Πριν από τρία χρόνια, ο κ. Καραμανλής υποσχέθηκε στους έλληνες αγρότες ότι θα βελτιώσει το αγροτικό εισόδημα. Αν και μ’ αυτά που παράγει σήμερα ένας νέος γεωργός κτηνοτρόφος θα μπορούσε να ζήσει 100 ανθρώπους για ένα χρόνο, παρέχοντάς τους το ψωμί, το κρέας και το γάλα τους, εντούτοις όμως αυτά που παίρνει σε χρήματα, δεν του φτάνουν να ζήσει αξιοπρεπώς, ο ίδιος, η γυναίκα του και τα παιδιά του. Όχι μόνο δεν αυξήθηκε το εισόδημα, αλλά έχει μειωθεί δραματικά. Πού πήγε; Στα καρτέλ, στους μεσάζοντες, στους «γαλάζιους κουμπάρους», που πουλάνε προστασία στα καρτέλ. Με την πολιτική της Ν.Δημοκρατίας έχασαν οι παραγωγοί που παίρνουν χαμηλότερες τιμές, έχασαν οι καταναλωτές, που πληρώνουν όλο και υψηλότερες τιμές και, κερδίζουν, μόνο οι μεσάζοντες και κάποιοι «ημέτεροι».
Είπε ο κ.Καραμανλής ότι θα μειώσει το κόστος παραγωγής. Τον ΦΠΑ, είπε, θα το πήγαινε στο 8%. Και τι έκανε μετά; Τον ανέβασε στο 19%!! Έκοψε την επιδότηση στο αγροτικό ρεύμα. Αύξησε το πετρέλαιο. Υποσχέθηκε να τους αυξήσει το ποσοστό επιστροφής του ΦΠΑ, με αποτέλεσμα να βγουν οι αγρότες στο δρόμο, επειδή έκανε το αντίθετο. Και εδώ, πάλι ψέματα. Είπε ότι θα εξυγιάνει τον ΕΛΓΑ, για να μην είναι χρεωμένος. Ο ΕΛΓΑ, σήμερα, οδηγείται σε χρεοκοπία και, αντί να κοιτάξει μπροστά, στα νέα προβλήματα της εποχής, όπως είναι οι κλιματικές αλλαγές, χρησιμοποιεί τον ΕΛΓΑ σαν κομματικό εργαλείο. Δίνει αποζημιώσεις όπου θέλει, όσα θέλει, όταν θέλει. Μόνο μια μικρή μειοψηφία των αγροτών επωφελήθηκε από το ρουσφέτι της. Είπε ότι ήρθε η ώρα της περιφέρειας. Αυτή πλήρωσε πρώτη τον λογαριασμό της πολιτικής της. Μείωσε σωρευτικά τις δημόσιες επενδύσεις, κατά 7,5 δισεκατομμύρια ευρώ την τριετία 2005-2007, σε σχέση με τα επίπεδα του 2003.
Για να έχουμε την αίσθηση των μεγεθών, οι πόροι αυτοί αντιστοιχούν στο σύνολο των κοινοτικών πόρων για τα περιφερειακά προγράμματα, για όλο το Γ΄ ΚΠΣ. Σχεδόν δέκα γέφυρες Ρίου-Αντιρρίου. Αυτά τα μείωσε. Ενέταξε στο Γ΄ ΚΠΣ παλιά έργα, που είχαν γίνει με εθνικούς πόρους απ’ τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ. Εμφάνισε, δηλ. λογιστική απορρόφηση στα νούμερα. Στην πράξη, στέρησε πόρους που ξεπερνούν το 1 δισεκατομμύριο ευρώ από την περιφέρεια, με αυτή τη λογιστική αλχημεία. Καλοί στα λόγια. Ανύπαρκτοι στα έργα.
Ξέρετε πρωθυπουργό Ευρωπαϊκής χώρας, να εκλιπαρεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, να μειώσει τους πόρους που δικαιούται η χώρα του; Αυτός είναι ο κ. Καραμανλής. Έφτασε ως το έσχατο σημείο, να ζητά η ίδια η ελληνική κυβέρνηση μείωση του προϋπολογισμού του ΚΠΣ, κατά 1,8 δισεκατομμύρια ευρώ. Και την περικοπή αυτή, την πληρώνει και πάλι η περιφέρεια, με λιγότερα έργα, λιγότερες θέσεις εργασίας, λιγότερες ευκαιρίες ανάπτυξης.
Στο Γ΄ ΚΠΣ, ας υλοποιούσε, τουλάχιστον, αυτά που παρέδωσε στη Ν.Δημοκρατία το ΠΑΣΟΚ. Όμως, ούτε αυτό ήταν ικανός να κάνει. Αφαίρεσε κονδύλια από την πιο κρίσιμη πτυχή του μέλλοντος της ελληνικής γεωργίας, από προγράμματα που εγγυώνται την ποιότητα, την πιστοποίηση, τις επενδύσεις και τους νέους αγρότες.
Παρέδωσε στη κυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ τον ΟΠΕΓΕΠ, ένα έτοιμο Οργανισμό Πιστοποίησης. Τι τον έκανε; Τον μετέτρεψε σε τηλεοπτικό κανάλι προπαγάνδας. Όπως πάντα, επικοινωνιακή και, όχι ουσιαστική, η πολιτική της Νέας Δημοκρατίας. Για μας, η ελληνική Περιφέρεια είναι η αιχμή του δόρατος μιας άλλης αντίληψης για την ανάπτυξη της Ελλάδας. Και το κράτος, σήμερα, οφείλει να παίζει το ρόλο του εγγυητή της ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής.
Δεσμευόμαστε για δημόσιες επενδύσεις στο 5% του ΑΕΠ και διάθεση τουλάχιστον 80% στην Περιφέρεια, με το 50% των πόρων του Δ΄ ΚΠΣ απ' ευθείας στα περιφερειακά προγράμματα. Είμαστε στην πρώτη χρονιά εφαρμογής του Δ΄ ΚΠΣ και ακόμη η κυβέρνηση δεν γνωρίζει τι θα υλοποιήσει. Ποιος θα πιστέψει τις μεγαλόστομες, και πάλι, διακηρύξεις της; Εδώ και τρία χρόνια, μελετά τις επιπτώσεις από την νέα ΚΑΠ. Ανέθεσε σε εταιρείες 13 μελέτες αναδιάρθρωσης των καλλιεργειών. Αλήθεια, πού είναι αυτές οι μελέτες; Ποιες είναι αυτές οι εταιρείες; Πρώτη φορά αποδίδονται με τόση αδιαφάνεια οι επιδοτήσεις στους αγρότες. Χρήματα, που εξασφάλισαν οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, χρήματα των ελλήνων αγροτών, η Ν.Δημοκρατία δεν τα σεβάστηκε. Αυτό που έκανε είναι ντροπή. Διαχειρίστηκε τα χρήματα, σαν να είναι δικά της, όπως έκανε και με τα Ταμεία και με το δημόσιο πλούτο. Και όχι μόνο αυτό. Έβαλε σε κίνδυνο το σύνολο των χρημάτων που εισπράττει η χώρα μας, με κίνδυνο διακοπής των επιδοτήσεων. Δεν μιλάμε για κάποιες παρατυπίες, για το παρελθόν, αλλά για αυστηρή προειδοποίηση της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωκοινοβουλίου, όπου και πάλι διασύρθηκε η Ελλάδα. Με την πολιτική της κυβέρνησης, έκανε ανεπανόρθωτο κακό στους βαμβακοπαραγωγούς. Μείωσε την επιδότηση στο βαμβάκι, αύξησε τα στρέμματα για ρουσφετολογικούς λόγους, χωρίς να αυξήσει τους πόρους. Αντί να στοχεύσει στην ποιότητα, ασχολήθηκε με την ποσότητα, σε βάρος του προϊόντος, σε βάρος του εισοδήματος των αγροτών. Έκανε το αντίθετο από ό,τι έκανε η Ισπανία. Αυτή πήγε σε λιγότερα στρέμματα, μεγαλύτερη επιδότηση ανά στρέμμα και καλύτερη, ανταγωνιστική ποιότητα. Έτσι, η κυβέρνηση οδήγησε το προϊόν σε κατάρρευση. Έκανε ανεπανόρθωτο κακό στον καπνοπαραγωγό. Αφαίρεσε από την τσέπη του, με το έτσι θέλω, το 50% των επιδοτήσεων που δικαιούται από το 2009 και μετά.
Ας μην μας πει, λοιπόν, η κυβέρνηση ότι φταίει το ΠΑΣΟΚ. Επίτευγμα της κυβέρνησης του κ. Καραμανλή ήταν η μείωση των επιδοτήσεων. Τα εργοστάσια ζάχαρης έκλεισαν, η παραγωγή τεύτλων τελείωσε κι αυτή και οι άνεργοι, βεβαίως, πλήθυναν. Γιατί; Διότι δεν έγινε καμία διαπραγμάτευση πάνω στον νέο Κανονισμό. Και τώρα, μιλάμε για πραγματική καταστροφή στα τεύτλα. Πώς μπορούν οι αγρότες να εμπιστευτούν την κυβέρνηση για το μέλλον τους; Διότι η δική της πολιτική, είναι χαρακτηριστικό πια, σε όλα τα θέματα, είναι πολιτική χωρίς πυξίδα, που δεν προετοιμάζει τη χώρα για το μέλλον. Παρά τα μεγάλα λόγια, η πολιτική της κοιτάζει το προσωρινό, το στενό κομματικό όφελος σε βάρος του συνόλου, σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος. Με την πολιτική της, ο αγροτικός τομέας απειλείται με κατάρρευση. Δεν τους ενημερώνει κανείς, δεν ξέρουν αν θα έχουν νερό να ποτίσουν, ενώ η κυβέρνηση τους βλέπει απλά και μόνον ως δεξαμενή άντλησης ψήφων. Τους αντιμετωπίζει, σήμερα, σαν μια πηγή πλουτισμού των ενδιαμέσων, που λυμαίνονται τον κόπο του αγρότη και επιβαρύνουν τον καταναλωτή.
Σήμερα, εμείς ανοίγουμε, με το Πρόγραμμά μας, το δρόμο μιας νέας ελπίδας. Ξέρουμε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η αγροτική μας παραγωγή σ’ έναν ανταγωνιστικό κόσμο. Και η μετάβαση σε μια αγροτική παραγωγή ποιότητας, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Αυτό για το οποίο, όμως, δεσμευόμαστε, είναι ότι είμαστε -και θα είμαστε- κοντά στον αγρότη, κοντά στον γεωργό, κοντά στον κτηνοτρόφο, κοντά στον ψαρά. Με συγκεκριμένες δεσμεύσεις.
1) Ποιότητα στα προϊόντα μας. Το συγκριτικό μας πλεονέκτημα είναι ο πολιτισμός μας, η φύση, το περιβάλλον μας, η ικανότητα του ανθρώπινου δυναμικού. Πλεονέκτημά μας θα είναι η παραγωγή επώνυμων ταυτοποιημένων προϊόντων. Το μεσογειακό πρότυπο διατροφής, το οικολογικό πρότυπο, το δικό μας πρότυπο. Στρατηγικός μας στόχος, η ταύτιση της λέξης «Ελλάδα» και «ελληνικό προϊόν» με την ποιότητα και την αξία, σε διεθνές επίπεδο.
2) Δυναμική παρουσία στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είμαστε αντίθετοι με την απόφαση της Ε.Ε., να συζητήσει εκ νέου την χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής γεωργίας το 2008. Δεσμευόμαστε να δώσουμε μάχη στα ευρωπαϊκά και διεθνή όργανα, για τη συνέχιση της χρηματοδότησης της ελληνικής γεωργίας και μετά το 2013, στο πλαίσιο της πολιτικής την οποία έχουμε εξαγγείλει, για μια εναλλακτική αγροτική πολιτική. Και έχουμε αποδείξει ότι μπορούμε.
3) Διασφαλίζουμε την αξιοπρέπεια στη ζωή των απόμαχων αγροτών, με τη δέσμευσή μας για μηνιαία προνοιακή σύνταξη 550 ευρώ για τον μεμονωμένο αγρότη και, 950 ευρώ, για το ζευγάρι των αγροτών. Εμείς, κρατάμε τις υποσχέσεις μας, εμείς αυτά που λέμε θα τα κάνουμε. Όχι σαν την κυβέρνηση της Ν.Δημοκρατίας.
4) Δεσμευόμαστε να εφοδιάσουμε τους αγρότες με τη μεγαλύτερη δύναμη της εποχής, που είναι η πληροφορία και η γνώση. Πρότυπες αγροτικές σχολές, σε κάθε περιφέρεια, στηρίζοντας την δημιουργία Τριτοβάθμιας Συνεταιριστικής Σχολής από τους φορείς των αγροτών, για την εκπαίδευση πιστοποιημένων αγροτών και στελεχών αγροτικής ανάπτυξης.
5) Νέα πολιτική κάλυψης ασφαλιστικών κινδύνων, που λαμβάνει υπόψη τις νέες συνθήκες και προοπτικές.
6) Απλοποίηση και επιτάχυνση των διαδικασιών ένταξης επενδυτικών προγραμμάτων των αγροτών, για τη δημιουργία ή βελτίωση των εκμεταλλεύσεών τους. Εντάσσουμε τις αγροτικές επενδύσεις στις δράσεις του Δ΄ ΚΠΣ και στον αναπτυξιακό νόμο. Όποια υπηρεσία ήταν, μέχρι χθες, αστικό προνόμιο, να γίνει κτήμα και για τους κατοίκους της υπαίθρου.
7) Δημιουργούμε ενιαίο και αποτελεσματικό σύστημα παροχής συμβουλών. Ένα ισχυρό ΚΕΠ, Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών, κεντρικά αλλά και σε κάθε Δήμο, που να καλύπτει όλο το φάσμα της ενημέρωσης, τεχνικής στήριξης και επιχειρηματικότητας των αγροτών.
8) Δεσμευόμαστε για μια νέα πολιτική γης, προστασία της αγροτικής γης με ειδικά κίνητρα για τον αγρότη που παραμένει και την καλλιεργεί.
9) Ενισχύουμε νέα ζευγάρια, με ειδικά κίνητρα παραμονής σε νησιωτικές περιοχές, σε ορεινές περιοχές, σε φθίνουσες και μειονεκτικές περιοχές.
10) Δεσμευόμαστε ότι το διοικητικό κόστος εφαρμογής της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, θα επιβαρύνει αποκλειστικά το κράτος και όχι τους αγρότες.
Αντίθετα με την αδιαφανή και ρουσφετολογική πολιτική της Νέας Δημοκρατίας, δεσμευόμαστε για την πλήρη διαφάνεια στη διαχείριση των Κοινοτικών ενισχύσεων του εθνικού αποθέματος των ποιοτικών παρακρατημάτων. Δημοσιοποιούμε τα ονόματα των αποδεκτών και τα κριτήρια για την κατανομή τους, κάτι που η κυβέρνηση της Ν.Δημοκρατίας δεν έκανε. Εμείς λέμε, διαφάνεια παντού, σε αντίθεση με την κυβέρνηση, η οποία κρύβει μονίμως την αλήθεια…
Παρασκευή 24 Αυγούστου 2007
Η αποτίμηση της αγροτικής πολιτικής και ποιές οι θέσεις του ΠΑΣΟΚ
Περί της αναγκαιότητας ανανέωσης του πολιτικού λόγου
Από την άλλη, η ίδια η πολιτική εξέλαβε, δυστυχώς, ως αντικείμενο εκμετάλλευσης, σε βάρος του κοινωνικού συνόλου, το παρατηρούμενο έλλειμμα ουσιαστικής παιδείας του (σε επίπεδο ελλαδικό και ευρωπαϊκό), που η ίδια προηγουμένως προκάλεσε, καθόσον:
i) Μειώθηκε η δυνατότητα να σχηματίζει κοινωνική – πολιτική συνείδηση ώριμη για τα τωρινά δρώμενα, αφού παρασιωπούνται ή συσκοτίζονται τα χθεσινά γεγονότα και
ii) διευκολύνθηκε μία πορεία συνειδήσεων προς ανεπιθύμητη κατεύθυνση: να αγνοούν οι πολίτες το χθες και να μην εννοούν την πορεία του σήμερα, με αποτέλεσμα να μην συμπράττουν συνειδητά και αποτελεσματικά ή να συνειδητοποιούν κάποια στιγμή με οργή την άγνοιά τους, αιτία η οποία οδηγεί είτε στην πλήρη απάθεια, είτε στην επιλογή παράδοξων ιδεολογικών επιλογών ή και μόνιμης αντιδικίας με την Πολιτεία.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της πρόδηλης κομματικής σκοπιμότητας, από την οποία διαπνέεται η Ν.Δημοκρατία, η πολιτική φρασεολογία της οποίας κινείται την περίοδο που διανύουμε στο χώρο της ακατανοησίας, προκειμένου να συσκοτιστούν οι παράμετροι του ανύπαρκτου κυβερνητικού έργου, παραβλέποντας ότι προκάλεσε την πλήρη διάψευση των προσδοκιών και των υποσχέσεων της προς όλες τις κοινωνικές ομάδες.
Για κείνους, όμως, που συγχέουν την άγνοια με τη λήθη και τη συγγνώμη οφείλουμε να υπενθυμίσουμε μια θέση που διατύπωσε σε πολύ δύσκολες για την κοινωνία μας ώρες ο Άγγελος Αγγελόπουλος – μέλος της ΠΕΕΑ – στο Συνέδριο του Λιβάνου (άνοιξη του 1944) : «Η κριτική του παρελθόντος είναι απαραίτητη ως το σημείο εκείνο που χρησιμεύει ως οδηγός μιας καλύτερης πολιτικής δια το μέλλον. Η άγνοια εκτρέφει την ακρισία».
Για να καταστεί και πάλι ελκυστικός ο πολιτικός λόγος θα πρέπει να υπάρξει ριζική ανανέωση στην πολιτική ζωή. Και επειδή πολύς λόγος γίνεται τις τελευταίες ημέρες για ανανέωση και εκσυγχρονισμό, θα λέγαμε ότι δεν χρειαζόμαστε μόνο αλλαγή προσώπων, αλλά πρωτίστως ιδεών και νοοτροπίας.
Ως προς μεν τα πρόσωπα, ανανέωση δεν σημαίνει "φύγε εσύ για να έρθω εγώ". Ανανέωση σημαίνει μια σταδιακή διαδικασία εμπλουτισμού και αλλαγής, η οποία θα γίνεται παράλληλα με την εξασφάλιση της συνέχειας και την παρουσία των ανθρώπων, τους οποίους σέβεται, τιμά και αποδέχεται ο κόσμος, τηρώντας παράλληλα και τους όρους της κοινωνίας. Δηλαδή με πρόσωπα τα οποία διακρίθηκαν στους κοινωνικούς, επαγγελματικούς και επιστημονικούς αγώνες, πρόσωπα τα οποία βρέθηκαν και στο πεζοδρόμιο, που ζουν την κοινωνική ανάγκη και την κοινωνική αγωνία.
Προς το σκοπό αυτό η ανανέωση είναι καθήκον του ΠA.ΣΟ.K., από τη στιγμή που οι αλλαγές είναι μεγάλες στην ελληνική κοινωνία και τα νέα στρώματα, οι νέες παραγωγικές δυνάμεις της χώρας δεν εκπροσωπούνται, ούτε στην πολιτική, ούτε στο συνδικαλισμό, ούτε πουθενά. Έχουμε καθήκον να πλησιάσουμε αυτό το τμήμα της κοινωνίας μας, έχουμε καθήκον να επιχειρήσουμε να τους εντάξουμε στην πολιτική διαδικασία.
Σε κάθε περιοχή, οι πολίτες που πιστεύουν στις αξίες του ΠAΣΟK, όπως τέθηκαν από τον ίδιο τον ιδρυτή του, Ανδρέα Παπανδρέου, πρέπει να έχουν την ευθύνη για τις τοπικές αποφάσεις και τα πρόσωπα. H συμμετοχή πρέπει να βρει το καινούριο της νόημα. Άλλωστε, μέσα από την κοινή δράση θα πρέπει να καθορίζεται η εξέλιξη των σύγχρονων κοινωνιών.
Ως προς δε τις ιδέες και τη νοοτροπία, οδηγός και αυτοσκοπός του πολιτικού λόγου θα πρέπει να είναι η Κοινωνική Ευθύνη, ο σεβασμός στον άνθρωπο, την κοινωνία και το περιβάλλον και να έχει ένα όραμα: Να συνεισφέρει με ευθύνη, πίστη, ευαισθησία και υπευθυνότητα στη βελτίωση της ζωής του ανθρώπου και στην αειφόρο ανάπτυξη της κοινωνίας σε συγκεκριμένους τομείς δράσης, προσφέροντας στην κοινωνία ουσιαστικό έργο.
Παράλληλα, θα πρέπει να βασίζεται και σε κάποιες Αξίες: Στην ειλικρίνεια, τον σεβασμό και την ακεραιότητα, τον σεβασμό στους νόμους και στην αταλάντευτη υιοθέτηση της πολιτικής ηθικής και οπωσδήποτε, μέσα από ένα πνεύμα ομαδικότητας, να τηρούνται οι υποσχέσεις.
Διαφορετικά, η ανανέωση θα είναι άνευ ουσίας, αφού η συναλλαγή, ο λαϊκισμός και η οξύτητα, ως τρόπο δράσης, είναι μια αποτυχημένη αντίληψη, που υποτιμά χιλιάδες πολίτες. Είναι ένα στερεότυπο που δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του κόσμου και δεν συμβάλλει στην λύση των προβλημάτων του…
Πέμπτη 23 Αυγούστου 2007
Σάββατο 18 Αυγούστου 2007
Η παράσταση έλαβε τέλος...

Παράλληλα, όμως, με τους θιάσους, άλλαξαν και οι θεατές, έγιναν πιο απαιτητικοί, δεν αρκούνται πλέον μόνον στο να πληρώνουν το αντίτιμο, αλλά έχουν την αξίωση να εισπράξουν και κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Αν αυτό δεν συμβεί, τότε ακολουθεί το κράξιμο και η παράσταση διακόπτεται γρήγορα “για λόγους ανωτέρας βίας”.
Κάπως έτσι διακόπηκε πρόωρα και η παράσταση με τίτλο «σεμνά και ταπεινά» του κυβερνητικού θιάσου. Στις πράξεις του έργου που εξελίχθηκε σε επεισόδια, είδαμε την προκήρυξη του διαγωνισμού για 3.000 θέσεις στην Πυροσβεστική να σταματάει στις 560, αφού ακυρώθηκε ο εν εξελίξει διαγωνισμός του 2004 προκειμένου να προσληφθούν οι «ημέτεροι». Είδαμε τις ζαρντινιέρες των πεζοδρομίων να φορούν κράνη και ασπίδες, για να ξυλοφορτώσουν φοιτητές. Είδαμε, αντί για γιατρούς και νοσηλευτές στο ΕΣΥ και πυροσβέστες, ότι ο τόπος είχε την ανάγκη από αγροφύλακες. Είδαμε ότι καταργήθηκε το 8ωρο στην εργασία και άλλα θεμελιώδη εργασιακά δικαιώματα. Είδαμε την επιστροφή στη λογική του εκπαιδευτικού μεσαίωνα, όπου η γνώση και η μόρφωση αφορούν στους λίγους και εκλεκτούς. Είδαμε να περνούν από το πλατό «κουμπάροι», υποκλοπείς, μυστικοί πράκτορες που απήγαγαν Πακιστανούς, δομημένα ομόλογα, για να δώσουν με την σειρά τους την θέση τους σε 600.000 στρέμματα καμένης έκτασης έτοιμης για δόμηση!! Είδαμε τον πλούτο των πιθανών εκδοχών του “θα”.
Αξιοσημείωτο, μάλιστα, της παράστασης αυτής, που δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστο, είναι και το ότι σε παγκόσμια πρώτη εκείνος μεν που θα εμφανιζόταν επί σκηνής να παίζει το ρόλο του σεμνότατου πρωθυπουργού, ευρέθη κατ’ επανάληψιν μεταξύ των θεατών, έστω κι αν κάποιοι μάταια τον έψαχναν στα καμαρίνια, πολλούς κομπάρσους - υπουργούς και τον ίδιο τον πολίτη - θεατή, που χωρίς κανένας προηγουμένως να τον έχει προϊδεάσει, βρέθηκε να παίζει τον ρόλο του κύριου πρωταγωνιστή, ο οποίος, ως ήρωας αρχαίας τραγωδίας, αναζητούσε την κάθαρση.
Εν τέλει και επειδή κανένας «από μηχανής θεός» δεν είχε μέχρι πρότινος εμφανιστεί επί σκηνής για να δώσει ποιότητα στη παράσταση, που είχε αρχίσει να κουράζει, ο επικεφαλής του κυβερνητικού θιάσου έδωσε προ ημερών την εντολή να διακοπεί η παράσταση.
Τώρα θα μου πείτε γιατί την παράσταση διέκοψε ο ίδιος ο επικεφαλής του κυβερνητικού θιάσου και όχι οι ίδιοι οι πολίτες – θεατές; Είναι προφανές το γιατί. Επειδή οσμίστηκε ότι ήρθε η ώρα του κραξίματος και για να το αποφύγει, σκέφτηκε ότι καλύτερο θα ήταν να προανήγγειλε την έναρξη νέας παράστασης, με τον γνωστοποιηθέντα τίτλο «η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων», πιστεύοντας πως με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε να κρατάει αμείωτο και το ενδιαφέρον των πολιτών – θεατών και τον θίασο σε δράση.
Έκανε, όμως, στους υπολογισμούς του ένα λάθος. Γιατί, όπως είπαμε και στην αρχή, άλλαξαν όχι μόνον οι θίασοι, αλλά και οι θεατές. Και όσο και να μην το πιστεύει, το κράξιμο έρχεται και σε λίγο θα ακουστεί με ένσταση. Μόνο να είναι εδώ για να το ακούσει και όχι να τον ψάχνουμε και πάλι…
Πριν από κάμποσες δεκαετίες τα “μπουλούκια”, όπως λέγονταν τότε οι περιοδεύουσες θεατρικές ομάδες, προσπαθούσαν των μεν θεατών να διασκεδάσουν την δυστυχία, των δε ηθοποιών να κορέσουν την πείνα, με τα ψίχουλα που εισέπρατταν ως αντίτιμο του εισιτηρίου. Ακόμη και τα είδη διατροφής (κοτόπουλα, πίτες, κ.λ.π.) ήσαν ικανά να σου εξασφαλίσουν την είσοδο στην διασκέδαση.
Σήμερα, βέβαια, εξελίχθηκαν τα πάντα. Ακόμη και οι θίασοι μεγάλωσαν, έγιναν ολόκληρες επιχειρήσεις, με πλήρες στελεχικό δυναμικό και πλούσιο ρεπερτόριο. Οι ηθοποιοί απέκτησαν πλούσια κοστούμια, οι παραστάσεις λαμβάνουν χώρα σε αίθουσες πολυτελείας και όχι στην αποθήκη του μπάρμπα-Θωμά ή στην αλάνα που την έλεγαν και πλατεία και το αντίτιμο για την παράσταση είναι πλέον αντάξιο όχι μόνον του έργου, αλλά και της μορφής των κατεχόντων την τέχνη της υποκριτικής.
Παράλληλα, όμως, με τους θιάσους, άλλαξαν και οι θεατές, έγιναν πιο απαιτητικοί, δεν αρκούνται πλέον μόνον στο να πληρώνουν το αντίτιμο, αλλά έχουν την αξίωση να εισπράξουν και κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Αν αυτό δεν συμβεί, τότε ακολουθεί το κράξιμο και η παράσταση διακόπτεται γρήγορα “για λόγους ανωτέρας βίας”.
Κάπως έτσι διακόπηκε πρόωρα και η παράσταση με τίτλο «σεμνά και ταπεινά» του κυβερνητικού θιάσου. Στις πράξεις του έργου που εξελίχθηκε σε επεισόδια, είδαμε την προκήρυξη του διαγωνισμού για 3.000 θέσεις στην Πυροσβεστική να σταματάει στις 560, αφού ακυρώθηκε ο εν εξελίξει διαγωνισμός του 2004 προκειμένου να προσληφθούν οι «ημέτεροι». Είδαμε τις ζαρντινιέρες των πεζοδρομίων να φορούν κράνη και ασπίδες, για να ξυλοφορτώσουν φοιτητές. Είδαμε, αντί για γιατρούς και νοσηλευτές στο ΕΣΥ και πυροσβέστες, ότι ο τόπος είχε την ανάγκη από αγροφύλακες. Είδαμε ότι καταργήθηκε το 8ωρο στην εργασία και άλλα θεμελιώδη εργασιακά δικαιώματα. Είδαμε την επιστροφή στη λογική του εκπαιδευτικού μεσαίωνα, όπου η γνώση και η μόρφωση αφορούν στους λίγους και εκλεκτούς. Είδαμε να περνούν από το πλατό «κουμπάροι», υποκλοπείς, μυστικοί πράκτορες που απήγαγαν Πακιστανούς, δομημένα ομόλογα, για να δώσουν με την σειρά τους την θέση τους σε 600.000 στρέμματα καμένης έκτασης έτοιμης για δόμηση!! Είδαμε τον πλούτο των πιθανών εκδοχών του “θα”.
Αξιοσημείωτο, μάλιστα, της παράστασης αυτής, που δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστο, είναι και το ότι σε παγκόσμια πρώτη εκείνος μεν που θα εμφανιζόταν επί σκηνής να παίζει το ρόλο του σεμνότατου πρωθυπουργού, ευρέθη κατ’ επανάληψιν μεταξύ των θεατών, έστω κι αν κάποιοι μάταια τον έψαχναν στα καμαρίνια, πολλούς κομπάρσους - υπουργούς και τον ίδιο τον πολίτη - θεατή, που χωρίς κανένας προηγουμένως να τον έχει προϊδεάσει, βρέθηκε να παίζει τον ρόλο του κύριου πρωταγωνιστή, ο οποίος, ως ήρωας αρχαίας τραγωδίας, αναζητούσε την κάθαρση.
Εν τέλει και επειδή κανένας «από μηχανής θεός» δεν είχε μέχρι πρότινος εμφανιστεί επί σκηνής για να δώσει ποιότητα στη παράσταση, που είχε αρχίσει να κουράζει, ο επικεφαλής του κυβερνητικού θιάσου έδωσε προ ημερών την εντολή να διακοπεί η παράσταση.
Τώρα θα μου πείτε γιατί την παράσταση διέκοψε ο ίδιος ο επικεφαλής του κυβερνητικού θιάσου και όχι οι ίδιοι οι πολίτες – θεατές; Είναι προφανές το γιατί. Επειδή οσμίστηκε ότι ήρθε η ώρα του κραξίματος και για να το αποφύγει, σκέφτηκε ότι καλύτερο θα ήταν να προανήγγειλε την έναρξη νέας παράστασης, με τον γνωστοποιηθέντα τίτλο «η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων», πιστεύοντας πως με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε να κρατάει αμείωτο και το ενδιαφέρον των πολιτών – θεατών και τον θίασο σε δράση.
Έκανε, όμως, στους υπολογισμούς του ένα λάθος. Γιατί, όπως είπαμε και στην αρχή, άλλαξαν όχι μόνον οι θίασοι, αλλά και οι θεατές. Και όσο και να μην το πιστεύει, το κράξιμο έρχεται και σε λίγο θα ακουστεί με ένσταση. Μόνο να είναι εδώ για να το ακούσει και όχι να τον ψάχνουμε και πάλι…
Σάββατο 11 Αυγούστου 2007
H επιτομή του “Θα” της κυβερνητικής πολιτικής

«“Τα μεγαλύτερα ψέματα λέγονται πριν τις εκλογές και μετά το κυνήγι” (Τσώρτσιλ)»
Για άλλη μια φορά πάνε περίπατο οι προεκλογικές υποσχέσεις-δεσμεύσεις όπως συνήθιζε να λέει ο πρωθυπουργός, για να αποδειχθεί πόσο δίκιο είχε ο Τσώρτσιλ (βλ.προλ.). Δυστυχώς, στην πράξη η κυβέρνηση του κ.Καραμανλή αποδεικνύεται πρώτη στις υποσχέσεις και τελευταία στις επιδόσεις. Αφού επιχείρησε δια της εκ του μακρόθεν επιστασίας να πείσει την αγορά να πάρει από μόνη της το δρόμο της, ήρθε τις τελευταίες ημέρες και ενόψει των επικείμενων εκλογών να “γλυκάνει” τους πολίτες με φιλοδωρήματα, που βαπτίζει οικονομικές ενισχύσεις!!
Ένα, όμως, είναι βέβαιο. Οι νεοφιλελεύθερες κατευθύνσεις, που προσέδωσε η κυβέρνηση στην ελληνική οικονομία, σε συνδυασμό με την ξέφρενη ακρίβεια, θα μειώσουν ακόμη περισσότερο την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Η κυβέρνηση οδηγεί την ελληνική οικονομία σε ύφεση και φέρει τεράστια ευθύνη γι’ αυτό, καθόσον ο νυν ρυθμός ανάπτυξης οφείλεται κυρίως στις εισροές του κοινοτικού πλαισίου στήριξης.
Η αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου παραμένει άγνωστη για τη νεοδεξιά διακυβέρνηση και αυτή είναι μια σαφής ιδεολογική διαφορά από τη σοσιαλδημοκρατική αντίληψη. Και εύκολα μπορεί να αναλογισθεί κανείς τι σημαίνουν όλα αυτά για τους πολίτες του Νομού μας. Μείωση του εισοδήματος σημαίνει ακόμα μικρότερη ζήτηση για υπηρεσίες και προϊόντα, ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα στη χειμαζόμενη αγορά μας και μεγαλύτερη προσφυγή στις προσφορές των πολυκαταστημάτων – ημεδαπών και μη – που εδραιώθηκαν και στη περιοχή μας. Σημαίνει λιγότερο εσωτερικό τουρισμό και σμίκρυνση της οικονομικής δραστηριότητας στις τουριστικές περιοχές μας, αφού πλήττονται όλοι οι παρεμφερείς κλάδοι.
Χωρίς καμιά αμφιβολία στη χώρα μας χρειάζεται σήμερα μια γενναία αναδιανομή πλούτου. Η κυβέρνηση του κ. Καραμανλή δημιουργεί δυο Ελλάδες, που σε λίγο η μια δεν θα αναγνωρίζει την άλλη. Στη χώρα μας απαιτείται μια αναπτυξιακή πολιτική που στο επίκεντρό της θα έχει τον οικονομικά αδύναμο, μια προοδευτική πολιτική που θα χτυπάει στη ρίζα τους παράγοντες που δημιουργούν φτώχεια. Μια πολιτική που θα αντιμετωπίζει αποτελεσματικά την αδικία της αγοράς και θα προτάσσει την κοινωνική συνοχή. Και αυτήν την πολιτική μόνον το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δείχνει ότι μπορεί – υπό το βάρος και της μεγίστης ιστορικής του ευθύνης - να την εγγυηθεί.
Εν κατακλείδι, ποια θα ήταν η επιτομή της κυβερνητικής πολιτικής; Την απάντηση δίνει ο Τζερόμ Τζερόμ: «Είναι καλύτερη πολιτική να λες την αλήθεια. Εκτός φυσικά αν είσαι εκπληκτικά καλός ψεύτης».
H επιτομή του “Θα” της κυβερνητικής πολιτικής
«“Τα μεγαλύτερα ψέματα λέγονται πριν τις εκλογές και μετά το κυνήγι” (Τσώρτσιλ)»
Απέναντι στους συντηρητικούς που πίεζαν για λιτότητα και για θυσίες των, ως συνήθως, μη εχόντων, ο Μίλτον Κέυνς, ένας από τους μεγαλύτερους οικονομολόγους και “πατέρας” του κράτους πρόνοιας και των οικονομικών της ζήτησης του 20ου αιώνα, απάντησε: “μακροπρόθεσμα θα είμαστε όλοι νεκροί…”. Αυτή η απάντηση, κατά την άποψη του γράφοντος, ταιριάζει στην παρατεταμένη λιτότητα που επιφύλαξε για τον ελληνικό λαό η κυβέρνηση της Ν.Δημοκρατίας τα τελευταία τρεισήμισι χρόνια που βρίσκεται στη διακυβέρνηση της χώρας. Μια διακυβέρνηση, με έντονα τα χαρακτηριστικά της κλασικής δεξιάς ταξικής πολιτικής. Υιοθετήθηκε και εφαρμόζεται με έντονο μάλιστα τρόπο η αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ των ολίγων και σε βάρος των πολλών. Εκτός από την επιβάρυνση των φορολογούμενων με 3.3 δισεκατομμύρια ευρώ, χειροτερεύει η σχέση έμμεσων-άμεσων φόρων, μια σχέση που πλήττει ακόμη περισσότερο τους χαμηλόμισθους και οικονομικά αδύναμους, οι οποίοι, στον αντίποδα, βλέπουν να μειώνονται οι δαπάνες για τους μισθούς και τις συντάξεις, για την παιδεία και τις κοινωνικές παροχές.
Για άλλη μια φορά πάνε περίπατο οι προεκλογικές υποσχέσεις-δεσμεύσεις όπως συνήθιζε να λέει ο πρωθυπουργός, για να αποδειχθεί πόσο δίκιο είχε ο Τσώρτσιλ (βλ.προλ.). Δυστυχώς, στην πράξη η κυβέρνηση του κ.Καραμανλή αποδεικνύεται πρώτη στις υποσχέσεις και τελευταία στις επιδόσεις. Αφού επιχείρησε δια της εκ του μακρόθεν επιστασίας να πείσει την αγορά να πάρει από μόνη της το δρόμο της, ήρθε τις τελευταίες ημέρες και ενόψει των επικείμενων εκλογών να “γλυκάνει” τους πολίτες με φιλοδωρήματα, που βαπτίζει οικονομικές ενισχύσεις!!
Ένα, όμως, είναι βέβαιο. Οι νεοφιλελεύθερες κατευθύνσεις, που προσέδωσε η κυβέρνηση στην ελληνική οικονομία, σε συνδυασμό με την ξέφρενη ακρίβεια, θα μειώσουν ακόμη περισσότερο την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Η κυβέρνηση οδηγεί την ελληνική οικονομία σε ύφεση και φέρει τεράστια ευθύνη γι’ αυτό, καθόσον ο νυν ρυθμός ανάπτυξης οφείλεται κυρίως στις εισροές του κοινοτικού πλαισίου στήριξης.
Η αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου παραμένει άγνωστη για τη νεοδεξιά διακυβέρνηση και αυτή είναι μια σαφής ιδεολογική διαφορά από τη σοσιαλδημοκρατική αντίληψη. Και εύκολα μπορεί να αναλογισθεί κανείς τι σημαίνουν όλα αυτά για τους πολίτες του Νομού μας. Μείωση του εισοδήματος σημαίνει ακόμα μικρότερη ζήτηση για υπηρεσίες και προϊόντα, ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα στη χειμαζόμενη αγορά μας και μεγαλύτερη προσφυγή στις προσφορές των πολυκαταστημάτων – ημεδαπών και μη – που εδραιώθηκαν και στη περιοχή μας. Σημαίνει λιγότερο εσωτερικό τουρισμό και σμίκρυνση της οικονομικής δραστηριότητας στις τουριστικές περιοχές μας, αφού πλήττονται όλοι οι παρεμφερείς κλάδοι.
Χωρίς καμιά αμφιβολία στη χώρα μας χρειάζεται σήμερα μια γενναία αναδιανομή πλούτου. Η κυβέρνηση του κ. Καραμανλή δημιουργεί δυο Ελλάδες, που σε λίγο η μια δεν θα αναγνωρίζει την άλλη. Στη χώρα μας απαιτείται μια αναπτυξιακή πολιτική που στο επίκεντρό της θα έχει τον οικονομικά αδύναμο, μια προοδευτική πολιτική που θα χτυπάει στη ρίζα τους παράγοντες που δημιουργούν φτώχεια. Μια πολιτική που θα αντιμετωπίζει αποτελεσματικά την αδικία της αγοράς και θα προτάσσει την κοινωνική συνοχή. Και αυτήν την πολιτική μόνον το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δείχνει ότι μπορεί – υπό το βάρος και της μεγίστης ιστορικής του ευθύνης - να την εγγυηθεί.
Εν κατακλείδι, ποια θα ήταν η επιτομή της κυβερνητικής πολιτικής; Την απάντηση δίνει ο Τζερόμ Τζερόμ: «Είναι καλύτερη πολιτική να λες την αλήθεια. Εκτός φυσικά αν είσαι εκπληκτικά καλός ψεύτης».
Κυριακή 5 Αυγούστου 2007
H διαχείριση των υδατικών πόρων της Θεσσαλίας στο μικροσκόπιο

Με την ψήφιση της Οδηγίας WFD 2000/60/EC και την ενσωμάτωση της στο εσωτερικό δίκαιο με τον Ν. 3199/2003, δίνεται η ευκαιρία στη χώρα μας να οργανώσει, να εκσυγχρονίσει τα συστήματα διαχείρισης των υδατικών της πόρων και να αποκτήσει υδατική πολιτική, που θα στηρίζεται σε αρχές που έχουν υιοθετηθεί από όλες τις χώρες της Ενωμένης Ευρώπης. Με το νέο νομικό πλαίσιο επιδιώκεται να αντιμετωπισθεί σε μεγάλο βαθμό, η αποσπασματική και ευκαιριακή προσέγγιση των προβλημάτων της διαχείρισης και προστασίας των υδατικών συστημάτων που ίσχυε και να σταματήσει η πολυδιάσπαση αρμοδιοτήτων και πόρων.
Η επίλυση των προβλημάτων που υπάρχουν στην διαχείριση των υδατικών πόρων των 4 νομών της Θεσσαλίας είναι δύσκολη υπόθεση, εξαιτίας και των παρακάτω λόγων:
α) υπάρχουν συγκρουόμενα συμφέροντα ως προς τη χρήση του νερού,
β) παρατηρείται μείωση του υδατικού δυναμικού τα τελευταία 20 χρόνια, λόγω μιας φθίνουσας πορείας των κατακρημνισμάτων αλλά και της αύξησης των κοινωνικοοικονομικών δραστηριοτήτων,
γ) υπάρχει έλλειψη, σε πολλές περιοχές, συγχρόνων συλλογικών αρδευτικών δικτύων και μεγάλη σπατάλη νερού για αρδεύσεις μέσω ιδιωτικών γεωτρήσεων,
δ) επιτείνονται οι δυσμενείς επιπτώσεις για το περιβάλλον λόγω της συνεχούς αύξησης της ρύπανσης των επιφανειακών και υπογείων νερών από τα λύματα των οικισμών και απόβλητα των βιομηχανιών, καθώς και από τη χρήση λιπασμάτων και ζιζανιοκτόνων στην γεωργική παραγωγή,
ε) εμφανίζεται υπερβολική μείωση της παροχής ή περιοδική στείρευση ορισμένων πηγών λόγω των εντατικών αντλήσεων, που συνεπάγονται κίνδυνο για τους βιότοπους της περιοχής και
στ) είναι ορατός ο κίνδυνος τοπικής ή γενικευμένης εξάντλησης των αποθεμάτων υπογείου νερού με ενδεχόμενο την υποβάθμιση της ποιότητα τους (διείσδυση της θάλασσας και υφαλμύρινση), λόγω των εντατικών αντλήσεων από τις γεωτρήσεις, ιδίως σε περιόδους, όπως η τρέχουσα, που επικρατούν συνθήκες παρατεταμένης ανομβρίας.
Οι μελλοντικές ανάγκες της Θεσσαλίας σε νερό για τις διάφορες χρήσεις εκτιμάται ότι δεν θα μειωθούν. Οι αρδεύσεις στην θεσσαλική πεδιάδα θα συνεχισθούν και στο μέλλον, ανεξάρτητα από τις όποιες πολιτικές επιδοτήσεων ή αναδιαρθρώσεων επιβάλλει η Ε.Ε. (με την νέα Κ.Α.Π.). Η πρόβλεψη είναι ότι η καλλιέργεια του βάμβακος παραμένει σαν επικρατέστερη καλλιέργεια στην Θεσσαλία. Αλλά ακόμη και εάν αντικατασταθεί σε ένα βαθμό (είναι πιθανό στα πλαίσια της νέας ΚΑΠ) με άλλες, όπως τα κτηνοτροφικά φυτά, τα ενεργειακά ή τα κηπευτικά, δεν θα είναι εφικτή η εξοικονόμηση σημαντικής ποσότητας νερού, αφού ορισμένες από τις καλλιέργειες αυτές, είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο, υδροβόρες (καλαμπόκι, μηδική, κ.α.).
Ειδικότερα, η Θεσσαλία κάνει χρήση επιφανειακών νερών (που δεν έχουν αξιοποιηθεί επαρκώς) και κυρίως υπόγειων νερών, τα οποία χρειάζονται προστασία από την υπερεκμετάλλευση που γίνεται για τις αρδεύσεις. Η χρήση νερού σε τομείς όπως η Γεωργία, πρέπει να γίνει περισσότερο ορθολογική με παρεμβάσεις και μέτρα προς την κατεύθυνση εξοικονόμησης νερού (επέκταση συστημάτων στάγδην άρδευσης, τιμολόγηση νερού, κ.α.).
Και σαν να μην έφθαναν αυτά, πρόβλημα εξακολουθεί να αποτελεί και η συνύπαρξη μεγάλου αριθμού φορέων (υπουργείων, περιφερειών, τοπικής αυτοδιοίκησης, ερευνητικών ιδρυμάτων, κ.λ.π.), των οποίων οι αρμοδιότητες, οι σχετικές µε τους υδατικούς πόρους, συχνά συγκρούονται στην πράξη, κύριος απότοκος των οποίων είναι οι αποσπασματικές ενέργειες, ο στοιχειώδης ή κακός προγραμματισμός, οι επικαλύψεις αρμοδιοτήτων, η σπατάλη πόρων κ.α.. Πραγματική δύναμη προώθησης έργων και δράσεων στον τομέα των υδατικών πόρων, συνήθως είναι η εξυπηρέτηση τοπικιστικών συμφερόντων, οι πιέσεις από χρήστες νερού (αρδευτές, ΤΟΕΒ, κ.α.) ή από τοπικούς φορείς (Δήμοι – Νομαρχίες), για την κάλυψη τοπικών αναγκών και όχι ο συνολικός μακροπρόθεσμος σχεδιασμός στη βάση αρχών, όπως η ιεράρχηση αναγκών και η προστασία του περιβάλλοντος. Οι αυθαίρετες επεκτάσεις αρδεύσεων, οι αυθαίρετες κατασκευές πρόχειρων ή μόνιμων έργων (συνήθως με κρατικούς ή πόρους της αυτοδιοίκησης) σε κοίτες συλλεκτήρων ή ποταμών, οι ανορύξεις παράνομων γεωτρήσεων κ.α., είναι η αντικειμενική περιγραφή μιας κατάστασης που έχει παγιωθεί και κυριαρχεί στην Θεσσαλία, σε ότι αφορά το νερό.
Στα χρόνια της διακυβέρνησης της χώρας από τη Ν.Δημοκρατία δεν έγινε προγραμματισμός για μέτρα που αφορούν την χρήση και την προστασία των υδάτων της. Δεν έγινε καμία σύσκεψη ή ένα έγγραφο προς τις σχετικές με το αντικείμενο υπηρεσίες και φορείς. Δεν γίνεται καμία προετοιμασία για κατάρτιση προγράμματος μέτρων και παρακολούθησης της κατάστασης των υδάτων, παρότι προβλέπεται ότι στο σχέδιο διαχείρισης θα περιλαμβάνονται υποχρεωτικά και τα προγράμματα μέτρων και παρακολούθησης, για τα οποία έχουν λόγο και οι φορείς της Θεσσαλίας. Θα ζητηθεί η γνώμη τους και πότε; Δεν είναι γνωστό σε ποιο βαθμό ασκούνται οι αρμοδιότητες και εάν έχουν υλοποιηθεί η σύνταξη αναλυτικής έκθεσης χαρακτηριστικών λεκάνης απορροής Πηνειού (μέχρι 22-12-2004) και η κατάρτιση εθνικού μητρώου προστατευόμενων περιοχών. Δεν έχει συσταθεί ακόμη το Περιφερειακό Συμβούλιο Υδάτων Θεσσαλίας. Δεν γίνεται ενημέρωση των χρηστών νερού (αγρότες) και του κοινού για την νέα Οδηγία και ουσιαστική συμμετοχή στις διαδικασίες προστασίας των υδάτων, αλλά ούτε κανένας συντονισμός των φορέων για θέματα που σχετίζονται με τον προγραμματισμό, την χρήση και την προστασία των υδάτων. Δεν άρχισε η προετοιμασία για κατάρτιση προγράμματος ειδικών μέτρων κατά της ρύπανσης επιφανειακών και υπόγειων υδάτων. Δεν υπάρχει βελτίωση στις υποδομές του ελέγχου ποιότητας νερού. Δεν προστέθηκε ούτε ένας νέος σταθμός μέτρησης ποσοτικών και ποιοτικών παραμέτρων του νερού και δεν αυξήθηκαν οι λίγες μετρήσεις - παρατηρήσεις που γινόταν από την Δ/νση Υδάτων (αντίθετα μειώθηκαν στο ελάχιστο, αφού το προσωπικό ασχολείται με την χορήγηση αδειών χρήσης κ.α.).
Παρά το γεγονός ότι παρατηρούνται φαινόμενα ρύπανσης υδατικών πόρων σε διάφορα σημεία της Θεσσαλίας, δεν γίνεται καμία συστηματική προσπάθεια για την καταπολέμηση της ρύπανσης και την επιβολή διοικητικών κυρώσεων. Δεν συνεδρίασε η Εθνική Επιτροπή Υδάτων. Η Κεντρική Υπηρεσία Υδάτων δεν ασκεί τις περισσότερες από τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στα άρθρα του Ν. 3199/2003. Δεν είναι γνωστό εάν λειτουργεί το εθνικό δίκτυο παρακολούθησης ποιότητας και ποσότητας των υδάτων, ενώ υπάρχει προβληματισμός εάν αυτό είναι δυνατόν να γίνει σύντομα, όταν απαιτούνται εκατοντάδες σταθμοί για τις 235 υδρολογικές λεκάνες της χώρας και οι περισσότερες Περιφέρειες της χώρας διαθέτουν ελάχιστους. Δεν άρχισε καμία σοβαρή προσπάθεια για να προστατευτούν αποτελεσματικά οι υδατικοί πόροι από περαιτέρω υποβάθμιση και να εφαρμοστεί η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», αρχή η οποία είναι δίκαιη μεν, αλλά πολύ δύσκολα θα εφαρμοσθεί, εάν δεν αλλάξει η νοοτροπία των χρηστών και δεν οργανωθούν αποτελεσματικοί οι διοικητικοί μηχανισμοί. Δεν άρχισε καμία σοβαρή προσπάθεια προς την κατεύθυνση της διαχείρισης της ζήτησης, που θεωρείται σήμερα ως φθηνή εναλλακτική πηγή νερού σε συνδυασμό με νέα σύγχρονα αρδευτικά συστήματα. Το αρμόδιο για την διαχείριση του νερού Υπουργείο (ΥΠΕΧΩΔΕ), δεν σχεδίασε κάποιο πρόγραμμα ενημέρωσης των χρηστών και ιδιαίτερα των αγροτών, για την ανάγκη περιορισμού της σπατάλης και για τις δεσμεύσεις - προοπτικές της Οδηγίας. Την ενημέρωση, όμως, αυτή δεν έκαναν ούτε άλλο Υπουργείο, υπηρεσία ή επιστημονικός φορέας. Χρήματα που δαπανήθηκαν για να βοηθήσουν και στην εφαρμογή της Οδηγίας, δεν αξιοποιούνται όπως έχουν σχεδιασθεί, δηλαδή ως εργαλεία που βοηθούν στην λήψη αποφάσεων για την διαχείριση των υδατικών πόρων.
Υπάρχει σοβαρό έλλειμμα ενημέρωσης για την Οδηγία, τόσο στις εμπλεκόμενες υπηρεσίες όσο και στους χιλιάδες χρήστες, που θα έπρεπε ήδη να καθοδηγούνται σε αλλαγή νοοτροπίας με κατάλληλα ενημερωτικά - επιμορφωτικά προγράμματα, σύμφωνα με όσα ορίζει η Οδηγία και ο Ν. 3199/2003.
Τα σημαντικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Θεσσαλία στη διαχείριση των υδατικών πόρων, σε θεσμικό, οικονομικό, κοινωνικό, περιβαλλοντικό και τεχνολογικό επίπεδο, μπορούν σήμερα να αντιμετωπισθούν στα πλαίσια μιας στρατηγικής εθνικής υδατικής πολιτικής, που θα πρέπει επιτέλους να χαράξει η Πολιτεία, με στόχο την εξοικονόμηση νερού και την Βιώσιμη Ανάπτυξη, η οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει μέτρα αποκατάστασης του περιβάλλοντος, όπως μείωση της χρήσης υπόγειων νερών, σταδιακή αχρήστευση γεωτρήσεων (σε περιοχές που θα καθορισθούν μετά από μελέτες) και έργα τεχνητού εμπλουτισμού υπόγειων υδροφορέων (όπου είναι τεχνικά και οικονομικά εφικτό), μέτρα εξοικονόμησης νερού (εκσυγχρονισμό αρδευτικών δικτύων, νέες μεθόδους άρδευσης, κ.α.) και ενδεχομένως μέτρα διαχείρισης της ζήτησης (τιμολόγηση νερού). Για την Θεσσαλία είναι αναγκαίος ο προγραμματισμός επενδύσεων σταδιακής αντικατάστασης των υδροβόρων συστημάτων άρδευσης με άλλα πιο οικονομικά, πιλοτικό πρόγραμμα «αειφόρου» διαχείρισης και εξοικονόμησης υδατικών πόρων με σύγχρονα αυτοματοποιημένα συστήματα άρδευσης (βλ. Ισραήλ, Κύπρο, Ιταλία) και συντονισμένη προσπάθεια τοποθέτησης (έστω & δοκιμαστικά) μετρητών κατανάλωσης νερού στα συλλογικά αρδευτικά δίκτυα. Η διατήρηση των υδατικών πόρων, μέσω της εξοικονόμησης νερού, πρέπει να αποτελέσει κεντρική προτεραιότητα με αλλαγές τόσο σε πολιτικές, όσο και σε καθημερινές πρακτικές και συνήθειες.
Απαραίτητες προϋποθέσεις για τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για το περιβάλλον και για την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των οικονομικών πόρων που θα διατεθούν για παρόμοια έργα τα επόμενα χρόνια από την Ε.Ε. στη Θεσσαλία, είναι ο άμεσος εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης με εξειδικευμένο και έμπειρο τεχνικό προσωπικό και η στενή συνεργασία με όλους τους φορείς-χρήστες νερού (αγρότες, τοπική αυτοδιοίκηση κ.α.), διαφορετικά η ερημοποίηση της Θεσσαλίας θα καταστεί αναπόφευκτο γεγονός και γι’ αυτό δεν θα φέρουν ευθύνη οι κλιματολογικές αλλαγές, αλλά του κεφαλιού μας «ο κακός μας ο καιρός» και μόνον…
Σάββατο 28 Ιουλίου 2007
«H Δημοκρατία μας σε αδιέξοδο»*
από την αποκατάσταση της δημοκρατίας στη χώρα μας)
“...η ίδια είσαι εσύ, Δημοκρατία, αφρόντιστη και κακογερασμένη, βρώμικη και ντυμένη με κουρέλια που δεν σου πρέπουν...” (παράφραση του Ομήρου, “Οδύσσεια” Ω 249-250)
Η περίοδος της μεταπολίτευσης και ειδικότερα η τελευταία 20ετία αποτελούν περίοδο τάχιστων αλλαγών και γενικότερα μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας, οικονομίας και πολιτείας. Χωρίς υπερβολή, η Ελλάδα του 2007 είναι σε πολλαπλά επίπεδα μια χώρα ποιοτικά διαφορετική από την Ελλάδα του 1970. Οι δε αλλαγές που έχουν επέλθει κατά την περίοδο αυτή είναι εν πολλοίς παγιωμένες και, με την εξαίρεση δυνητικών ρήξεων παγκόσμιας εμβέλειας, όπως ένας μείζων πόλεμος ή μια οικονομική κατάρρευση, μη αναστρέψιμες.
Πιο συγκεκριμένα, στο οικονομικό επίπεδο, η Ελλάδα των αρχών του 21ου αιώνα, που ανήκει στο σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εντάσσεται στις 30 ευπορότερες οικονομίες στον κόσμο, δεν έχει καμιά σχέση με την υπανάπτυκτη ή αναπτυσσόμενη Ελλάδα των δεκαετιών του 1950 και 1960. Στο πολιτικό επίπεδο, η παγίωση της δημοκρατίας που επιτεύχθηκε μεταξύ 1974 και 1981, διαμόρφωσε για πρώτη φορά στη νεώτερη ιστορία της χώρας μας ένα πολιτικό καθεστώς, στο πλαίσιο του οποίου οι έλληνες πολίτες μπορούν να απολαμβάνουν, κατά τρόπο προϊόντος πληρέστερο, τα δικαιώματά τους και τις ελευθερίες τους. Στο διεθνές επίπεδο, η προϊούσα ένταξη της χώρας στους μηχανισμούς και τη δυναμική της ενωμένης Ευρώπης οδήγησε την Ελλάδα στον εσωτερικό πυρήνα του διεθνούς συστήματος.
Στο επίπεδο γενεών, η γενιά των Ελλήνων που γεννήθηκε το 1974 αποτελεί την πρώτη γενεά στη νεότερη ιστορία της Ελλάδας που ενηλικιώθηκε και εξακολουθεί να ζει απαλλαγμένη από συλλογικές μνήμες ταυτισμένες με τραυματικές εμπειρίες, άρρηκτα συνδεδεμένες με παγκόσμιους ή εμφύλιους πολέμους, εμφύλιες διαιρέσεις, πραξικοπήματα, δικτατορίες ή μείζονες οικονομικές κρίσεις.
Η ποιοτική αυτή αλλαγή, η οποία, ίσως, είναι και η σημαντικότερη, γίνεται ακόμη πιο εμφανής από το γεγονός ότι, για πρώτη φορά στη νεότερη ιστορία της, η Ελλάδα έπαψε να είναι χώρα εξαγωγής και έγινε χώρα εισαγωγής ανθρώπινου δυναμικού.
Μολαταύτα, ποια είναι η ποιότητα της δημοκρατίας που βιώνουμε σήμερα στη χώρα μας; Δύο από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει το σύγχρονο αντιπροσωπευτικό-κοινοβουλευτικό μοντέλο μας έχουν να κάνουν με την διαπιστούμενη μείωση της συμμετοχής και της κινητοποίησης των πολιτών και τον μερικό -ή και ολικό πολλές φορές- αποκλεισμό τους από τις διαδικασίες διαμόρφωσης και λήψης των αποφάσεων, τα οποία όχι μόνον απαξίωσαν την πολιτική, μετατρέποντας τα άτομα-πολίτες σε άτομα-ιδιώτες, αλλά – το κυριότερο – έφεραν τη δημοκρατία μας σε πραγματικό αδιέξοδο, αφού της προσέδωσαν τα χαρακτηριστικά μιας παθητικής δημοκρατίας, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να ενισχύονται τα οικονομικά κέντρα λήψης αποφάσεων έναντι των αντίστοιχων πολιτικών, διογκώνοντας το πρόβλημα του δημοκρατικού ελλείμματος, όπως αυτό εκδηλώνεται με διάφορες μορφές: απολιτική συμπεριφορά -κυρίως των νέων-, αυξανόμενη αποχή από τις εκλογικές διαδικασίες - τόσο σε τοπικό όσο και εθνικό επίπεδο-, αίσθημα απόρριψης του πολίτη από το κράτος. Εξαιτίας αυτής της εξέλιξης η πολιτική παύει να είναι για πολλούς το πεδίο όπου παίζεται η ευτυχία ή η δυστυχία μας και στο οποίο αξίζει να αφιερώσει κανείς την ενέργεια και τον χρόνο του.
Από την άλλη, η δυνατότητα της πολιτικής σκέψης να εμπνέει, ανοίγοντας νέους δρόμους και προοπτικές, αντί να αντιδρά απλώς στα ερεθίσματα και να περιορίζεται στα συνηθισμένα, έχει καταστεί από δεδομένο, απλά επιτακτική ανάγκη. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Γκίντενς, η πολιτική ζωή χωρίς ιδανικά δεν έχει αξία, αλλά και τα ιδανικά είναι κούφια αν δεν συνδέονται με τις πραγματικές δυνατότητες. Χρειάζονται, επομένως, προσανατολισμοί και στόχοι τόσο για την κοινωνία που θέλουμε να δημιουργήσουμε, όσο και για τους τρόπους και τα μέσα που θα μας οδηγήσουν σ’ αυτήν.
Διακόσια χρόνια μετά από την υιοθέτηση του αντιπροσωπευτικού συστήματος, αυτό το οποίο με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε είναι ότι το σύστημα αυτό έχει εκπληρώσει τον ιστορικό του κύκλο. Είναι σήμερα ένα σύστημα το οποίο τελειώνει, ένα σύστημα το οποίο υποχωρεί καθημερινά και δίνει πλέον την θέση του σε ένα νέο πολίτευμα, το οποίο ιστορικά δημιουργείται και θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «δημοκρατία των πολιτών». Μα θα μου πείτε, υπάρχει άλλη δημοκρατία, εκτός από την δημοκρατία των πολιτών; Δεν ταυτίζεται το αντιπροσωπευτικό σύστημα με την Δημοκρατία; Όπως έγραψε ο Αριστοτέλης, Δημοκρατία είναι το πολίτευμα στο οποίο «δήμος εστί ο κρατών», είναι το πολίτευμα στο οποίο ο λαός παίρνει ο ίδιος τις αποφάσεις για τα θέματα που τον αφορούν, μέσα από μια δημοψηφισματική διαδικασία, διότι, όπως είπε, «Ευδιαφθορότεροι γαρ εισίν οι ολίγοι των πολλών», δηλ. τους λίγους μπορείς να τους διαφθείρεις με χάρες, ρουσφέτια και με χρήματα, δεν μπορείς, όμως, να διαφθείρεις τους πολλούς και αυτή ακριβώς είναι και η δύναμη του δημοκρατικού πολιτεύματος. Όταν άλλοι παίρνουν τις αποφάσεις «αντί του λαού», αυτό δεν είναι δημοκρατία, είναι αντιπροσωπευτικό σύστημα. Κατά κυριολεξία, δεν υπάρχει δημοκρατία αντιπροσώπων, υπάρχει μόνο δημοκρατία των πολιτών.
Σήμερα που ο λαός μας έχει ένα άλλο, πολύ ανώτερο βιοτικό και διανοητικό – παρόλες τις προσπάθειες για τον υποβιβασμό του- επίπεδο, δεν μπορούμε να μιλάμε πλέον για αντιπροσώπους ποιότητας, όπως στο παρελθόν, αλλά για λαό ποιότητας, ο οποίος θα διεκδικεί συμμετοχή στην άσκηση της εξουσίας. Ιδιαίτερα σοβαρά ζητήματα δεν μπορούν σήμερα να διευθετηθούν με αποτελεσματικότητα και προοπτική να αντέξουν στο χρόνο, αν δεν αποφασιστούν με τη συμμετοχή του ίδιου του Λαού. Η συγκατάθεση, η συναίνεση του λαϊκού παράγοντα αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την λήψη, αλλά και για τη διατήρηση και ευόδωση των θεμελιωδών τουλάχιστον αποφάσεων, όπως απαραίτητη είναι ασφαλώς η ουσιαστική και διαρκής ενημέρωση του ελληνικού λαού, ώστε να αποφασίσει υπεύθυνα ασκώντας το κυριαρχικό του δικαίωμα.
Η απάντηση σε όλα αυτά είναι η ισχυροποίηση της Κοινωνικής Δημοκρατίας, το θεμέλιο της οποίας είναι η ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. Μια έννοια, οι ρίζες της οποίας βρίσκονται στην άμεση δημοκρατία της Αρχαίας Αθήνας. Συμμετοχική Δημοκρατία σημαίνει ενίσχυση του ρόλου της διαβούλευσης σε όλα τα επίπεδα, έτσι ώστε να ξαναδημιουργηθεί ένας ευνοϊκός συσχετισμός δυνάμεων υπέρ του κόσμου της εργασίας, με το κράτος ρυθμιστή και όχι θεατή της αγοράς και εγγυητή της κοινωνικής πολιτικής. Σημαίνει συμμετοχή στα κέντρα λήψης αποφάσεων μέσα από την αναβάθμιση της πληροφόρησης, με δικαιοδοσίες και εξουσίες στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας, είτε σε επίπεδο κόμματος, είτε σε επίπεδο κράτους με σημείο αναφοράς την περιφέρεια. Η συμμετοχική δημοκρατία είναι εκ των προτέρων μια προοδευτική δημοκρατία, γιατί θέτει ως προτεραιότητα στο επίκεντρο της πολιτικής τον Πολίτη και προϋποθέτει τη ριζική αποκέντρωση, την προοδευτική και συμμετοχική διακυβέρνηση.
Οι θεσμοί της συμμετοχικής δημοκρατίας είναι τρεις: το δημοψήφισμα, η ανάκληση και η νομοθετική πρωτοβουλία πολιτών, δηλαδή η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία. Οι θεσμοί αυτοί και κυρίως το δημοψήφισμα – ένας κατεξοχήν θεμελιώδης, δημοκρατικός, ελληνικός θεσμός - αποτελούν την μόνη απάντηση στην γενικότερη κρίση που μας περιβάλλει, η οποία είναι μεταξύ άλλων κρίση πολιτική, είναι κρίση θεσμών, κρίση αξιών. Και το παράδοξο είναι ότι όσο αυτή η κρίση του αντιπροσωπευτικού συστήματος μεγαλώνει τόσο, όσο πιο κοντά είναι η δημοκρατία των πολιτών. Ένα από τα πλέον γνωστά ιστορικά παραδείγματα επιβεβαιώνει αυτή την διαπίστωση.
Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα στη Καλιφόρνια, όπου πλέον η διαφθορά είχε φθάσει στο αποκορύφωμά της, μια ομάδα πολιτών κατόρθωσε να τοποθετήσει στην διαδικασία αναθεώρησης του συντάγματος μία διάταξη για το δημοψήφισμα με πρωτοβουλία πολιτών, δηλαδή το δημοψήφισμα στη διεξαγωγή του οποίου είναι υποχρεωμένη να προχωρήσει η κρατική εξουσία, εφόσον συγκεντρωθεί ένας αριθμός υπογραφών. Από τότε η Καλιφόρνια των ΗΠΑ αποτελεί λαμπρό παράδειγμα εφαρμογής θεσμών άμεσης δημοκρατίας παγκοσμίως. Και αν αναλογιστεί κανείς ότι η Καλιφόρνια είναι πέντε φορές μεγαλύτερη από την Ελβετία σε πληθυσμό και πολύ περισσότερη σε έκταση αντιλαμβάνεστε την μεγάλη σημασία αυτής της εξέλιξης.
Η συμμετοχική δημοκρατία είναι αυτή που μπορεί να ξανακάνει τη δημοκρατία μας ενεργητική, είναι η απάντηση της σύγχρονης αριστεράς στον νεοδεξιό λαϊκισμό, είναι ο ριζοσπαστισμός που απαιτείται για να στρέψουν το βλέμμα οι πολίτες και πάλι στην πολιτική με πίστη και αισιοδοξία. Είναι το μεγάλο στοίχημα για τις προοδευτικές δυνάμεις στο ξεκίνημα του 21ου αιώνα και ταυτόχρονα ένας δρόμος δύσκολος, προκλητικός αλλά και όμορφος. Αν δεν αναληφθεί άμεσα δράση, αύριο ο πολίτης θα γίνει περισσότερο κυνικός. Την επόμενη ημέρα θα είναι θυμωμένος και την μεθεπόμενη θα χάσει κάθε ελπίδα ή θα βρει ελπίδα στον εξτρεμισμό, τον φονταμενταλισμό και τη βία…
Δευτέρα 16 Ιουλίου 2007
Η Ελλάδα σε ελεύθερη πτώση…
Δεν ξέρω τι συμβαίνει σε σας, αλλά πραγματικά είναι φορές που μόνο υπερήφανος ως Έλληνας δεν μπορώ να αισθάνομαι με όλα αυτά που συμβαίνουν στη χώρα μου. Θα μου πείτε πως υπήρχαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι και άλλα συναφή, μόνο που την καραμέλα αυτή δεν μπορεί να την μασάμε συνεχώς σε όλη μας τη ζωή. Άλλωστε δεν με πληγώνει η αρχαία, αλλά η νέα Ελλάδα.
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου μπορεί ο Έλληνας να περίμενε την περίοδο των εκπτώσεων για να κάνει μαζικές αγορές, πλην, όμως, βίωνε και βιώνει μια διαρκή περίοδο εκπτώσεων σε όλα τα άλλα επίπεδα, από την οποία δεν φαίνεται ότι θα εξέλθουμε σύντομα, αφού προηγουμένως δεν συνειδητοποιήσουμε την αναγκαιότητα αυτή. Άλλωστε, μια μελέτη της επικαιρότητας επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές.
Η Ελλάδα έχει χάσει, χάνει και θα χάνει πολλές ευκαιρίες και χρόνο για να αναπτυχθεί. Η μεγαλύτερη, ίσως, χαμένη ευκαιρία είναι οι χρηματοδοτήσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση τα τελευταία 26 χρόνια που σκοπό είχαν να βοηθήσουν τη χώρα να δημιουργήσει ουσιαστικές παραγωγικές δομές, στις οποίες εν συνεχεία θα στηριζόταν για να επιτύχει την σταδιακή ανάπτυξή της με τις δικές της δυνάμεις.
Το πώς χρησιμοποιήθηκαν και το τι αποτέλεσμα είχαν αυτές οι γενναίες εισροές χρημάτων είναι σε γενικές γραμμές γνωστό: καταναλωτικά αγαθά (σπίτια, αυτοκίνητα, κ.ά.- βλ.περίπτωση Παντείου Πανεπιστημίου), μεγάλα τεχνικά έργα, σεμινάρια επιμόρφωσης, και άλλα παρόμοια. Είκοσι έξι χρόνια μετά η ύπαιθρος συχνά θυμίζει παλιότερες εποχές, με τη μόνη διαφορά ότι την έχουμε ρυπάνει σε απίστευτο βαθμό περιβαλλοντικά και αισθητικά, οι μειονεκτικές περιοχές παραμένουν μειονεκτικές ή χειροτερεύουν, οι παράκτιες τουριστικές περιοχές στενάζουν αλλοιωμένες και εξαθλιωμένες, η ποιότητα ζωής σε πόλεις κάθε μεγέθους είναι σε ελεύθερη πτώση, ο αναλφαβητισμός έχει αυξηθεί κατά τόπους, οι περιβαλλοντικές ασθένειες γιγαντώνονται, ο φυσικός πλούτος καταστρέφεται, ο πολιτιστικός παραμένει θαμμένος, η διαχείριση της δημόσιας περιουσίας νοσεί, για την εξυγίανση της οποίας, αντί άλλων, ανακαλύψαμε την σταδιακή εκποίησή της.
Όσο για την εγχώρια επιχειρηματικότητα; Ζητείται ορισμός της επιχειρηματικότητας, που περιλαμβάνει εκτός από τη δημιουργική-καινοτομική δραστηριότητα και την μεταπρατική, την μεταπώληση ιδεών, προϊόντων, και όχι μόνο ....
Μερικές δεκαετίες πιο πίσω, η μεταπολεμική Ελλάδα προσκάλεσε πάλι επενδύσεις. Έγινε κάποιος απολογισμός να μάθουμε τι παραγωγικό κεφάλαιο και ποιότητα ζωής απέμειναν; Μα κι εκεί που έγινε απολογισμός δεν φαίνεται να ωφέλησε. Για τις κρατικές ενισχύσεις που δόθηκαν μετά το ’60 και δίνονται ακόμα με τους αναπτυξιακούς νόμους για τουριστική ανάπτυξη, τα θετικά αποτελέσματα είναι πενιχρά, σε σχέση με τα κονδύλια που διατέθηκαν. Διαρροές τουριστικών εισπράξεων στο εξωτερικό, ισοζύγιο του κλάδου αρνητικό (περισσότερες εισαγωγές από εξαγωγές), προσφορά και ζήτηση διεθνώς ελεγχόμενη και εξαρτημένη, περιβαλλοντική και κοινωνική επιβάρυνση σοβαρότατη (υπερκατανάλωση νερού, υπερπαραγωγή απορριμμάτων, καταστροφή δασών, υδροβιοτόπων, ακτών, αισθητική και πολιτιστική αλλοίωση, πτώση μορφωτικού επιπέδου), υπερπροσφορά κλινών.
Και σήμερα η χώρα βρίσκεται σε αναπτυξιακή τροχιά που καταστρέφει το εγχώριο παραγωγικό κεφάλαιο και μαζί του τις ευκαιρίες εγχώριας διαρκούς ανάπτυξης, που μόνο αυτό μπορεί να υποστηρίξει.
Η εξήγηση όλων τούτων είναι γνωστή και χιλιοειπωμένη. Χάσαμε, χάνουμε και θα χάνουμε ευκαιρίες γιατί στη μεταπολεμική Ελλάδα η ανάπτυξη αφέθηκε και παραμένει χωρίς καθοδήγηση από όραμα και δημόσιο σχεδιασμό για να υλοποιήσει αυτό το όραμα. Αλλά ο δημόσιος σχεδιασμός, με γνώμονα το κοινό καλό, αυτό το ταλαίπωρο «δημόσιο συμφέρον», θέλει πρωτίστως συνετούς άρχοντες και αρχόμενους. Είναι κοινή διαπίστωση ότι επικρατεί ένας ανελέητος ατομικισμός, γέννημα και γενεσιουργός αιτία της έλλειψης δημόσιου σχεδιασμού. Έτσι, σπάνια οι πόροι χρησιμοποιούνται σωστά και όταν συμβεί αυτό μάλλον κατά (καλή) τύχη συμβαίνει. Και οι πακτωλοί των χρημάτων που εισέρευσαν και εισρέουν (από τα ΚΠΣ) χάθηκαν και χάνονται για ενίσχυση μικρών και μεγάλων ιδιωτών, αντί να χρηματοδοτήσουν το δημόσιο σχεδιασμό.
Η διαφθορά, η κακοδιαχείριση και η κακοδιοίκηση είναι η ντροπή της σύγχρονης κοινωνίας. Υποσκάπτει τα θεμέλια της, εισάγοντας μεθόδους υποκόσμου στην καθημερινή ζωή. Καλλιεργεί κλίμα παρακμής, ανηθικότητας, σήψης, διάλυσης, παράλυσης και υπονομεύει κάθε έννοια αξιοκρατίας, υγιούς προσπάθειας, αξιοσύνης, και ηθικής. Δικαιώνει τον ανήθικο, τον καιροσκόπο, τον ανεπρόκοπο, τον φανφαρόνο και τιμωρεί τον άξιο, τον ευθύ, τον εργατικό, τον παραγωγικό και τίμιο άνθρωπο. Έχει μέγιστες αρνητικές επιπτώσεις στην κοινωνική ηθική, στον πολιτισμό, στην κουλτούρα της χώρας, τελματώνει την υγιή δημιουργία και επιβάλει την ηγεμονία των μετρίων και των αθλίων. Για την οικονομία, είναι κατ’εξοχήν αντιπαραγωγική, αποτρέπει τις επενδύσεις, μειώνει κατακόρυφα την ανταγωνιστικότητα με οδυνηρές συνέπειες στο μέτωπο της ανεργίας. Για όλα τα παραπάνω, δεν πρέπει να αρκεστούμε πλέον στον εξορκισμό της. Χρειάζεται επειγόντως η κατάλληλη στρατηγική και πολιτική βούληση για την αντιμετώπισή της με την προώθηση των αναγκαίων θεσμών διαφάνειας και ελέγχων. Η κυβέρνηση, η αντιπολίτευση, οι διάφοροι αντιπροσωπευτικοί φορείς της κοινωνίας, η ΓΣΕΕ, ο ΣΕΒ, τα ΜΜΕ, οφείλουν να κινητοποιηθούν και να δημιουργήσουν το κατάλληλο κλίμα. Για το ίδιο θέμα, θα πρέπει να συσταθεί διακομματική επιτροπή της Βουλής που θα μελετήσει το όλο πρόβλημα και θα καταλήξει σε συγκεκριμένες προτάσεις. Το νομοθετικό πλαίσιο ελέγχων και κυρώσεων πρέπει να ισχυροποιηθεί και να γίνει πιο αποτελεσματικό στην πράξη. Ακόμη, προτείνεται η αναβάθμιση, ενίσχυση και ισχυροποίηση του Σώματος Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης που θα αναφέρονται στο Συνήγορο του Πολίτη και θα στελεχώνονται από εναλλασσόμενους ανά τριετία ανώτερους δημόσιους λειτουργούς ή κατ’ ανάθεση εναλλασσόμενα στελέχη που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, δικηγόροι, φοροτεχνικοί, μηχανικοί, χημικοί, περιβαλλοντολόγοι, κλπ..
Η εναλλαγή των διευθυντικών στελεχών σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες και φορείς ανά τριετία, αποτελεί ένα απόλυτα αναγκαίο διοικητικό μέτρο ενάντια στην κακοδιαχείριση και κακοδιοίκηση. Τέλος, το «πόθεν έσχες» όλων των δημόσιων υπαλλήλων, δικαστικών, στρατιωτικών, αστυνομικών, πανεπιστημιακών, είναι αυτονόητο πως πρέπει να αποτελεί κοινή πρακτική. Γιατί η συντριπτική πλειοψηφία των υγιών δημόσιων υπαλλήλων και λειτουργών δεν μπορεί να είναι υπόλογοι για τους ελάχιστους επίορκους, οι οποίοι όμως δανείζουν το γκρίζο χρώμα τους στη δημόσια διοίκηση της χώρας, που όλοι θέλουμε και αναμένουμε να είναι αλλιώτικη απ’ αυτή που είναι. Γιατί η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι Μπανανία.
Πάνω στα προβλήματα αυτά η κυβέρνηση της Ν.Δ. ευαγγελίστηκε ότι θα επιφέρει σημαντικές αλλαγές, δίνοντας απλόχερα υποσχέσεις προς όλους. Δυστυχώς, όμως, τρία χρόνια μετά ο απολογισμός είναι θλιβερός. Πλήρης ανεπάρκεια διαχείρισης και επίλυσης των προβλημάτων, αντιμετώπιση της χώρας ως λάφυρο, όπου γίνονται έργα βιτρίνας και όχι ουσίας. Άλλα τρία χρόνια χαμένα…
Εν κατακλείδι, αν και η πολιτική χαρακτηρίστηκε ως η τέχνη του εφικτού (Otto Von Bismarck), δυστυχώς τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας μετεξελίχθηκε ως η επιλογή ανάμεσα στο δυσάρεστο και το καταστροφικό (J.K.Galbraith), για να διατηρηθεί ή να κατακτήσει ένα κόμμα την εξουσία. “Είναι γηρασμένη, αποτυχημένη και χωρίς έμπνευση”, όπως είχε πει και ένας έφηβος στην Βουλή... Η νέα γενιά έχει νου και γνώση, εμείς;
Παρασκευή 6 Ιουλίου 2007
Οι ήρωες του καναπέ…
Η απόσειση των ευθυνών από πάνω μας και η μεταφορά τους σε κάποιον τρίτον ή το καμουφλάρισμα της αδυναμίας μας, μέσω της πρόσδωσης μυθολογικών χαρακτηριστικών στον αντίπαλο, είναι η φυσική άμυνα που προβάλλουμε από τα παιδικά μας ακόμη χρόνια, αναπαράγοντας ακούσια το μοντέλο συμπεριφοράς των πρωτοπλάστων.
Θέλει γενναιότητα ψυχής, αλλά και καλλιέργεια του πνεύματος έτσι ώστε να μπορέσει κάποιος να ξεπεράσει αυτά τα πρωτόγονα αντανακλαστικά του, αναλαμβάνοντας όχι μόνον τις ευθύνες του για τα σφάλματα και τις παραλείψεις του, αλλά και να μη διστάσει να ζητήσει ταπεινά συγνώμη από εκείνον ή εκείνους που ζημίωσε ηθελημένα ή άθελά του.
Εν προκειμένω, πάνε τρία χρόνια και μισό από τις τελευταίες εθνικές εκλογές. Πριν και μετά από αυτές, η Δεξιά είχε δώσει τρεις και μισή μεγάλες υποσχέσεις. Η πρώτη να επανιδρύσει το κράτος· Ο απολογισμός της μέχρι σήμερα περιέχει ανακρίσεις Πακιστανών προσφύγων από ξένους πράκτορες σε ελληνικό έδαφος, τηλεφωνικές υποκλοπές εις βάρος πολιτών και πολιτικών από ξένα κέντρα, ξυλοδαρμούς πολιτών σε αστυνομικά τμήματα και στους δρόμους, κατάλυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και, τέλος, την αδυναμία προστασίας του τελευταίου δάσους της Αττικής. Του δάσους της Πάρνηθας.
Η δεύτερη υπόσχεση ήταν να κυβερνήσει σεμνά και ταπεινά· Απολογισμός της μέχρι σήμερα η εξαπάτηση των συμβασιούχων, η στελέχωση του δημόσιου χώρου με, ήδη υπόδικους, ημετέρους, ο ανεξήγητος πλουτισμός «δικών της παιδιών» και η προκλητική συμπεριφορά τους.
Η τρίτη υπόσχεση της ήταν να εξυγιάνει την οικονομία· Ο απολογισμός μέχρι σήμερα περιέχει αύξηση της έμμεσης φορολογίας (19% ο Φ.Π.Α., απλησίαστα τα καύσιμα), αύξηση της ακρίβειας, η οποία εξανέμισε εισοδήματα, αύξηση της ανεργίας στο πρώτο τρίμηνο του 2007, σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδος (ΕΣΥΕ), ατράνταχτη απόδειξη για την απραξία της Κυβέρνησης στο μείζον κοινωνικό πρόβλημα που αφορά όχι μόνο τους νέους αλλά και ευρύτερες κοινωνικές ομάδες, όπως τις γυναίκες. Συγκεκριμένα, διαμορφώθηκε στο 9,1% στο πρώτο τρίμηνο του 2007, έναντι 8,8% στο τέταρτο τρίμηνο του 2006, με τους μακροχρόνια ανέργους (πάνω από ένα χρόνο χωρίς δουλειά) να αποτελούν το 49% του συνόλου. Το ποσοστό ανεργίας των γυναικών (13,9%) εξακολουθεί να είναι υπερδιπλάσιο από εκείνο των ανδρών (5,7%), ενώ το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας (18,2%) παρατηρείται στους νέους, ηλικίας 15-29 ετών, με το αντίστοιχο ποσοστό των νέων γυναικών να φθάνει στο 24,8% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού τους.
Και σαν να μην έφταναν αυτά, σε μια στιγμή που η χώρα βιώνει ήδη τα αποτελέσματα μιας οικολογικής καταστροφής, την ώρα που η Πάρνηθα, ο τελευταίος πνεύμονας πρασίνου της Αττικής, καταστράφηκε, την ώρα που έχει γίνει στάχτη η μισή Ελλάδα (συμπεριλαμβανομένου και του νοτίου Πηλίου, για να μην ξεχνιόμαστε), ο κ.Καραμανλής μιλώντας στο προσυνέδριο του κόμματός του στα Γιάννενα για το περιβάλλον και την αειφόρο ανάπτυξη:
• Δεν βρήκε μια λέξη να πει, που να αφορά τις ευθύνες του ιδίου και της κυβέρνησης του και βεβαίως την ανάληψη τους.
• Δεν εξήγησε, γιατί έχει αφήσει την Πυροσβεστική Υπηρεσία χωρίς στελέχη και τον τεχνικό εξοπλισμό και τα οχήματα του Σώματος χωρίς κάλυψη, αφού δεν προσέλαβε επί τρεισήμισι έτη, τους 4.000 πυροσβέστες που είναι αναγκαίοι, “ξεχνώντας” τη δική του δέσμευση, το 2004, για άμεση πρόσληψη 3.000 πυροσβεστών.
• Δεν εξήγησε, πως η κυβέρνηση του ιεραρχεί τις προτεραιότητες. Γιατί προσλαμβάνει αγροφύλακες και όχι πυροσβέστες.
• Δεν είπε μια λέξη για το μηδενισμό των επενδύσεων στη ΔΕΗ και το επί 4 χρόνια ασυντήρητο δίκτυό της.
Εν τέλει, με εξαίρεση τοπικό βουλευτή του κυβερνώντος κόμματος, που αισθάνθηκε την ανάγκη να ζητήσει ανοικτά συγνώμη, ουδείς έτερος αισθάνθηκε την ανάγκη να ζητήσει συγνώμη και να αναλάβει απερίφραστα τις ευθύνες του, έστω για τα αποκαΐδια της εμφανούς απραξίας τους, απεναντίας, προκειμένου να καμουφλάρουν τις ευθύνες τους, επιχείρησαν να εμφανίσουν τους εαυτούς τους οι μεν υπουργοί εν είδει ηρώων του καναπέ, ο δε πρωθυπουργός ως στρατηλάτη του γραφείου, οι οποίοι έδωσαν τάχα μια άνιση μάχη εναντίον των καιρικών φαινομένων, στα οποία προσέδωσαν προηγουμένως μυθολογικές διαστάσεις, άσχετα εάν γνωρίζαμε οι πάντες από μήνες πριν για το θερμό καλοκαίρι που θα ερχόταν, φροντίζοντας ήδη από τότε να μας καθησυχάζουν για την δήθεν πλήρη ετοιμότητα του κρατικού μηχανισμού.
Το χειρότερο, όμως, είναι ότι αυτές τις δικαιολογίες δεν τις ακούμε πλέον από παιδάκια, αλλά από μια κυβέρνηση που θέλει να λέγεται υπεύθυνη…
Παρασκευή 29 Ιουνίου 2007
Οδηγός επιβίωσης…
Σε μια πρωτόγονη κοινωνία, όπου επικρατεί ο νόμος της ζούγκλας, κανείς δεν έχει την αξίωση για την εφαρμογή κανόνων πρόνοιας ή κοινωνικής πολιτικής. Απεναντίας αυτοί που κατορθώνουν να επιβιώσουν είναι αυτοί που μαθαίνουν να προφυλάσσονται από τις κακοτοπιές, τα θηρία, τα δηλητηριώδη βότανα και τα καμώματα της φύσης. Οι άλλοι αποτελούν γρήγορα παρελθόν…
Ανάμεσα στις ασύντακτες αυτές χώρες και εκείνες που ονομάζονται αναπτυγμένες, υπάρχουν κι εκείνες που χαρακτηρίζονται ως αναπτυσσόμενες, που δεν είναι, όμως, ούτε αναπτυγμένες, ούτε ακριβώς και πρωτόγονες, αλλά φέρουν χαρακτηριστικά και των δύο. Το πού θα καταλήξουν θα το κρίνει το μέλλον. Εξαίρεση βέβαια αποτελούν εκείνες που από πρωτόγονες μετεξελίχθηκαν πολύ γρήγορα σε αναπτυγμένες χώρες, αφού απέκτησαν υποδομές, δημιούργησαν σύγχρονη ανθρώπινη δημόσια διοίκηση και προπαντός έδωσαν έμφαση στον άνθρωπο – πολίτη.
Η Ελλάδα είναι το κατεξοχήν παράδειγμα μιας αναπτυσσόμενης χώρας, η οποία απέναντι σε χώρες όπως η Αλβανία, τα Σκόπια, η Βουλγαρία, το “παίζει” αναπτυγμένη, ενώ απέναντι στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες συμπεριφέρεται ως το αδέξιο και ακατάστατο παιδί της παρέας. Για μας, όμως, τους κατοίκους της, που έχουμε ενστερνιστεί αυτή την σχιζοφρενική διπροσωπία, μόνον όταν συμβαίνουν αποκλίσεις των καιρικών φαινομένων αντιλαμβανόμαστε την μικρότητά μας και νοιώθουμε απροστάτευτοι, ωσάν σε ζούγκλα, αναφωνώντας “πού είναι το κράτος” και “δεν υπάρχει κράτος”, ενώ στις άλλες στιγμές είμαστε χαμένοι στην μακαριότητα και τον απάθεια του καταναλωτικού μας ευδαιμονισμού.
Από την μεταπολίτευση κυρίως και εντεύθεν, δηλαδή από τότε που αρχίσαμε να ενδιαφερόμαστε μόνον για τον εαυτό μας και αφήσαμε, χωρίς ουσιαστικά κριτήρια, τα ζητήματα της πολιτείας να τα διαχειρίζονται τρίτοι, θεωρώντας πως η δική μας δουλειά είναι να ασχολούμαστε μόνον με τα μικροπροβλήματα της καθημερινότητάς μας, στην ουσία εκθρέψαμε την αδιαφορία μέσα και έξω από το σπίτι μας και δεν μας φταίει κανείς από τους πολιτικούς, που εμείς επιλέξαμε, για την αδυναμία τους να αντιμετωπίσουν τις καταστροφές, που έρχονται κατά καιρούς πάνω στα κεφάλια μας (πλημμύρες, βαρυχειμωνιές, καταστροφικές πυρκαγιές). Αλήθεια, με ποια κριτήρια ορίζετε ότι κάποιος είναι ο άριστος πολιτικός που θα θέλατε;
Όσο δεν αλλάζουμε μυαλά, ολοένα και μεγαλύτερες συμφορές θα μας έρχονται. Αυτός ο τρόπος συμπεριφοράς μας έχει πλέον χρεοκοπήσει και καλά θα κάνουμε να το καταλάβουμε όσο γίνεται πιο γρήγορα, διότι διαφορετικά ο δρόμος αυτός δεν θα έχει τελειωμό. Είναι δε παντελώς αφελές να πιστεύουμε ότι δύο ή τρία ικανά άτομα θα μπορούν πάντοτε να ισοσκελίζουν την αδιαφορία και την ανικανότητα των πολλών. Και για να το κάνουμε πιο λιανό, μια ομάδα διαπρέπει όταν ο προπονητής, αλλά και οι παίχτες είναι άριστοι και συνεργάζονται άψογα, ενώ σε διαφορετική περίπτωση, ο καθένας απ’αυτούς θα κινηθεί αναγκαστικά στην μετριότητα.
Θέλει πολύ για να καταλάβουμε ότι στην Ελλάδα ζούμε αποκλειστικά και μόνον από συμπτώσεις και δεν υπάρχει εξασφάλιση για τίποτα και για κανέναν; Και επειδή "η σύμπτωση είναι η μεγαλοφυΐα της τύχης", είναι παράλογο να εναποθέτουμε το μέλλον της κοινωνίας μας μονίμως στη τύχη. Ή θα αλλάξουμε νοοτροπία, αποκτώντας πιο ενεργή και ουσιαστική συμμετοχή στα Κοινά ή καλύτερα να εφοδιαστούμε ο καθένας μας με ένα οδηγό επιβίωσης της καθημερινότητας και «ο σώζων εαυτόν σωθήτω»!!
Αφορμή για το παρόν άρθρο αποτέλεσε η καταστροφή του Πηλίου από την πύρινη λαίλαπα και πέρυσι η βύθιση της Νεαπόλεως από τα νερά του Ξηριά και αύριο δεν ξέρω εγώ τι…
Αντί επιλόγου, σας παραθέτω αυτούσιο ένα απόσπασμα από τα «δολώματα για τον κανένα» του Οδυσσέα Ελύτη (από τα «ΜΙΚΡΑ ΕΨΙΛΟΝ», που περιλαμβάνονται στο βιβλίο ΕΝ ΛΕΥΚΩ), γιατί αυτός ο τόπος, παρότι κάποιοι μας κάνουν να αισθανόμαστε ότι ομοιάζει σε ζούγκλα, εντούτοις, χάριν κάποιων ολίγων, αισθάνεσαι ότι είναι ευλογημένος:
«Ένα τριαντάφυλλο που γίνεται ποίηση μπορεί να σε συντρίψει πολύ περισσότερο από μια γροθιά που δεν γίνεται ποίηση. Μυριάδες λόγια μαραίνονται στα κόκκινα βιβλία όταν ένα απλό κοριτσάκι πυροβολεί. Καθώς φαίνεται, ακόμη και για ν’ ανατραπούν καθεστώτα -τι θρίαμβος- χρειάζεται η καλή ποιότητα.
Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά. Με πλήρη επίγνωση ότι μια μέρα ο πλανήτης αυτός θα καταψυχθεί ή θ’ αναφλεγεί μαζί με τα επιτεύγματα τους. Άλλης λογής ήρωες, που, αυτοί, θα βγάλουν ασπροπρόσωπη την ποτέ ανθρωπότητα»…
Τρίτη 12 Ιουνίου 2007
Ζητείται ειλικρίνεια…
Ίσως να είμαστε η μοναδική χώρα στον κόσμο όπου ένα χρόνο πριν την επίσημη ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών, η προκήρυξή τους συζητείται τόσο έντονα.
Η αντιπολίτευση είναι λογικό να ζητά εκλογές. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτή είναι και η δουλειά της. Η κυβέρνηση όμως; Θα ήθελα να θέσω τρία ερωτήματα;
Πρώτον, πώς θα αιτιολογήσει ο πρωθυπουργός την προκήρυξη εκλογών; Μήπως ότι τάχα πλησιάζει η εποχή που πρόκειται να εξεταστεί η περίπτωση της ένταξης των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. και ζητάμε εκλογές για να ασκήσουμε βέτο;
Δεύτερον, μήπως δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για τη Νέα Δημοκρατία για να πάει σε εκλογές; Το λέω αυτό γιατί η κυβέρνηση επί τρεις μήνες ήταν στο «καναβάτσο» και το σφυροκόπημα ήταν ανελέητο για το ζήτημα των ομολόγων. Μάλλον θα ήταν παγκόσμια πρωτοτυπία το γεγονός αυτό να θεωρείται πλεονέκτημα για την κυβέρνηση. Διότι σε πρόωρες εκλογές πας όταν έχεις πλεονέκτημα και μάλιστα ισχυρό και όχι για να τις χάσεις. Διαφορετικά εξαντλείς την τετραετία. Εθελοντή «αυτόχειρα» στην πολιτική δεν έχω γνωρίσει. Και προς το παρόν όλα δείχνουν ότι «το ταμείο είναι μείον» για την Κυβέρνηση και την Ν.Δ..
Τρίτον, η κυβέρνηση δεν έχει διαμορφώσει εκλογική ατζέντα. Με ποια θέματα θα πάει σε εκλογές; Τη διαφθορά και την ανάγκη ύπαρξης διαφάνειας στον δημόσιο βίο; Ή με την οικονομία και τα επιτεύγματά της σε αυτό τον τομέα; Μάλλον με το δεύτερο, γιατί οι εκλογές κρίνονται, κυρίως στην οικονομία. Αλλά τέτοιου είδους ατζέντα δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί, καθώς μπορεί να μπήκαμε στην επιτήρηση και να βγήκαμε απ’ αυτήν “πλουσιότεροι”, αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα για τους πολίτες εάν δεν το νοιώσουν και στην τσέπη τους.
Υπάρχει μια ακόμα περίπτωση που προκηρύσσει ο πρωθυπουργός νωρίτερα εκλογές. Όταν θέλει να πει πως έχει λαϊκή υποστήριξη για "αντιλαϊκό" μέτρο, όπως συνέβη π.χ. στην Ιαπωνία, όπου αίτια για την προκήρυξη πρόωρων εκλογών ήταν η ιδιωτικοποίηση των ταχυδρομείων. Όμως εδώ δεν είμαστε σε αυτήν την περίπτωση. Και πραγματικά με το θέμα των ομολόγων δεν μπορείς να πας σε εκλογές ότι και να δείχνουν οι μισθωμένες δημοσκοπήσεις.
Από την άλλη, ποιούς ευνοούν οι πρόωρες κάλπες; Οι πρόωρες εκλογές δεν ωφελούν κανέναν. Ακόμη και αυτούς που ζητούν εκλογές εδώ και τώρα. Όπως καταγράφεται και από τις δημοσκοπήσεις, το εκλογικό σώμα ζητά οι εκλογές να γίνουν στην ώρα τους.
Μπορεί, λοιπόν, ο πρωθυπουργός να έχει δηλώσει ότι «τέλος της τετραετίας είναι ο Μάρτιος 2008. ‘Όταν λέμε εξάντληση της τετραετίας, εννοούμε εξάντληση της τετραετίας», αλλά ο Καραμανλής μέχρι σήμερα έχει αποδείξει ότι λειτουργεί με την κοινή λογική. Και επειδή η ειλικρίνεια σπανίζει, γι’ αυτό εκλογές μάλλον από Σεπτέμβριο. Για να μην πούμε τον Μάρτιο του 2008. Το μέλλον θα δείξει…
Παρασκευή 30 Μαρτίου 2007
Η Ευρωπαϊκή Ένωση απέναντι στο μέλλον, αλλά και στο Διεθνές Σύστημα*
*(βλ.εκτενή αναφορά στη Βικιπαίδεια, από την οποία αντλήθηκαν χρήσιμες πληροφορίες)Τα αρνητικά δημοψηφίσματα των γάλλων και ολλανδών πολιτών για την επικύρωση της Ε.Σ.Σ., αλλά και η μη εξεύρεση λύσης στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (16 – 17 Ιουνίου 2005), σχετικά με τον προϋπολογισμό της Ένωσης για την περίοδο 2007 – 2013, επιτείνουν την ανάγκη για θεσμική και πολιτική ενδυνάμωση της Ένωσης.
Το δίδαγμα που απορρέει από την πρόσφατη εμπειρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τόσο στο εσωτερικό της, όσο και σε συνάρτηση με το διεθνές περιβάλλον, είναι ότι ουσιαστικά θέματα πολιτικής και θεσμικά ερωτήματα αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο και έτσι πρέπει να αντιμετωπισθούν. Τα θεσμικά ζητήματα δεν μπορούν εύκολα να διαχωριστούν από θέματα πολιτικής.
Κατ’ αρχάς, ο ρόλος και η θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο διεθνές περιβάλλον:
Πρόκειται, ίσως, για το σημαντικότερο πρόβλημα. Η Ένωση, αν και «προϊόν» της μεταπολεμικής πολιτικής τάξης πραγμάτων, επέδειξε μέχρι στιγμής εξαιρετική ικανότητα απορρόφησης των συνεπειών από τις αλλαγές και απάντησε ικανοποιητικά στις περισσότερες των προκλήσεων. Οι προκλήσεις, όμως, προσλαμβάνουν τώρα οξύτερο χαρακτήρα μετά την επιτάχυνση της διαδικασίας ενοποίησης ολόκληρης της ηπείρου, μετά και την ένταξη των δώδεκα (10 + 2) νέων κρατών μελών.
Το ερώτημα που παραμένει μετά την πρόσφατη και σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές βαθιά πολιτική κρίση (γαλλικό και ολλανδικό δημοψήφισμα – αποτυχία Ευρωπαϊκού Συμβουλίου 16ης & 17ης Ιουνίου 2005 στο θέμα του προϋπολογισμού της Ένωσης για την περίοδο 2007 – 2013) είναι εάν η ενοποιημένη πλέον «Ευρώπη» θα εξακολουθήσει να αποδίδει την ίδια σημασία στη διαδικασία προώθησης της ευρωπαϊκής ενοποίησης και εάν θα μπορέσει να απορροφήσει ομαλά τα νέα μέλη, χωρίς δηλαδή να υπονομεύσει τη θεσμική της ισορροπία και να αλλοιώσει το περιεχόμενο και τους στόχους της ενοποίησης.
Όπως καταδεικνύουν και οι αναλύσεις των δημοσκοπήσεων για τα αρνητικά αποτελέσματα του γαλλικού και του ολλανδικού δημοψηφίσματος, γίνεται ευρύτερα αποδεκτό ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αντιπροσωπεύει το οργανωτικό πλαίσιο, το οποίο μπορεί να εξασφαλίσει τη σταθερότητα και να υποβοηθήσει την ανάδειξη της νέας ευρωπαϊκής πραγματικότητας και, συνεπώς, θα πρέπει να αποτελέσει το θεσμό γύρω από τον οποίο θα οικοδομηθεί η νέα Ευρώπη, «η Ευρώπη του Μέλλοντος».
Ωστόσο, η μη επικύρωση της Ευρωπαϊκής Συνταγματικής Συνθήκης ισοδυναμεί με επιστροφή στη Συνθήκη της Νικαίας, οι διατάξεις της οποίας δυσχεραίνουν την εξέλιξη της Ένωσης τόσο στο εσωτερικό της επίπεδο όσο και στις εξωτερικές της σχέσεις.
Για το σκοπό αυτό η Ένωση θα πρέπει να αποκτήσει τις αναγκαίες «εξουσίες» και «μέσα», πράγμα που θέτει ως αίτημα τη θεσμική και πολιτική ανάπτυξη της Ένωσης προς την κατεύθυνση της διαμόρφωσης κυβερνητικών θεσμών, κάτι το οποίο επιχειρείται μέσα από τις διατάξεις της Ε.Σ.Σ. οι οποίες προβλέπουν τη θέσπιση θέσης μόνιμου Υπουργού Εξωτερικών της ΕΕ καθώς και της Υπηρεσίας Εξωτερικής δράσης η οποία θα δρα επιβοηθητικά στο έργο του.
Η έλλειψη εξωτερικής πολιτικής που να χαρακτηρίζεται από συνοχή, αποτελεσματικότητα, συνέχεια αλλά και τη λήψη αποφάσεων όχι στο πλαίσιο του ελάχιστου κοινού παρανομαστή, αποτελούν ίσως τις κύριες αιτίες, που η Ένωση δεν μπορεί να ανταποκριθεί αποτελεσματικά και ενιαία στις προκλήσεις του διεθνούς περιβάλλοντος.
Ειδικότερα μέχρι σήμερα:
- Δεν υπάρχει αποτελεσματική ηγεσία σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την αντιμετώπιση θεμάτων υψηλής πολιτικής.
- Η αναγκαιότητα της Πολιτικής Ένωσης και η αναγκαιότητα «ενίσχυσης του ρόλου της Ένωσης στον κόσμο» με την ανάπτυξη της κοινής εξωτερικής πολιτικής και αμυντικής πολιτικής δραματοποιήθηκε με την κρίση του 1990 στον Περσικό Κόλπο, αλλά και τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία. Κρίσεις για τη διαχείριση των οποίων η Ένωση μόνο ικανοποιημένη δεν μπορούσε να είναι. Και αυτό λόγω της απουσίας κοινής εξωτερικής και, κυρίως, αμυντικής πολιτικής σε κοινοτικό επίπεδο.
- Εν έτει 2007, δεκαεπτά χρόνια μετά την τελευταία κρίση στον Περσικό, παρά τα τεράστια βήματα που έχουν γίνει στους εν λόγω τομείς, η Ένωση δεν φαίνεται να πείθει τους πολίτες της ότι μπορεί να αντιδράσει αποτελεσματικά ιδιαίτερα και μετά τη κρίση στη Μέση Ανατολή και στο Ιράκ.
Από την άλλη πλευρά ακόμη και εάν ενσωματωθεί στη Συνθήκη της Νίκαιας το 1ο μέρος της Ε.Σ.Σ. και πάλι δεν επιλύεται το πρόβλημα διακυβέρνησης της διευρυμένης Ευρώπης.
Ειδικότερα:
α) θα έθετε σε κίνδυνο το «κοινωνικό πρότυπο» και το σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών της Ένωσης, από τη στιγμή που δεν θα περιλαμβάνονταν ως νομικά δεσμευτικό κείμενο ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων,
β) δεν θα έλυνε το πρόβλημα «κατανομής των εξουσιών» μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών. Βέβαια, ούτε και με τις διατάξεις του Ευρωπαϊκού Συντάγματος επιλύεται ολοκληρωτικά το πρόβλημα της οριοθέτησης των αρμοδιοτήτων. Όμως, σύμφωνα με τα άρθρα που περιέχονται στην Ε.Σ.Σ και αφορούν το εν λόγω ζήτημα, επιτρέπεται στην Ένωση των 27 να λειτουργήσει πιο ομαλά, σεβόμενη σε μεγάλο βαθμό την αρχή της επικουρικότητας, από ό,τι με τη Συνθήκη της Νίκαιας,
γ) η Ένωση θα εξακολουθούσε να χαρακτηρίζεται από έλλειμμα διαφάνειας και δημοκρατικότητας προς τους πολίτες της.
Εν συγκρίσει με τη Συνθήκη της Νίκαιας, οι διατάξεις της Ε.Σ.Σ. στον τομέα της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής της Ένωσης αποτελούν ένα σημαντικό βήμα προς την ισχυροποίηση του ρόλου της Ένωσης στο διεθνές περιβάλλον, όσο και προς τη θωράκιση των εθνικών συμφερόντων των κρατών μελών της (ιδιαίτερα αυτών που αντιμετωπίζουν προβλήματα στον τομέα της εθνικής ασφάλειας). Κατ’ αυτό τον τρόπο η ενσωμάτωση ορισμένων εκ των διατάξεων του Α΄ μέρους της Ευρωπαϊκής Συνταγματικής Συνθήκης στη Συνθήκη της Νίκαιας ίσως αποτελεί μία ρεαλιστική, αλλά και προσωρινή λύση για την αποτελεσματική λειτουργία της Ένωσης των 27 κρατών μελών.
Αναφορικά με την περαιτέρω προώθηση του κειμένου του Ευρωπαϊκού Συντάγματος με την παράλληλη διάσωση ορισμένων μόνο διατάξεων και την ενσωμάτωσή τους στη Συνθήκη της Νίκαιας, όπως λ.χ. ο θεσμός του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ο Υπουργός Εξωτερικών και η Ευρωπαϊκή Διπλωματική Υπηρεσία, είναι ότι δεν αποτελούν την οριστική λύση του προβλήματος διακυβέρνησης της Ένωσης.
Ιδιαίτερα:
1. Η θέσπιση νέων θεσμών όπως του Υπουργού Εξωτερικών της Ένωσης, με τις σχετικές διατάξεις της Ε.Σ.Σ., δεν μπορεί να παρέχει «ορατή – ισχυρή – αποτελεσματική» ηγεσία για την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) της ΕΕ, καθώς και την ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας και άμυνας (ΕΠΑΑ). Η επιτυχία στο έργο του Υπουργού Εξωτερικών θα εξαρτηθεί από τη διορατικότητα του εν λόγω προσώπου καθώς και των σχέσεών του με τους ηγέτες των κρατών μελών.
2. Η επιτυχία του έργου του/της Ευρωπαίου/ας ΥΠΕΞ θα εξαρτηθεί από τη θέσπιση ενός κατάλληλου θεσμικού πλαισίου που να επιτρέπει την ανάπτυξη ενός ευρωπαϊκού στρατηγικού πολιτισμού στον τομέα της ασφάλειας. Η θέση αυτή δικαιολογείται από τις διατάξεις του άρθρου 1 – 28 παρ. 1 & 2, οι οποίες προβλέπουν ότι: «Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία και με τη συμφωνία του Προέδρου της Επιτροπής, διορίζει τον Υπουργό Εξωτερικών της Ένωσης. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δύναται να τον απαλλάξει από τα καθήκοντά του με την ίδια διαδικασία. Ο Υπουργός Εξωτερικών της Ένωσης ασκεί την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας. Συμβάλλει με τις προτάσεις του στον σχεδιασμό της πολιτικής αυτής, την οποία και εκτελεί ως εντολοδόχος του Συμβουλίου. Ο Υπουργός Εξωτερικών της Ένωσης ενεργεί κατά τον ίδιο τρόπο για την κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας».
3. Το εύρος του έργου του/της ευρωπαίου ΥΠΕΞ θα εξαρτηθεί από το ποσό του κοινοτικού προϋπολογισμού που θα διατεθεί για τη στελέχωση των κοινοτικών (αρμόδιων υπηρεσιών Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης) και των εθνικών υπηρεσιών που θα συνδράμουν επιβοηθητικά στο έργο του ΥΠΕΞ. Δεδομένου ότι ο νέος κοινοτικός προϋπολογισμός δεν έχει ακόμη αποφασισθεί, πολλά θα εξαρτηθούν από τη βούληση των ευρωπαίων ηγετών για το αν επιθυμούν έναν ισχυρό Ευρωπαίο Υπουργό Εξωτερικών σε συνάρτηση με το ποσό που θα διατεθεί για την στελέχωση της Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης. Λαμβάνοντας υπόψη τη διαφωνία στο τελευταίο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σχετικά με το ύψος του κοινοτικού προϋπολογισμού, οι προοπτικές για χρηματοδότηση νέων θεσμικών οργάνων δεν είναι ευοίωνες.
4. Η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης θεωρείται το λογικό αποτέλεσμα της δημιουργίας θέσης του Ευρωπαίου ΥΠΕΞ, προκειμένου να εξασφαλιστεί «οριζόντια» και «κάθετη» αποτελεσματικότητα στην εφαρμογή των πολιτικών που αφορούν στις εξωτερικές σχέσεις της Ένωσης. Ωστόσο, πώς θα λειτουργήσει αποτελεσματικά αυτή η υπηρεσία, αν δεν χρηματοδοτηθεί γενναιόδωρα από τους ηγέτες των κρατών μελών;
5. Ο/Η ΥΠΕΞ σύμφωνα με τις διατάξεις της Ε.Σ.Σ. δρα ως μεσολαβητής μεταξύ δύο διαμετρικά αντίθετων θεσμών (Συμβούλιο = διακυβερνητικό όργανο # Επιτροπή = Υπερεθνικό όργανο). Κατ’ αυτό τον τρόπο πώς μπορεί να εκπροσωπεί την Ένωση, εάν στο Συμβούλιο υπάρχουν μεγάλες διαφορές σε θέματα που άπτονται την εξωτερικής πολιτικής της Ένωσης μεταξύ των 27 κρατών μελών; Πώς μπορεί να διαπραγματευθεί επιτυχώς, εάν δεν συμφωνούν π.χ. κράτη, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο ή η Γαλλία;
6. Η κατάργηση του συστήματος της εκ περιτροπής προεδρίας του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων (όπως προβλέπεται από την Ε.Σ.Σ.) παρέχει τη δυνατότητα στον/στην ευρωπαίο/α ΥΠΕΞ να υποστηρίξει τα ευρωπαϊκά συμφέροντα ως «θεματοφύλακας» των βασικών στρατηγικών πολιτικών της Ένωσης. Δηλαδή, την εφαρμογή της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής και αμυντικής στρατηγικής. Ωστόσο, η επιτυχία των προαναφερόμενων θα εξαρτηθεί εν πολλοίς από το αν θα διατηρήσει ο/η ευρωπαίος/α ΥΠΕΞ τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ των κρατών μελών.
Σε ό,τι αφορά την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης, διίστανται οι απόψεις που αφορούν τόσο στη λειτουργία της όσο και στις επιπτώσεις που αυτή θα επιφέρει στην εξωτερική πολιτική των ευρωπαϊκών κρατών ξεχωριστά αλλά και στις αρμόδιες εθνικές υπηρεσίες.
Η Ευρωπαϊκή Συνταγματική Συνθήκη (ΕΣΣ) προβλέπει, μεταξύ άλλων, την δημιουργία Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ), με κύρια αποστολή να επικουρεί τον Ευρωπαίο Υπουργό Εξωτερικών (ΕΥΠΕΞ) κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Η υπηρεσία αυτή έπρεπε να είναι σε υπηρεσιακή ετοιμότητα με την ολοκλήρωση της διαδικασίας επικύρωσης της ΕΣΣ, δηλαδή στις αρχές του 2007. Όμως, λόγω της ύπαρξης της περιόδου περισυλλογής που αποφασίσθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ιουνίου και αφορά στην επικύρωση ή μη της Ευρωπαϊκής Συνταγματικής Συνθήκης από τα κράτη μέλη, η εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων στην καλύτερη περίπτωση θα καθυστερήσει.
Η θέσπιση μονίμου ΕΥΠΕΞ αλλά και της ΕΥΕΔ εκτιμάται ότι θα ήταν ένα θετικό βήμα ως προς την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης αλλά και της ενίσχυσης του ρόλου της στο διεθνές περιβάλλον. Ωστόσο, λόγω της πολυπλοκότητας του εγχειρήματος αλλά και των ποικίλων και σε πολλές περιπτώσεις αντικρουόμενων συμφερόντων μεταξύ των κρατών μελών, έχει δημιουργήσει ένα προβληματισμό τόσο στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, όσο και στα περισσότερα κράτη μέλη ξεχωριστά. Η συζήτηση επικεντρώνεται στην μορφή, στις αρμοδιότητες, αλλά και στο περιεχόμενο της λειτουργίας της Κεντρικής και Εξωτερικής Υπηρεσίας της ΕΥΕΔ.
Σύμφωνα με τη μέχρι σήμερα συζήτηση:
- Προωθείται η σύσταση μιας «κοινής συνεκτικής υπηρεσίας», η οποία θα αντικατοπτρίζει την διττή ιδιότητα του επικεφαλής της ως ΕΥΠΕΞ αλλά και Αντιπροέδρου της Επιτροπής.
- Ενισχύεται η συνεργασία μεταξύ της Γεν. Γραμματείας του Συμβουλίου, της Επιτροπής και του ΕΥΠΕΞ.
- Δρομολογείται η σταδιακή ενεργοποίηση της ΕΥΕΔ, ανάλογα με τις διαμορφούμενες ανάγκες οι οποίες εξαρτώνται ευθέως και από τις εξελίξεις στο εσωτερικό της ΕΕ.
- Υπολογίζεται ότι η ΕΥΕΔ στην πλήρη ανάπτυξή της να απασχολεί περί τα 2000 στελέχη.
- Στοχοθετείται η αρμονική σύζευξη των βασικών αρχών που θα διέπουν την λειτουργία της ΕΥΕΔ (συνοχή των επιμέρους δράσεων της εξωτερικής πολιτικής, δημοκρατική νομιμοποίηση, ισότιμη μεταχείριση) και των ιδιαίτερων εθνικών συμφερόντων τους. Ήδη τα τρία μεγαλύτερα κράτη μέλη (ιδιαίτερα Γαλλία – Ηνωμένο Βασίλειο και εν μέρει η Γερμανία) προσπαθούν να ελέγξουν τον τρόπο λειτουργίας της ΕΥΕΔ.
Ειδικότερα, για κράτη μέλη της Ένωσης, όπως η Ελλάδα, η Κύπρος, αλλά και η Σλοβενία, με εξωτερικά σύνορα που γειτνιάζουν με τρίτες χώρες θεωρείται ότι:
- Ενισχύεται η εξωτερική πολιτική τους, ενώ μειώνονται τα έξοδα των διοικητικών υπηρεσιών που σχετίζονται με θέματα εξωτερικής πολιτικής (π.χ. πρεσβείες σε τρίτες χώρες που δεν έχουν υψηλό ενδιαφέρον).
- Με τη δημιουργία ξένων αντιπροσωπειών της ΕΕ σε τρίτες χώρες στα πλαίσια της Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, πολλές ακριβές πρεσβείες σε τρίτες χώρες καθώς και η αντιπροσώπευση στους διεθνείς οργανισμούς θα γίνουν περιττές για τις μικρότερες χώρες.
- Οι διπλωμάτες των μικρομεσαίων κρατών μελών, που θα υπηρετούν στα πλαίσια της Υπηρεσίας εξωτερικής Δράσης, θα είναι ενδεχομένως οι μόνοι αντιπρόσωποί τους σε πολλές τρίτες χώρες.
- Τα μικρομεσαία κράτη μέλη διασφαλίζονται από τυχόν «απειλές» από τρίτες χώρες που συνορεύουν με αυτά (π.χ. Ελλάδα – Κύπρος), αφού πλέον η διαπραγμάτευση δεν θα γίνεται μεταξύ δύο κρατών μελών (κράτος μέλος της Ένωσης – τρίτη χώρα) αλλά μεταξύ της Ένωσης και της τρίτης χώρας. Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να διοχετευθούν ακόμη περισσότεροι πόροι, που μέχρι σήμερα διατίθενται για την αμυντική θωράκιση των εν λόγω κρατών, σε άλλες πολιτικές πιο χρήσιμες, όπως π.χ. για την κοινωνική ευημερία και την ανάπτυξή τους.
- Βέβαια, απαιτείται ο εκσυγχρονισμός (μεγαλύτερος εξευρωπαϊσμός) των αρμόδιων υπηρεσιών των ΥΠΕΞ των κρατών μελών της Ένωσης.
- Οι διπλωμάτες των ΥΠΕΞ των κρατών μελών θα πρέπει να αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερη εξειδίκευση σε θέματα που άπτονται της ΕΕ (μεγαλύτερη εξειδίκευση στη διαπραγμάτευση μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ).
- Είναι πιθανό να θεωρήσουν τον Υπουργό Εξωτερικών της Ένωσης και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης ως ενδεχόμενους ανταγωνιστές ως προς την εθνική διπλωματία τους.
- Προκειμένου να προωθήσουν τα στρατηγικά ενδιαφέροντά τους παγκοσμίως, δεν θα είναι τόσο εύκολο να αποδεχθούν το «κλείσιμο» των πρεσβειών τους και να επιτρέψουν την αντικατάστασή τους από την διπλωματική υπηρεσία της ΕΕ.
- Επίσης, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο στα πλαίσια της Διεθνούς Οργάνωσης Γαλλοφωνίας και της Κοινοπολιτείας, έχουν δημιουργήσει ένα ισχυρό lobby πολιτικής, πολιτιστικής, οικονομικής και αμυντικής συνεργασίας, το οποίο δεν θα είναι εύκολο να αποδεχθεί τη μείωση του διπλωματικού του ρόλου.
- Τα μεγάλα κράτη μέλη ίσως χρησιμοποιήσουν το επιχείρημα ότι ο αριθμός των ευρωπαίων διπλωματών και στελεχών της Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης θα πρέπει να ληφθεί σύμφωνα με το πληθυσμιακό κριτήριο.
- Η πρόταση αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα τα μεγάλα κράτη μέλη να εκπροσωπούνται από έναν αντίστοιχα μεγαλύτερο αριθμό διπλωματών στο νέο θεσμικό όργανο.
- Παράλληλα, κράτη μέλη, όπως η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, εάν δεν εξυπηρετούνται επαρκώς τα συμφέροντά τους από την Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης, θα μπορούσαν λόγω των ειδικών ενδιαφερόντων τους, να μην στελεχώσουν με τον αναμενόμενο αριθμό διπλωματών την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης, ώστε να αποδυναμωθεί σκόπιμα ο ρόλος και η σημασία της.
- Το παραπάνω σενάριο δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα των μικρομεσαίων κρατών μελών, ιδιαίτερα αυτών που αντιμετωπίζουν καθημερινά προβλήματα με γειτονικά κράτη που δεν είναι μέλη της ΕΕ.
- Μία λύση θα ήταν ενδεχομένως η στελέχωση της Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης να λαμβάνει υπόψη τόσο το πληθυσμιακό όσο και το γεωγραφικό κριτήριο.
- Με τη θέσπιση του ευρωπαίου ΥΠΕΞ αλλά και της Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης αποδυναμώνεται η άσκηση εξωτερικής πολιτικής στο πλαίσιο «διευθυντηρίου» που μέχρι σήμερα λειτουργεί εν τοις πράγμασι σε πολλούς τομείς της κοινοτικής δραστηριότητας.
Στην παρούσα ανάλυση προσπαθήσαμε να παρουσιάσουμε με συνοπτικό τρόπο τη συζήτηση που αφορά στον Ευρωπαίο Υπουργό Εξωτερικών καθώς και στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης. Είναι σαφές ότι μετά το γαλλικό και ολλανδικό δημοψήφισμα έχει μεταβληθεί το περιεχόμενο της ευρωπαϊκής συζήτησης, τόσο σε επίπεδο κοινωνιών, όσο και στο επίπεδο των πολιτικών ελίτ. Ο διάλογος που διεξήχθη στην Ολλανδία, αλλά κυρίως στη Γαλλία (σ.σ. για την Ελλάδα, όπως είπαμε και σε προηγούμενο άρθρο μας, δεν γεννάται καν λόγος, επειδή εμείς ή οι "άλλοι" όλα τα έχουμε ή μας τα έχουν τακτοποιημένα!!), με αφορμή τα δημοψηφίσματα εμπεριείχε ένα κυρίαρχο μήνυμα: «Ενώ οι ευρωπαίοι πολίτες μιλούν/ανησυχούν για το κοινωνικό κράτος, τη μετανάστευση και την ανεργία, οι πολιτικές ηγεσίες ασχολούνται με τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τη στάθμιση των ψήφων στο Συμβούλιο και το ρόλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής». Η παραπάνω διαφοροποίηση των προτεραιοτήτων ώθησε πολλούς αναλυτές να μιλήσουν για μια βαθιά, κατά κύριο λόγο, πολιτική κρίση που διέρχεται η Ένωση.
Όμως, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα αναπτύχθηκε μέσα από διαδοχικές κρίσεις. Διαχρονικά, κάθε κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχε ως ζητούμενο τη δημοκρατικοποίηση των θεσμών της και συνολικότερα την ισχυροποίησή της ως διεθνικού δρώντα στο διεθνές σύστημα, ενώ σε διακύβευση ήταν η προώθηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Και η παρούσα κρίση θα πρέπει να έχει ως ζητούμενο και διέξοδο την ισχυροποίηση της Ένωσης. Όσο πιο ισχυρούς υπερεθνικούς θεσμούς διαθέτει η Ένωση, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες για μια πιο ισχυρή Ευρώπη με συνεκτικές πολιτικές που θα ανταποκρίνονται στις προσδοκίες των ευρωπαίων πολιτών. Η κρίση συνήθως συνεπάγεται πρόσκαιρη οπισθοδρόμηση. Όμως, ένα βήμα πίσω μπορεί στο μέλλον να οδηγήσει σε δύο βήματα εμπρός.
Είτε η Ευρωπαϊκή Συνταγματική Συνθήκη είναι νεκρή, όπως υποστηρίζουν οι ευρωσκεπτικιστές και αρκετοί αναλυτές, είτε παραμένει ζωντανή μετά και το αποτέλεσμα του τελευταίου δημοψηφίσματος στο Λουξεμβούργο, η πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν πρέπει να ανασταλεί. Ήδη πριν το γαλλικό δημοψήφισμα είχε ανοίξει η συζήτηση για το τι μέλλει γενέσθαι για το “Μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης”. Υπάρχουν πολλά σενάρια που αφορούν κυρίως στη μελλοντική θεσμική διάρθρωση της Ευρώπης. Το λεγόμενο “plan B” περιλαμβάνει την ενσωμάτωση των διατάξεων που αφορούν τον ΕΥΠΕΞ και την ΕΥΕΔ στη Συνθήκη της Νίκαιας.
Η συγκεκριμένη προοπτική, παρόλα τα νομικά και πολιτικά εμπόδια που ενδέχεται να συναντήσει, θα ισχυροποιήσει το διεθνή ρόλο της Ένωσης διαμορφώνοντας μια πιο συνεκτική και αξιόπιστη ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική, η οποία μελλοντικά μπορεί να αποκτήσει ισχυρότερες λειτουργικές ικανότητες. Η ιδέα της ενσωμάτωσης τόσο του ΕΥΠΕΞ όσο και της ΕΥΕΔ στη Συνθήκη της Νίκαιας εμφανίζει σημαντικό ποσοστό συναίνεσης μεταξύ των κρατών μελών, παρόλο που ενδέχεται να υπάρξουν αντιθέσεις σε επιμέρους διατάξεις.
Αναδεικνύεται ως επιτακτική ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση να αναπτύξει ισχυρή εξωτερική πολιτική σε περιοχές όπως η Μ. Ανατολή, η Κίνα και η Ρωσία. Οι «απειλές» έναντι της ευρωπαϊκής ασφάλειας προέρχονται κυρίως από τις συγκεκριμένες περιοχές. Εξάλλου, οι «ασύμμετρες» απειλές, όπως η διεθνής τρομοκρατία, υποχρεώνουν σε κοινή συσπείρωση κράτη και κυβερνήσεις για ανάπτυξη και συντονισμό κοινών δράσεων στον τομέα άσκησης και ενίσχυσης της εξωτερικής πολιτικής.
Στα παραπάνω πλαίσια το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο μπορεί να προβεί σε ορισμένες θεσμικές βελτιώσεις στην νομική βάση των υπαρχουσών Συνθηκών, έτσι ώστε ορισμένα από τα θετικά «κεκτημένα» της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης να μην πάνε χαμένα…