Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011

“ Υπάρχει, επιτέλους, σοβαρότητα σ’ αυτό το τόπο;”

Τον Μάρτιο του 2010 εκλιπαρούσαμε στην Ε.Ε. για την δημιουργία μηχανισμού στήριξης, προκειμένου να αποφύγουμε τη χρεοκοπία, η οποία ήταν προ των πυλών. Έκτοτε, και μηχανισμός στήριξης έγινε και διαφόρου τύπου προγράμματα σταθερότητας της ελληνικής οικονομίας ακολούθησαν, με αποτέλεσμα να καταστούμε, ως χώρα, ο μισθοσυντήρητος της Ευρώπης, αφού οι μισθοί και οι συντάξεις εξαρτιόταν άμεσα από τις δόσεις, που στέλνονταν μέσω Βρυξελλών, δηλαδή οι φορολογούμενοι πολίτες όλων των χωρών της Ευρωζώνης συνεισέφεραν για την κάλυψη των δανειακών μας αναγκών, ενώ η οικονομία μας εισήλθε σε ύφεση, από την οποία δεν διαφαίνεται προοπτική εξόδου.
Το στοιχειώδες θα ήταν, σ’ αυτή την ιστορική συγκυρία, να είναι τουλάχιστον πλήρως ενήμεροι οι κάτοικοι αυτής της χώρας για την οικτρή κατάσταση, στην οποία έχει περιέλθει η οικονομία μας και ο πολιτικός κόσμος, εμπρός στην κρισιμότητα της εθνικής ανάγκης, επιτέλους να αρχίσει να συνεννοείται, έτσι ώστε να μπορέσουν από κοινού να θέσουν τη χώρα σε τροχιά ανάπτυξης.
Μολαταύτα, η ανικανότητα σύσσωμου του πολιτικού κόσμου έγκειται ακριβώς στο ότι το μεν ΠΑΣΟΚ, ως κυβέρνηση, επιχείρησε στη πραγματικότητα να διαχειριστεί μόνο του αυτή την πρωτόγνωρη κρίση, τα δε λοιπά κόμματα και ιδιαίτερα η αξιωματική αντιπολίτευση, επένδυσαν στην εκλογική φθορά του “αντιπάλου”, απλά και μόνο για να αυξήσουν την δική τους εκλογική πελατεία, παραγνωρίζοντας ότι η δική τους ανεπάρκεια και ο φόβος τους για το όποιο πολιτικό κόστος δεν καλύπτεται πίσω από την ανευθυνότητα, που συστηματικά επέδειξαν.
Κι, έτσι, σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος, κλασικοί έμποροι της ελπίδας, σκόρπισαν, αφήνοντας τον ελληνικό λαό σε πλήρη απόγνωση και απελπισία, μη ξέροντας πια ποιόν να εμπιστευτεί και ποιόν να κατηγορήσει για τα κακά που τον βρήκαν. Είμαστε πλέον θιασώτες μιας ζώσας τραγωδίας, από την οποία δεν γνωρίζουμε ούτε πώς θα βγούμε, ούτε ποιος θα είναι ο “από μηχανής Θεός” για να μας σώσει!!
Και σαν μην έφταναν όλα αυτά έπεσε ως κροτίδα η ευφυέστερη ιδέα που ακούστηκε τα τελευταία χρόνια. ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ!! Για να επιλέξουμε τι;; Εάν μας κάνει το ευρώ ή να γυρίσουμε στη δραχμή;; Εάν ο πολιτικός κόσμος υπήρξε αντάξιος των περιστάσεων ή όχι;; Πολλά θα μπορούσαν να είναι τα διλλήματα, αλλά δεν είναι ο κατάλληλος χρόνος για να τεθούν.
Και εν πάση περιπτώσει, παρότι δεν διαβλέπω ότι το δημοψήφισμα αυτό θα πραγματωθεί ποτέ, απλά για συζήτηση και μόνον συνεχίζω το ερώτημα. Εάν επρόκειτο, λοιπόν, να ψηφίσουμε για την παραμονή στην ευρωζώνη ή να επιστρέψουμε στη δραχμή, πώς θα κρίνει ο “κυρίαρχος” και πάντα “σοφός” λαός; Ποιος του έχει εξηγήσει ποιες είναι αντικειμενικά οι συνέπειες της παραμονής στην ευρωζώνη και ποιες αντίστοιχα οι συνέπειες της επιστροφής στη δραχμή;; Πριν καταλήξει κάποιος να πετάει, παρορμητικά, κάποιος τέτοιες λεκτικές κροτίδες, καλό θα ήταν να σταθμίσει το ένα ΝΑΙ ή ένα ΟΧΙ σε τέτοια περίπτωση και όχι τώρα, που ήδη καταστήκαμε, εκτός από τον μεγαλύτερο διεθνή μπαταξή και ο διεθνής περίγελος. Δεν μας αξίζει τέτοια μεταχείριση…
Την ύστατη τούτο στιγμή ούτε εκλογές μας είναι απαραίτητες, αρκεί να συγκροτηθεί μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας, από εξέχουσες προσωπικότητες αυτής της χώρα, γιατί – ευτυχώς – δεν είναι όλοι για τα “μπάζα”. Σε διαφορετική περίπτωση θα μπούμε σε μακρά περίοδο ακυβερνησίας και η αναρχία και η κατάλυση της δημοκρατίας είναι προ των πυλών. Απαιτείται, επιτέλους, σοβαρότης, τέτοια, που μέχρι σήμερα έδειξε ότι δεν διαθέτει ο πολιτικός κόσμος αυτής της χώρας. Εύχομαι να την επιδείξουν στην επόμενες κρίσιμες ώρες…

Σάββατο 11 Ιουνίου 2011

“Τι προκαλεί και πού οδηγεί (;) η αγανάκτηση;”


Την τελευταία δεκαετία, ως χώρα, δείξαμε υπέρμετρη χαλάρωση. Ξεχάσαμε την επίπονη περίοδο λιτότητας, που περάσαμε, προκειμένου να μπούμε στο σκληρό πυρήνα των χωρών της Ευρώπης και το άφθονο ζεστό χρήμα που εισέρευσε μας έκανε να ζούμε σε μια πλασματική κατάσταση ευδαιμονίας. 
Ξαφνικά, αισθανθήκαμε οικονομική υπερδύναμη και μετρούσαμε την οικονομική ανάπτυξή μας με βάση το δείκτη τιμών του καταναλωτή. Όσο πιο πολύ καταναλώναμε, τόσο πιο πολύ αισθανόμασταν ότι η οικονομία μας πάει προς το καλύτερο. Μια οικονομία, όμως, κατά βάση υπηρεσιών, με απαρχαιωμένες υποδομές και με ανατολίτικη φιλοσοφία, χωρίς ουσιαστική ανταγωνιστικότητα, την έλλειψη εσόδων της οποίας αναπληρώναμε με περισσή ευκολία με τα δανεικά που μας δίνονταν πλουσιοπάροχα από την διεθνή τραπεζική αγορά, έτσι ώστε φτάσαμε να παριστάνουμε τους καμπόσους, ιδίως στον βαλκανικό μας περίγυρο!
Όλοι χαλαρώσαμε. Πρωτίστως, οι πολιτικοί, οι οποίοι ξέχασαν την ιστορική ευθύνη που διαχρονικά υπάρχει για όποιον θέλει να αναλάβει την ευθύνη διαχείρισης των υποθέσεων μιας χώρας και με τις άμετρες σπατάλες και την αθρόα ψηφοθηρική ένταξη ενός απίστευτου αριθμού πολιτών στις δημόσιες υπηρεσίες, γιγάντωσαν το Δημόσιο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εκτιναχθούν οι απαιτήσεις για μισθοδοσίες και συντάξεις στα ύψη. 
Στη επικρατήσασα λογική του ότι “ο καθένας κάνει ό,τι θέλει σ’ αυτή τη χώρα” και ο επαγγελματικός κόσμος έδειξε περισπούδαστη ικανότητα στην απόκρυψη εισοδημάτων, με αποτέλεσμα η φοροδιαφυγή να αποτελέσει εθνικό άθλημα, ολυμπιακών επιδόσεων. 
Ποιος, όμως, στον συλλογικό αυτή κατήφορο αγωνιούσε;; Ελάχιστοι και αυτοί με το ζόρι ακουγόταν η φωνή τους, αφού εύκολα χαρακτηρίζονταν κινδυνολόγοι και “Κασσάνδρες”.
Κι ύστερα ήρθε η καταγίδα και μαζί της έφερε την περικοπή της διασκέδασης, της αγοράς καταναλωτικών ειδών, ηλεκτρονικών συσκευών, των μετακινήσεων, την μείωση των δαπανών στο ρεύμα και τη τηλεφωνία, την αναζήτηση προσφορών και ευκαιριών, ακόμη και σε σουπερμάρκετ, την αναβολή πολλών επιλογών, που, με τις κρατούσες στο πρόσφατο παρελθόν συνθήκες, θα υλοποιούνταν ως πλέον ζωτικές και άμεσης προτεραιότητας, τον περιορισμό των φροντιστηρίων των παιδιών μας, κ.ο.κ. Οι λογαριασμοί πλέον παραμένουν για πολύ καιρό απλήρωτοι. Η οικονομική κρίση είναι εδώ και κάθε ελληνικό νοικοκυριό μετράει πλέον διαφορετικά τα ευρώ που ξοδεύει.
Κι ύστερα, αγανακτήσαμε και βγήκαμε στους δρόμους και στις πλατείες και φωνάξαμε και βρίσαμε και χλευάσαμε και γιαούρτια πετάξαμε. Εναντίον ποιανού, όμως; Εναντίον όλων, όσων θεωρούμε ότι φταίνε για τον κατήφορο, που πήραμε…
Η αγανάκτηση αυτή απέκτησε και πολιτική επιχειρηματολογία. Να φύγουμε, γενικά και αόριστα, από το Μνηµόνιο, να, να, …
Εννοείται ότι στη συνθηματολογία αυτή απουσιάζει οποιουδήποτε είδους διάθεση αυτοκριτικής από τον έλληνα πολίτη, ο οποίος, εννοείται πως δεν φταίει για τίποτα, απεναντίας το ανάθεµα απευθύνεται κατ’ αποκλειστικότητα στους κακούς πολιτικούς και τους Ευρωπαίους που τον έφεραν στη σημερινή, εξαιρετικά δυσµενή θέση. 
Εάν η αγανάκτηση προκλήθηκε επειδή κινδυνεύουμε να χάσουμε τα «κεκτημένα», τότε, συγνώμη, αλλά αυτή η κίνηση δεν βλέπω το πώς μπορεί να αλλάξει το πολιτικό σύστημα, το πώς θα επιφέρει την αλλαγή στο δημόσιο ήθος και στα ανατολίτικα ήθη μας. Αντιθέτως, εάν αποκτήσει δυναμικότερη έκφραση, τότε το πλέον βέβαιο είναι ότι θα οδηγήσει τη χώρα σε τροχιά περιδίνησης με καταστροφικά αποτελέσματα. 
Εάν, όμως, η αγανάκτηση αποτελέσει την αφορμή για βαθύτερες και ουσιαστικότερες σκέψεις και μας οδηγήσει στην διατύπωση ουσιαστικών και εφικτών προτάσεων, τότε, ναι, μπορεί η παρούσα κρίση να αποτελέσει την αφορμή, αλλά και την ευκαιρία για μια πραγματική ανέλιξη της κοινωνίας μας προς το καλύτερο, η οποία δεν μετριέται μόνον με τους δείκτες της οικονομίας, ούτε και της καταναλωτικής μας δύναμης, που έχουν πρόσκαιρη αξία, αλλά θα επηρεάσουν διαχρονικά την πορεία μας προς το μέλλον... Αλλά ποιος σκέφτεται το μέλλον, όσο υπάρχει το παρόν;;