Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011

“Περί δημοσιογραφικής δεοντολογίας”

Για όσους έχουν εμπλακεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο με την πολιτική ή με οποιαδήποτε θέση ευθύνης, που ενέχει ευρύτερο δημόσιο ενδιαφέρον, θα έχουν διαπιστώσει από την πρώτη στιγμή ότι η επαφή με τους εκπροσώπους των ΜΜΕ αποτελεί ένα ιδιαίτερα σοβαρό και κρίσιμο ζήτημα, που χρήζει γνώσεων χειρισμού, επειδή, πέραν της διαχείρισης και του τρόπου προβολής της πληροφορίας, υπεισέρχεται και ο προσωπικός παράγων, τόσο του προβαλλόμενου, όσο και του δημοσιογράφου.
Η περαιτέρω διαρκής εμπλοκή με τις δημόσιες υποθέσεις δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την καλλιέργεια διαρκών σχέσεων με τους δημοσιογράφους, αφού το “πρόσωπο ευθύνης” αποτελεί κίνητρο για τους τελευταίους, προκειμένου να δημιουργήσουν και διατηρήσουν προσωπικές σχέσεις εμπιστοσύνης μαζί του, που σπανίως είναι ειλικρινείς και ανυστερόβουλες, αφού σε πλείστες περιπτώσεις πρώτιστο κίνητρο είναι η εξασφάλιση της αποκλειστικότητας στην πληροφορία.
Κι αν μεν όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν ουσιαστικό πρόβλημα για το κοινωνικό σύνολο, ούτε και για τους πολιτικούς σχηματισμούς, αφού λίγο ως πολύ όλοι τα γνωρίζουν και τα αποδέχονται ως μέρος του τρόπου λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, εντούτοις πρόβλημα και μάλιστα ιδιαίτερα σοβαρό ανακύπτει στην περίπτωση που ο δημοσιογράφος, παρασυρόμενος από το ωμό κίνητρο για την αύξηση της κυκλοφορίας του εντύπου ή της ακροαματικότητας του μέσου, που εργάζεται, παραβιάσει την σχέση εμπιστοσύνης και το επαγγελματικό απόρρητο, δημοσιοποιώντας οποιαδήποτε πληροφορία, που του εμπιστεύθηκε (off the record) το “πρόσωπο ευθύνης”, στα πλαίσια της δέσμευσης που ανέλαβε για τήρηση της εχεμύθειας.
Και το μεν “πρόσωπο ευθύνης” καθίσταται δακτυλοδεικτούμενο από τη μια στιγμή στην άλλη και ως “βαθύ λαρύγγι” ωθείται σε παραίτηση, ο δε δημοσιογράφος παραμένει στο απυρόβλητο, χωρίς τύψεις συνειδήσεως, καίτοι στη πραγματικότητα παραβίασε όχι μόνον άγραφους ηθικούς κανόνες, όπως ίσως νομίζουν μερικοί, αλλά πρωτίστως εκείνον του άρθρου 2 περ. ι του Κώδικα Δεοντολογίας της ΕΣΗΕΑ, ο μη σεβασμός του οποίου επισύρει σοβαρές κυρώσεις, πλην, όμως, την σχετική πειθαρχική διαδικασία, πλην του θιγόμενου, θα μπορούσε να κινήσει αυτεπαγγέλτως και το συνδικαλιστικό όργανο, στο οποίο ανήκει ο δημοσιογράφος, εάν βεβαίως διαθέτει ευαίσθητα ώτα.
Το παρόν άρθρο γράφτηκε με αφορμή το ιστορικό της παραίτησης του Αντιδημάρχου Βόλου Ηλία Ξηρακιά και τη δήλωση παραίτησής του, στην οποία, μεταξύ άλλων, σημειώνει ότι «Στη μακρόχρονη ενασχόληση μου με τα κοινά ποτέ δεν κάλεσα κανέναν λειτουργό του τύπου για να του «σφυρίξω» κάτι στο αυτί» ή να του ζητήσω να γράψει κάτι σκόπιμα. Οι σχέσεις εμπιστοσύνης μαζί τους δοκιμάζονται καθημερινά στην πράξη» και αποσκοπεί στην επισήμανση των κινδύνων που ελλοχεύουν και σε όλους εκείνους που θεωρούν ότι τους αφορά…

Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

Δικαίωση συμβασιούχου δημοτικής εταιρείας*

Ανοίγει ο δρόμος για τη δικαίωση δεκάδων συμβασιούχων έργου που διεκδικούν τη μονιμοποίησή τους στο Δημόσιο απόφαση του Εφετείου της Λάρισας, όπου προσέφυγε συμβασιούχα σε παιδικό σταθμό των Άνω Λεχωνίων του Δήμου Αρτέμιδος και δικαιώθηκε, αφού οι συνεχιζόμενες συμβάσεις τής παρείχαν τη δυνατότητα να αποδείξει ότι καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες.
Η συγκεκριμένη συμβασιούχος απασχολούνταν στον Παιδικό Σταθμό Άνω Λεχωνίων μέσω της Εταιρείας Ανάπτυξης Λεχωνίων από το 2000, υπογράφοντας συνεχείς συμβάσεις έργου, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεδομένου ότι σε όλη τη διάρκεια της εργασίας της κάλυπτε πάγιες ανάγκες του συγκεκριμένου Παιδικού Σταθμού. Το Εφετείο έκανε αποδεκτή την έφεση της συμβασιούχου και τη δικαίωσε.
Η συμβασιούχος, που είχε όλα τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα γι’ αυτή τη θέση, αρχικά είχε προσφύγει στο Πρωτοδικείο Βόλου, το οποίο ωστόσο είχε απορρίψει την αγωγή που κατέθεσε. Ο δικηγόρος Βασίλης Νιζάμης που είχε αναλάβει την υπόθεση κατέθεσε έφεση στο Εφετείο της Λάρισας, η οποία εκδικάστηκε στις 8 Οκτωβρίου του 2010 και μόλις χθες δημοσιοποιήθηκε η σχετική δικαιωτική απόφαση για τη συμβασιούχο.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι ορισμένου χρόνου συμβάσεις της εναγομένης ανανεώνονταν διαδοχικά κάθε χρόνο από 1.1.2000 έως 31.12.2006, χαρακτηρίστηκαν προσχηματικά ως συμβάσεις έργου, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεδομένου ότι σε όλη τη διάρκεια της εργασίας της κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Παιδικού Σταθμού ως διευθύντρια αυτού.
Σύμφωνα με την απόφαση το Εφετείο αναγνώρισε ότι οι συμβάσεις έργου έγιναν από το Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου όχι γιατί είχαν χαρακτήρα τέτοιο, αλλά κατ’ απαίτηση της Εταιρείας Ανάπτυξης Λεχωνίων προκειμένου να αποφύγει τις ασφαλιστικές εισφορές κ.λ.π. που έχει η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας
Η συμβασιούχος, απασχολούνταν επτά συνολικά χρόνια στον Παιδικό Σταθμό χωρίς κενό και ειδικότερα από 1-1-2000 μέχρι 31-2-2006 που κατατέθηκε η ένδικη αγωγή.
Το Εφετείο αναγνώρισε ότι αφενός η απασχόλησή της περιλάμβανε συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών και αφετέρου ότι καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες που εξυπηρετούσαν τις μόνιμες ανάγκες λειτουργίας του Παιδικού Σταθμού και ότι ουσιαστικά έπρεπε να έχει γίνει βάσει του προεδρικού διατάγματος Παυλόπουλου. Σύμφωνα ωστόσο με την απόφαση η μετατροπή της σύμβασής της ως αορίστου με εξηρτημένη εργασία καταλογίζεται από το 2004 και έπειτα.

Υ.Γ. Το άρθρο προέρχεται από την εφημερίδα ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΒΟΛΟΥ - ΠΑΝΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ