίλημμα το εάν τα οικονομικά μέτρα, που ανακοινώθηκαν, συνάδουν ή όχι με την πολιτική φιλοσοφία της Κυβέρνησης και τούτο διότι πρέπει πρωτίστως να απαντήσουμε στο αμείλικτο ερώτημα εάν τα μέτρα αυτά ήταν “αναγκαία” ή “αναγκαστικά”.
Και επειδή η ελληνική γλώσσα «δεν μασάει τα λόγια της» ας δούμε ποια είναι η διαφορά μεταξύ των εννοιών αυτών. Ως “αναγκαίο” ορίζεται αυτό που είναι απαραίτητο να γίνει, ενώ ως “αναγκαστικό” ορίζεται αυτό που είναι υποχρεωτικό να γίνει, ελλείψει άλλης επιλογής.
Ύστερα, από την επισήμανση αυτή είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς τι ήταν απαραίτητο να έχει γίνει και δεν έγινε τα τελευταία χρόνια στη Χώρα μας, ιδίως στη διάρκεια των τελευταίων 5 ½ χρόνων, προκειμένου να θωρακιστούν τα δημόσια οικονομικά απέναντι στον υπέρογκο δανεισμό, που υπέσκαπτε τα θεμέλια της ανάπτυξης και στην επερχόμενη διεθνή οικονομική κρίση από τη μια και στα μέτρα που μας επιβλήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση και που ήμασταν αναγκασμένοι να εφαρμόσουμε, προκειμένου να αποφύγουμε την επερχόμενη χρεοκοπία, μη έχοντας άλλη επιλογή, από την άλλη;
Όταν προσφάτως ο πρωθυπουργός μιλούσε για μείωση της εθνικής κυριαρχίας, αλλά και ο γράφων προεκλογικά επεσήμαινε, φέρνοντας το παράδειγμα του Αλκιβιάδη, που έθετε πριν από 2.500 χρόνια στους Αθηναίους το δίλημμα «ή θα επικρατήσουμε ή θα υποταχθούμε», ακριβώς σε αυτήν την περίπτωση που κάποιος άλλος θα σου υπαγορεύει το τι θα κάνεις αναφερόμασταν.
Κι αν μεν αναγκάστηκε η Κυβέρνηση να εφαρμόσει τα μέτρα, που της ορίστηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση, εντούτοις το αξιοπρόσεκτο ήταν ότι απέναντι σε τoύτο το “αναγκαστικό”, αντιπρόβαλε με θάρρος και έγινε στην διεθνή κοινότητα αντιληπτό, αλλά και αποδεκτό, αυτό που ήταν άκρως “αναγκαίο”, δηλαδή να δανειζόμαστε με τους όρους που ισχύουν και για τις άλλες χώρες, δηλαδή με χαμηλά επιτόκια, διότι σε διαφορετική περίπτωση τα ποσά, που θα εξοικονομούνται από την δυσάρεστη αυτή πολιτική, δεν θα καταλήξουν στην μείωση του εξωτερικού χρέους και εν τέλει στην έξοδό μας από την οικονομική κρίση, αλλά στην αποπληρωμή των υπέρογκων τόκων, με αποτέλεσμα να μπούμε σε μια διαδικασία, που θυμίζει κυλιόμενη άμμο, όπου αργά, αλλά σταθερά βυθίζεται αυτός που παγιδεύεται, μέχρι να έρθει το τέλος του…
Η ελληνική αυτή αντίληψη ήταν εν μέρει αιρετική, αφού είναι παράδοξο ο αφερέγγυος να υπαγορεύει και τους όρους του δανεισμού του στους δανειστές, παραδοξότητα, όμως, που με την συνέργεια των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών ήδη κατέστη ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Αυτό που απομένει να δούμε είναι εάν πράγματι οι αποφάσεις που λήφθηκαν στις 25 Μαρτίου στην Ευρώπη θα φέρουν τα αναμενόμενα απτά αποτελέσματα για την αποφυγή της οικονομικής ασφυξίας μας, έτσι ώστε να ακολουθήσει και η χάραξη της αναπτυξιακής πολιτικής, που ενώ δεν θίγεται άμεσα με τα μέτρα που μέχρι σήμερα έχουν ληφθεί, εντούτοις είναι άκρως αναγκαία για να τονωθεί η αγορά, μέσω της μεταφοράς της ρευστότητας και με όρους ευνοϊκούς στην μαστιζόμενη μεσαία τάξη, που αποτελεί τον πραγματικό αιμοδότη μιας οικονομίας, που στερείται ακόμη αναπτυξιακών υποδομών, χαρακτήρα και προοπτικής...