Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2007
Παρελθόν, παρόν και μέλλον του σοσιαλισμού στην Ευρώπη και του ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα


κόμματα και από τις κυβερνήσεις που είχαν σχηματίσει; Τι σημαίνει να είναι κανείς σήμερα σοσιαλιστής και, το κυριότερο, τι ακριβώς πρέπει να κάνει το ΠΑΣΟΚ για να μπορέσει να εκδιώξει από την εξουσία την Ν. Δημοκρατία;
Η σοσιαλδημοκρατία αντιμετωπίζει δύσκολες επιλογές και τα γεγονότα στην Γερμανία το έχουν καταστήσει σαφές. Στη θεωρία, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (SPD) είχε τη δυνατότητα να σχηματίσει κυβέρνηση ανοιχτή στην αριστερά, μια συμμαχία με το Κόμμα της Αριστεράς και τους Πράσινους. Αντ’ αυτού, οι σοσιαλδημοκράτες επέλεξαν τον Μεγάλο Συνασπισμό, δηλαδή μια συμμαχία με τους εκλογικούς τους αντιπάλους και τους νεοφιλελεύθερους, εναντίον των οποίων διεξήγαγαν ολόκληρη την προεκλογική τους εκστρατεία.
Αυτή η έκβαση δείχνει σε τι βαθμό αντίφασης είναι ικανή να φτάσει η σοσιαλδημοκρατία όταν επιλέγει να αποφύγει έναν εποικοδομητικό διάλογο, ακόμα και έναν κρίσιμο διάλογο, με την εναλλακτική αριστερά.
Το ίδιο ζήτημα τέθηκε στη Γαλλία από έναν άνθρωπο που σίγουρα δεν ανήκει στην ιστορία της Γαλλικής εναλλακτικής αριστεράς. Ο Λοράν Φαμπιούς είπε ότι στο επόμενο συνέδριο οι Γάλλοι σοσιαλιστές θα πρέπει να επιλέξουν ανάμεσα σε μια γραμμή και μια προοπτική που είναι φιλελεύθερη σοσιαλιστική, στην πραγματικότητα φιλελεύθερη δημοκρατική και, όπως το έθεσε, μια σαφής προσέγγιση προς την αριστερά. Και πάλι ήταν ο Λοράν Φαμπιούς εκείνος που είπε ότι μόνο μια σαφής προσέγγιση προς την αριστερά μπορεί να δημιουργήσει ένα μέλλον για τους σοσιαλιστές.
Προκύπτει μια νέα ιστορική ανάγκη για μια εναλλακτική κοινωνία. Σε αυτή την προσπάθεια καλείται να παίξει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο η Ευρώπη. Όχι η σημερινή Ευρώπη, αλλά μια άλλη. Ισχύει και για την Ευρώπη η γνωστή ρήση: «Ο βασιλιάς είναι νεκρός, ζήτω ο βασιλιάς».
Η Ευρώπη των αγορών έχει πεθάνει, θαμμένη από την ψήφο πολλών λαών και χωρών. Είναι δυνατόν να γεννηθεί η Ευρώπη που έχουν ανάγκη ο κόσμος και οι λαοί που την κατοικούν; Μια Ευρώπη πρωταγωνίστρια στον αγώνα για την παγκόσμια ειρήνη; Ειρήνη δεν σημαίνει μόνο έλλειψη πολέμου, αλλά ένα νέο διεθνές σύστημα κοινωνικών, οικονομικών και πολιτιστικών σχέσεων. Ο Γάλλος φιλόσοφος, Ετιέν Μπαλιμπάρ, ορθά είπε γι’ αυτό το σύστημα:
“μια Ευρώπη της αλληλοκατανόησης των ανθρώπων, μια Ευρώπη ικανή να λειτουργήσει ως γέφυρα μεταξύ του Βορρά και του Νότου του κόσμου, ικανή να ανοίξει την αγκαλιά της στους μετανάστες, να γίνει ένας τόπος όπου μπορεί να δημιουργηθεί ένας διαφορετικός πολιτισμός. Ένας πολιτισμός που έχει ανάγκη να ασκεί ριζοσπαστική κριτική, να αμφισβητεί τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, να οικοδομήσει ένα νέο οικονομικό και κοινωνικό σύστημα. Μια Ευρώπη που βασίζει στην δημοκρατία το ρόλο της στον κόσμο και το διαφορετικό της οικονομικό και κοινωνικό σύστημα, και μάλιστα σε μια ιδιαίτερη μορφή δημοκρατίας, τη συμμετοχική, εκείνη που γεννιέται από την εποικοδομητική διαχείριση των συγκρούσεων, κοινωνικών καθώς και ιδεολογικών. Η δημοκρατία, όπως εκφράζεται από την συμμετοχή των λαών, οργανωμένη από τα κάτω και κατά περιοχή, δημιουργώντας έτσι καινούργιες κοινότητες από επιλογή”.
2.- Από την άλλη, ο σύγχρονος οικονομικός φιλελευθερισμός θέλει να μας πείσει ότι το κράτος, το «δημόσιο» και οι υπηρεσίες του, ο προγραμματισμός της οικονομίας, ο κοινωνικός έλεγχος στους μηχανισμούς της αγοράς, οι μορφές κοινωνικής προστασίας και όλα όσα συνδέονταν κάποτε με το κράτος πρόνοιας ανήκουν σε ένα προηγούμενο και ξεπερασμένο στάδιο της ιστορίας του καπιταλισμού. Μας λέει: «Αφήστε την αγορά να παίξει τον ρόλο της και μετά δημιουργείστε κοινωνικό κράτος».
3.- Υπό το πρίσμα τούτων των πολιτικών συσχετισμών και εξελίξεων, ερευνητέο είναι σε ποια κατάσταση βρίσκεται το ΠΑΣΟΚ και τι σχέση έχει ή θα μπορούσε να έχει με τον φιλελευθερισμό;
Ο ίδιος ο Γιώργος Φλωρίδης, σε συνάθροιση οπαδών του Βαγγέλη Βενιζέλου, είπε πρόσφατα ότι: «Δεν πρέπει το ΠΑΣΟΚ να εμφανίζεται ως μια καρικατούρα αμερικανικού νεοφιλελεύθερου κόμματος, αλλά ως ένα καθαρά σοσιαλιστικό κόμμα».
Αλλά και ο ίδιος ο Γιώργος Παπανδρέου, πάνω στο θέμα αυτό, είπε ξεκάθαρα ότι:
"Δυστυχώς, η ταύτιση του ΠΑΣΟΚ με φαινόμενα μιας κατεστημένης νοοτροπίας, μισητής από την κοινωνία, οδήγησε το ΠΑΣΟΚ στο να απωλέσει την συναισθηματική και πολιτική σχέση του με την κοινωνία. Αντίστοιχα, η κοινωνία απομακρύνθηκε σταδιακά κι από το ΠΑΣΟΚ. Θεμελιακή αιτία των αδυναμιών υπήρξε η αυξανόμενη αποξένωση του Κινήματός από τις πηγές από τις οποίες αντλεί την ισχύ του. Ξέχασε τον καθημερινό αγώνα του πολίτη, έχασε την ίδια την πολιτική..."
Η περίοδος διακυβέρνησης της χώρας από τον Κώστα Σημίτη ήταν, αναμφίβολα, μία από τις πιο παραγωγικές και χρήσιμες στη σύγχρονη ιστορία μας.
Ταυτόχρονα όμως, με την ολοκλήρωση της τετραετίας 2000-2004, ήταν επίσης φανερό ότι η συγκεκριμένη γενιά στελεχών του ΠΑΣΟΚ είχε δώσει ό,τι ήταν να δώσει, είχε εξαντλήσει τις ιδέες της, είχε εθιστεί και σε κάποιες περιπτώσεις, αναπόφευκτα, διαβρωθεί από την εξουσία και γενικά είχε κουραστεί και κουράσει.
Μετά τη φυσιολογική ήττα στις εκλογές του 2004, το ΠΑΣΟΚ έπρεπε να αναδείξει νέους ανθρώπους, οι οποίοι να εκφράζουν νέες ιδέες και να εμπνέουν νέα οράματα. Αυτό ήταν ένα από τα νοήματα του αιτήματος "Γιώργο προχώρα, άλλαξέ τα όλα".
Από το πόσο γρήγορα και πόσο επιτυχημένα θα γινόταν αυτό εξαρτάτο και η επιτυχία του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 2007.
Και πράγματι υπήρξαν νέες ιδέες, και μάλιστα πολύ οραματικές και υποσχόμενες όπως:
· η πράσινη οικονομία,
· η συμμετοχική δημοκρατία,
· η κοινωνική λογοδοσία,
· η επένδυση στην παιδεία,
· η μέτρηση της απόδοσης των κρατικών δαπανών,
· η ανάπτυξη της περιφέρειας στη λογική της "Νέας Ολυμπίας" κ.α.
Δυστυχώς, όμως, ο μόνος που πραγματικά τις εξέφρασε στο προηγούμενο διάστημα ήταν ο Γιώργος Παπανδρέου, σε σημείο που να διερωτάται κανείς εάν είναι το ίδιο το ΠΑΣΟΚ έτοιμο για έναν ηγέτη σαν τον Γιώργο Παπανδρέου ή μάλλον βολεύει καλύτερα το ρουσφέτι, η εσωκομματική διαπλοκή, οι ομάδες, οι καρέκλες, κ.λ.π.;
Το όραμά του δεν πολλαπλασιάστηκε από ορισμένα στελέχη, ιδίως από εκείνα που ήρθαν στο ΠΑΣΟΚ επειδή ήταν δύναμη εξουσίας και όχι επειδή ήταν το λαϊκό κίνημα των προοδευτικών Ελλήνων. Νέοι άνθρωποι δεν προβλήθηκαν και τα παλιά στελέχη είτε δεν ήθελαν, είτε δε μπορούσαν. Εάν κάτι έπρεπε να αλλάξει στο ΠΑΣΟΚ, αυτό ήταν πρωτίστως τα στελέχη του.
Η αποτυχία του Γιώργου Παπανδρέου ήταν ότι δεν προχώρησε αρκετά γρήγορα σε αυτή την κατεύθυνση από το 2004, όταν είχε όλες τις προϋποθέσεις. Σήμερα αυτό γίνεται εξ ανάγκης και σε συνθήκες κρίσης. Το ΠΑΣΟΚ φαίνεται σαν να απαρτίζεται ήδη από δύο κόμματα. Απλώς δε γνωρίζουμε ποιο από τα δύο θα κρατήσει το όνομα και τη "σφραγίδα". Εύχομαι και πιστεύω ότι θα είναι αυτό του Γιώργου.
Το νέο ήθος του Γιώργου Παπανδρέου το έχει ανάγκη αυτή η χώρα. Τώρα καλούμαστε όλοι, όχι απλά για να διαλέξουμε αρχηγό, αλλά για να διαλέξουμε ποιο ΠΑΣΟΚ θέλουμε. Να αγωνιστούμε για το ΠΑΣΟΚ που θέλουμε να έρθει στην εξουσία και όχι η εξουσία να φέρει το ΠΑΣΟΚ στα δικά της μέτρα. Ο αγώνας αυτός είναι αγώνας αξιών και συναισθήματος, είναι αγώνας ανάκτησης της αξιοπιστίας της πολιτικής κόντρα στον κυνισμό, την παραπλάνηση, την επικοινωνιακή δημαγωγία.
Αυτός ο αγώνας είναι η πρόκληση που πρέπει να αντιμετωπίσουμε νικηφόρα. Άλλες γενιές αγωνίστηκαν για τη δημοκρατία που τώρα απολαμβάνουμε· Εμείς πρέπει να αγωνιστούμε για να διασφαλίσουμε ότι αυτή η δημοκρατία θα λειτουργεί με όρους αφύπνισης και συμμετοχής των πολιτών, όχι με όρους υποβάθμισης της νοημοσύνης μας και ποδηγέτησης συνειδήσεων.
Στα πλαίσια αυτά, η προσπάθεια ορισμένων να αντιμετωπιστεί και περιοριστεί η εσωτερική μας εκλογική αναμέτρηση στο επίπεδο των μονομάχων «ηρώων», σε συνδυασμό με την οξύτητα της αντιπαράθεσης μεταξύ των υποψηφίων για την προεδρία του Κινήματος, αποτελεί το κύριο εμπόδιο για κάθε ουσιαστική πολιτική συζήτηση, υπάρχει δε σοβαρός κίνδυνος να οδηγήσει το ΠΑΣΟΚ στην απομόνωση από τους κοινωνικούς αγώνες, σπρώχνοντας, παράλληλα, το εκλογικό μας σώμα στους λαϊκιστές ηγέτες και στην αγκαλιά του φιλελευθερισμού.
Για τους λόγους αυτούς, το στοίχημα είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό των τελευταίων βουλευτικών εκλογών. Αφορά την απαίτησή μας για έναν νέο πολιτικό πολιτισμό, που θα σέβεται το μυαλό και την ψυχή του πολίτη και θα κάνει σημαία την διασφάλιση, ενίσχυση και διεύρυνση του κοινωνικού κράτους. Και που θα οδηγεί σε Κυβερνήσεις οραματικές, υπεύθυνες, αποτελεσματικές και υπόλογες για την εντολή που διαχειρίζονται, την δική μας εντολή.
4.- Το ίδιο το κοινωνικό κράτος, για το οποίο αναφερθήκαμε και προηγουμένως, σύμφωνα με τις πολιτικές της παρελθούσης και παρούσης νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης, περιέχει τις δραματικές επιπτώσεις της κυριαρχίας της αγοράς. Το να υπερασπιζόμαστε, όμως, ό,τι μας παραχωρείται είναι μια λανθασμένη και αδιέξοδη επιλογή. Θα ήταν σαν να βγάζουμε νερό από τη θάλασσα με το κουτάλι. Στην πραγματικότητα η κύρια πρόκληση είναι να πετύχουμε μια πραγματική κοινωνική προστασία. Η οικονομία είναι αυτό που πρέπει να αμφισβητηθεί, είναι η ικανότητα να κριτικάρουμε την οικονομία που πρέπει να ανακαλυφθεί εκ νέου και ένα από τα ζωντανά στοιχεία αυτής της κριτικής της οικονομίας εκφράζεται στην συγκεκριμένη εμπειρία της υπεράσπισης και προώθησης των κοινωνικών αγαθών.
Τα αγαθά που πρέπει να θεωρούμε σημαντικά, που ανήκουν σε όλους, πρέπει να είναι ο μοχλός για την οικοδόμηση της μελλοντικής μας κοινωνίας και αφετηρία μιας πορείας που θα κάνει δυνατή την επίτευξη ενός νέου κοινωνικού και δημοκρατικού συμβολαίου, μια βάση για μια άλλη Ελλάδα, απαλλαγμένη από την νεοφιλελεύθερη καταδίκη, για μια Ελλάδα της συμμετοχικής δημοκρατίας.
Αυτό είναι και θα πρέπει να είναι το κύριο καθήκον του ΠΑΣΟΚ, η εκτέλεση του οποίου, όπως και τότε, έτσι και τώρα, θα αλλάξει την Ελλάδα· μια Ελλάδα, όμως, που δεν έχει σχέση με τα σαλόνια και με τους Έλληνες που ασκούνται σε συζητήσεις γύρω από τους -ισμούς και τις καταναλωτικές προκλήσεις τους· μια Ελλάδα, που δεν είναι μόνον οι περιώνυμοι Έλληνες, αλλά πρωτίστως οι ανώνυμοι άνθρωποι, που τραγουδούν το ηλιοβασίλεμα, που αγαπούν, που καλημερίζουν το διπλανό τους, που είναι φιλόξενοι και γενναιόδωροι, που ζουν με φιλαλληλία, που μπορούν να δώσουν το χέρι στον αδύναμο -κυρίως σ' αυτόν. Αυτή είναι η πραγματική Ελλάδα και γι' αυτή την Ελλάδα αξίζει να αγωνίζεται κανείς…
Παρελθόν, παρόν και μέλλον του σοσιαλισμού στην Ευρώπη και του ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα
1.- Το βρετανικό Εργατικό Κόμμα είναι εκείνο το οποίο βρίσκεται στην εξουσία το μεγαλύτερο διάστημα και κανένας από την ηγεσία του, πολύ περισσότερο ο ίδιος ο Τόνι Μπλερ, δεν χρησιμοποιούσε πια τον όρο «σοσιαλιστής». Οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι βρίσκονταν στην κυβέρνηση, συγκυβερνώντας όμως με τους χριστιανοδημοκράτες, κάτω από την καγκελάριο Αγγέλα Μέρκελ, δεν μπορούσαν να κάνουν από μόνοι τους έτσι κι αλλιώς τίποτε.
Οι ισπανοί σοσιαλιστές, οι οποίοι πέτυχαν αναπάντεχη νίκη το 2004, ενδιαφέρονται περισσότερο για μέτρα κοινωνικού φιλελευθερισμού παρά για οικονομικές μεταρρυθμίσεις σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Όσο για τους σουηδούς σοσιαλδημοκράτες, αυτοί, παρά τη στροφή τους προς το Κέντρο (για να μην πούμε προς τα δεξιά), έχασαν τις εκλογές από τον συνασπισμό των κομμάτων της πραγματικής Δεξιάς και τώρα θα έχουν την άνεση μιας τουλάχιστον τετραετίας για να αναζητήσουν τα αίτια της ήττας τους.
Η σοσιαλδημοκρατία αντιμετωπίζει δύσκολες επιλογές και τα γεγονότα στην Γερμανία το έχουν καταστήσει σαφές. Στη θεωρία, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (SPD) είχε τη δυνατότητα να σχηματίσει κυβέρνηση ανοιχτή στην αριστερά, μια συμμαχία με το Κόμμα της Αριστεράς και τους Πράσινους. Αντ’ αυτού, οι σοσιαλδημοκράτες επέλεξαν τον Μεγάλο Συνασπισμό, δηλαδή μια συμμαχία με τους εκλογικούς τους αντιπάλους και τους νεοφιλελεύθερους, εναντίον των οποίων διεξήγαγαν ολόκληρη την προεκλογική τους εκστρατεία.
Αυτή η έκβαση δείχνει σε τι βαθμό αντίφασης είναι ικανή να φτάσει η σοσιαλδημοκρατία όταν επιλέγει να αποφύγει έναν εποικοδομητικό διάλογο, ακόμα και έναν κρίσιμο διάλογο, με την εναλλακτική αριστερά.
Το ίδιο ζήτημα τέθηκε στη Γαλλία από έναν άνθρωπο που σίγουρα δεν ανήκει στην ιστορία της Γαλλικής εναλλακτικής αριστεράς. Ο Λοράν Φαμπιούς είπε ότι στο επόμενο συνέδριο οι Γάλλοι σοσιαλιστές θα πρέπει να επιλέξουν ανάμεσα σε μια γραμμή και μια προοπτική που είναι φιλελεύθερη σοσιαλιστική, στην πραγματικότητα φιλελεύθερη δημοκρατική και, όπως το έθεσε, μια σαφής προσέγγιση προς την αριστερά. Και πάλι ήταν ο Λοράν Φαμπιούς εκείνος που είπε ότι μόνο μια σαφής προσέγγιση προς την αριστερά μπορεί να δημιουργήσει ένα μέλλον για τους σοσιαλιστές.
Προκύπτει μια νέα ιστορική ανάγκη για μια εναλλακτική κοινωνία. Σε αυτή την προσπάθεια καλείται να παίξει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο η Ευρώπη. Όχι η σημερινή Ευρώπη, αλλά μια άλλη. Ισχύει και για την Ευρώπη η γνωστή ρήση: «Ο βασιλιάς είναι νεκρός, ζήτω ο βασιλιάς».
Η Ευρώπη των αγορών έχει πεθάνει, θαμμένη από την ψήφο πολλών λαών και χωρών. Είναι δυνατόν να γεννηθεί η Ευρώπη που έχουν ανάγκη ο κόσμος και οι λαοί που την κατοικούν; Μια Ευρώπη πρωταγωνίστρια στον αγώνα για την παγκόσμια ειρήνη; Ειρήνη δεν σημαίνει μόνο έλλειψη πολέμου, αλλά ένα νέο διεθνές σύστημα κοινωνικών, οικονομικών και πολιτιστικών σχέσεων. Ο Γάλλος φιλόσοφος, Ετιέν Μπαλιμπάρ, ορθά είπε γι’ αυτό το σύστημα:
“μια Ευρώπη της αλληλοκατανόησης των ανθρώπων, μια Ευρώπη ικανή να λειτουργήσει ως γέφυρα μεταξύ του Βορρά και του Νότου του κόσμου, ικανή να ανοίξει την αγκαλιά της στους μετανάστες, να γίνει ένας τόπος όπου μπορεί να δημιουργηθεί ένας διαφορετικός πολιτισμός. Ένας πολιτισμός που έχει ανάγκη να ασκεί ριζοσπαστική κριτική, να αμφισβητεί τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, να οικοδομήσει ένα νέο οικονομικό και κοινωνικό σύστημα. Μια Ευρώπη που βασίζει στην δημοκρατία το ρόλο της στον κόσμο και το διαφορετικό της οικονομικό και κοινωνικό σύστημα, και μάλιστα σε μια ιδιαίτερη μορφή δημοκρατίας, τη συμμετοχική εκείνη, που γεννιέται από την εποικοδομητική διαχείριση των συγκρούσεων, κοινωνικών καθώς και ιδεολογικών. Η δημοκρατία όπως εκφράζεται από την συμμετοχή των λαών, οργανωμένη από τα κάτω και κατά περιοχή, δημιουργώντας έτσι καινούργιες κοινότητες από επιλογή”.
2.- Ο σύγχρονος οικονομικός φιλελευθερισμός θέλει να μας πείσει ότι το κράτος, το «δημόσιο» και οι υπηρεσίες του, ο προγραμματισμός της οικονομίας, ο κοινωνικός έλεγχος στους μηχανισμούς της αγοράς, οι μορφές κοινωνικής προστασίας και όλα όσα συνδέονταν κάποτε με το κράτος πρόνοιας ανήκουν σε ένα προηγούμενο και ξεπερασμένο στάδιο της ιστορίας του καπιταλισμού. Μας λέει: «Αφήστε την αγορά να παίξει τον ρόλο της και μετά δημιουργείστε κοινωνικό κράτος».
3.- Τι σχέση έχει, όμως, το ΠΑΣΟΚ με τον φιλελευθερισμό;
Ο ίδιος ο Γιώργος Φλωρίδης, σε συνάθροιση οπαδών του Βαγγέλη Βενιζέλου, είπε πρόσφατα ότι: «Δεν πρέπει το ΠΑΣΟΚ να εμφανίζεται ως μια καρικατούρα αμερικανικού νεοφιλελεύθερου κόμματος, αλλά ως ένα καθαρά σοσιαλιστικό κόμμα».
Αλλά και ο ίδιος ο Γιώργος Παπανδρέου, πάνω στο θέμα αυτό, είπε ξεκάθαρα ότι:
"Δυστυχώς, η ταύτιση του ΠΑΣΟΚ με φαινόμενα μιας κατεστημένης νοοτροπίας, μισητής από την κοινωνία, οδήγησε το ΠΑΣΟΚ στο να απωλέσει την συναισθηματική και πολιτική σχέση του με την κοινωνία. Αντίστοιχα, η κοινωνία απομακρύνθηκε σταδιακά κι από το ΠΑΣΟΚ. Θεμελιακή αιτία των αδυναμιών υπήρξε η αυξανόμενη αποξένωση του Κινήματός από τις πηγές από τις οποίες αντλεί την ισχύ του. Ξέχασε τον καθημερινό αγώνα του πολίτη, έχασε την ίδια την πολιτική..."
Συντρόφισσες και σύντροφοι,
Η περίοδος διακυβέρνησης της χώρας από τον Κώστα Σημίτη ήταν, αναμφίβολα, μία από τις πιο παραγωγικές και χρήσιμες στη σύγχρονη ιστορία μας.
Ταυτόχρονα όμως, με την ολοκλήρωση της τετραετίας 2000-2004, ήταν επίσης φανερό ότι η συγκεκριμένη γενιά στελεχών του ΠΑΣΟΚ είχε δώσει ό,τι ήταν να δώσει, είχε εξαντλήσει τις ιδέες της, είχε εθιστεί και σε κάποιες περιπτώσεις, αναπόφευκτα, διαβρωθεί από την εξουσία και γενικά είχε κουραστεί και κουράσει.
Μετά τη φυσιολογική ήττα στις εκλογές του 2004, το ΠΑΣΟΚ έπρεπε να αναδείξει νέους ανθρώπους, οι οποίοι να εκφράζουν νέες ιδέες και να εμπνέουν νέα οράματα. Αυτό ήταν ένα από τα νοήματα του αιτήματος "Γιώργο προχώρα, άλλαξέ τα όλα".
Από το πόσο γρήγορα και πόσο επιτυχημένα θα γινόταν αυτό εξαρτάτο και η επιτυχία του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 2007.
Και πράγματι υπήρξαν νέες ιδέες, και μάλιστα πολύ οραματικές και υποσχόμενες όπως:
· η πράσινη οικονομία,
· η συμμετοχική δημοκρατία,
· η κοινωνική λογοδοσία,
· η επένδυση στην παιδεία,
· η μέτρηση της απόδοσης των κρατικών δαπανών,
· η ανάπτυξη της περιφέρειας στη λογική της "Νέας Ολυμπίας" κ.α.
Δυστυχώς, όμως, ο μόνος που πραγματικά τις εξέφρασε στο προηγούμενο διάστημα ήταν ο Γιώργος Παπανδρέου, σε σημείο που να διερωτάται κανείς εάν είναι το ίδιο το ΠΑΣΟΚ έτοιμο για έναν ηγέτη σαν τον Γιώργο Παπανδρέου ή μάλλον βολεύει καλύτερα το ρουσφέτι, η εσωκομματική διαπλοκή, οι ομάδες, οι καρέκλες, κ.λ.π.;
Το όραμά του δεν πολλαπλασιάστηκε από ορισμένα στελέχη, ιδίως από εκείνα που ήρθαν στο ΠΑΣΟΚ επειδή ήταν δύναμη εξουσίας και όχι επειδή ήταν το λαϊκό κίνημα των προοδευτικών Ελλήνων. Νέοι άνθρωποι δεν προβλήθηκαν και τα παλιά στελέχη είτε δεν ήθελαν, είτε δε μπορούσαν. Εάν κάτι έπρεπε να αλλάξει στο ΠΑΣΟΚ, αυτό ήταν τα στελέχη του.
Η αποτυχία του Γιώργου Παπανδρέου ήταν ότι δεν προχώρησε αρκετά γρήγορα σε αυτή την κατεύθυνση από το 2004, όταν είχε όλες τις προϋποθέσεις. Σήμερα αυτό γίνεται εξ ανάγκης και σε συνθήκες κρίσης. Το ΠΑΣΟΚ είναι ήδη δύο κόμματα. Απλώς δε γνωρίζουμε ποιό από τα δύο θα κρατήσει το όνομα και τη "σφραγίδα". Μακάρι να είναι αυτό του Γιώργου.
Το νέο ήθος του Γιώργου Παπανδρέου το έχει ανάγκη αυτή η χώρα. Τώρα καλούμαστε όλοι, όχι απλά για να διαλέξουμε αρχηγό, αλλά για να διαλέξουμε ποιο ΠΑΣΟΚ θέλουμε. Να αγωνιστούμε για το ΠΑΣΟΚ που θέλουμε να έρθει στην εξουσία και όχι η εξουσία να φέρει το ΠΑΣΟΚ στα δικά της μέτρα. Ο αγώνας αυτός είναι αγώνας αξιών και συναισθήματος, είναι αγώνας ανάκτησης της αξιοπιστίας της πολιτικής κόντρα στον κυνισμό, την παραπλάνηση, την επικοινωνιακή δημαγωγία.
Αυτός ο αγώνας είναι η πρόκληση που πρέπει να αντιμετωπίσουμε νικηφόρα. Άλλες γενιές αγωνίστηκαν για τη δημοκρατία που τώρα απολαμβάνουμε· Εμείς πρέπει να αγωνιστούμε για να διασφαλίσουμε ότι αυτή η δημοκρατία θα λειτουργεί με όρους αφύπνισης και συμμετοχής των πολιτών, όχι με όρους υποβάθμισης της νοημοσύνης μας και ποδηγέτησης συνειδήσεων.
Στα πλαίσια αυτά, η προσπάθεια ορισμένων να αντιμετωπιστεί και περιοριστεί η εσωτερική μας εκλογική αναμέτρηση στο επίπεδο των μονομάχων «ηρώων», σε συνδυασμό με την οξύτητα της αντιπαράθεσης μεταξύ των υποψηφίων για την προεδρία του Κινήματος, αποτελεί το κύριο εμπόδιο για κάθε ουσιαστική πολιτική συζήτηση, υπάρχει δε σοβαρός κίνδυνος να οδηγήσει το ΠΑΣΟΚ στην απομόνωση από τους κοινωνικούς αγώνες, σπρώχνοντας, παράλληλα, το εκλογικό μας σώμα στους λαϊκιστές ηγέτες και στην αγκαλιά του φιλελευθερισμού.
Για τους λόγους αυτούς, το στοίχημα είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό των τελευταίων βουλευτικών εκλογών. Αφορά την απαίτησή μας για έναν νέο πολιτικό πολιτισμό, που θα σέβεται το μυαλό και την ψυχή του πολίτη και θα κάνει σημαία την διασφάλιση, ενίσχυση και διεύρυνση του κοινωνικού κράτους. Και που θα οδηγεί σε Κυβερνήσεις οραματικές, υπεύθυνες, αποτελεσματικές και υπόλογες για την εντολή που διαχειρίζονται, την δική μας εντολή.
Το ίδιο το κοινωνικό κράτος, για το οποίο αναφερθήκαμε και προηγουμένως, σύμφωνα με τις πολιτικές της παρελθούσης και παρούσης νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης, περιέχει τις δραματικές επιπτώσεις της κυριαρχίας της αγοράς. Το να υπερασπιζόμαστε, όμως, ό,τι μας παραχωρείται είναι μια λανθασμένη και αδιέξοδη επιλογή. Θα ήταν σαν να βγάζουμε νερό από τη θάλασσα με το κουτάλι. Στην πραγματικότητα η κύρια πρόκληση είναι να πετύχουμε μια πραγματική κοινωνική προστασία. Η οικονομία είναι αυτό που πρέπει να αμφισβητηθεί, είναι η ικανότητα να κριτικάρουμε την οικονομία που πρέπει να ανακαλυφθεί εκ νέου και ένα από τα ζωντανά στοιχεία αυτής της κριτικής της οικονομίας εκφράζεται στην συγκεκριμένη εμπειρία της υπεράσπισης και προώθησης των κοινωνικών αγαθών.
Τα αγαθά που πρέπει να θεωρούμε σημαντικά, που ανήκουν σε όλους, πρέπει να είναι ο μοχλός για την οικοδόμηση της μελλοντικής μας κοινωνίας και αφετηρία μιας πορείας που θα κάνει δυνατή την επίτευξη ενός κοινωνικού και δημοκρατικού συμβιβασμού, μια βάση για μια άλλη Ελλάδα, απαλλαγμένη από της νεοφιλελεύθερη καταδίκη, για μια Ελλάδα της συμμετοχικής δημοκρατίας.
Αυτό είναι και θα πρέπει να γίνει το κύριο καθήκον του ΠΑΣΟΚ, το οποίο και τότε, όπως και τώρα, είναι αυτό που οφείλει και θα αλλάξει την Ελλάδα· μια Ελλάδα, όμως, που δεν έχει σχέση με τα σαλόνια και με τους Έλληνες που ασκούνται σε συζητήσεις γύρω από τους -ισμούς και τις αλλότριες μόδες· μια Ελλάδα, που δεν είναι μόνον οι περιώνυμοι Έλληνες, αλλά πρωτίστως οι ανώνυμοι άνθρωποι, που τραγουδούν το ηλιοβασίλεμα, που αγαπούν, που καλημερίζουν το διπλανό τους, που είναι φιλόξενοι και γενναιόδωροι, που ζουν με φιλαλληλία, που μπορούν να δώσουν το χέρι στον αδύναμο -κυρίως σ' αυτόν. Αυτή είναι η πραγματική Ελλάδα κι αυτή η Ελλάδα δεν θα χαθεί ποτέ…
Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2007
“Πολυσυλλεκτικότητα και πολιτική ενότητα ”

Σ’αυτό το νεοϊδεολογικό πλαίσιο εντάσσεται και το εγχείρημα των “εκσυγχρονιστών”, που προέρχονται από το χώρο του ΠΑΣΟΚ, με κύριο εκφραστή τον Κ.Σημίτη. Επειδή από τους “εκσυγχρονιστές” εφαρμόστηκε μια οικονομική πολιτική, που φόρτωσε το κόστος του «εκσυγχρονισμού» στις πλάτες των εργαζομένων και γενικότερα των ασθενέστερων, σ' αυτούς που πάντα πληρώνουν σ' αυτόν τον τόπο, για το λόγο αυτό χαρακτηρίστηκαν από μεγάλη μερίδα των πολιτικών αναλυτών ότι μετεξελίχθηκαν από κεντροαριστεροί-σοσιαλιστές σε κεντροδεξιοί ή σοσιαλφιλελεύθεροι.
H Kεντροαριστερά, η οποία εκφράζεται από το “Παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ” είναι μια Aριστερά, η οποία θέλει ρήξεις και ένα Κέντρο, το οποίο θέλει να αυτοτοποθετείται μέσα σε μια παραδοσιακή διάταξη δυνάμεων, από τη Δεξιά ως την Aριστερά.
Η σημερινή εικόνα που δίνει το ΠΑΣΟΚ είναι ενός "κινήματος λαού" μεταλλαγμένου σε ένα νοσηρό κόμμα εξουσίας για την εξουσία. Και μόνο για αυτό το λόγο, το ΠΑΣΟΚ ως κόμμα της κεντροαριστεράς δείχνει να βρίσκεται σε σύγχυση πολιτικής ταυτότητας, σε έλλειψη σαφούς πολιτικού στίγματος, όπως επισημάνθηκε και τις τελευταίες ημέρες.
“Κεντροδεξιά” και “κεντροαριστερά” διαφοροποιούνται, επίσης, στα στρώματα που εκπροσωπούν. Απευθύνονται σε συγκλίνουσες, αλλά όχι ταυτόσημες κοινωνικές ομάδες. Η απόστασή τους διευρύνεται όσο μεγαλώνει η ανισότητα στην κοινωνία. Πόση ανισότητα είσαι διατεθειμένος να ανεχθείς στο όνομα της οικονομικής ελευθερίας και πόση ελευθερία να θυσιάσεις για να επιτύχεις μεγαλύτερη συνοχή; Πόσο να φορολογήσεις τον πλούτο, και πώς ακριβώς να τον αναδιανείμεις; Δεν συμπίπτουν οι πολιτικοί της μιας ή της άλλης πλευράς στην επίλυση των παραπάνω διλημμάτων. Γι’ αυτό και έχει ακόμα νόημα να τους χωρίζουμε στα δεξιά και αριστερά μιας νοητής γραμμής που τοποθετούμε στο κέντρο.
Αυτές οι ιδεολογικές τάσεις (παράλληλα και με κάποιες άλλες μικρότερες, πλην, όμως, ήσσονος σημασίας), που συστεγάζονται στο ΠΑΣΟΚ, χαρακτηρίστηκαν ως πολυσυλλεκτικότητα, πλην, όμως, τουλάχιστον από το 2004 άρχισε να γίνεται αξεπέραστο εμπόδιο. Εκεί θα πρέπει να αναζητηθούν τα βαθύτερα αίτια της κρίσης του ΠΑΣΟΚ. Η συστέγαση των “εκσυγχρονιστών” με τους “κεντροαριστερούς” ευθύνεται για την αφόρητη βραδύτητα και ατολμία στην μεταρρύθμιση του κινήματος και τούτο διότι οι διαφορές των τάσεων δεν αφορούν απλά επιμέρους συμμαχίες και συμφέροντα, αλλά το ίδιο το μοντέλο διακυβέρνησης, συνυπάρχουν δε με σχέσεις συντροφικής αγάπης, αλλά και μίσους εδώ και πολλά χρόνια, ήδη από την εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου. Προς τα έξω εκδηλωνόταν ως καθολική συμφωνία επί των γενικών ζητημάτων, ενώ στο εσωτερικό αφενός μεν κατηγορούνταν οι διαφωνούντες - εκφραστές της εκάστοτε μειοψηφικής τάσης ως υπονομευτές του αρχηγού, αφετέρου δε οι τελευταίοι οργάνωναν, με τη σειρά τους, την δική τους εσωκομματική αντιπολίτευση, ως εκδήλωση ρεβανσισμού των ηττημένων, με δημόσιες διαφοροποιήσεις από τις επίσημες θέσεις του κινήματος, δίνοντας έτσι εύλογα την εικόνα όχι ενός σοβαρού κόμματος, με ξεκάθαρες και κατασταλαγμένες πολιτικές θέσεις, αλλά ως ενός ξέφραγου αμπελιού που ο καθένας λέει ό,τι θέλει, φεύγει όποτε θέλει και έχει τη δική του στρατηγική και πολιτική.
Χαρακτηριστικά είναι τα όσα ανέφερε στις 18/3/1999, σε συνέντευξή του στην «Ε», το μέλος της Κ.Ε. του ΠΑΣΟΚ και πρώην υπουργός, Αντώνης Κοτσακάς: «Το ΠΑΣΟΚ πορεύτηκε 25 χρόνια ως πολυσυλλεκτικό κόμμα, αλλά με μία ηγεσία, του Ανδρέα Παπανδρέου, που είχε τη δυνατότητα να συνθέτει, να μετασχηματίζει σε πολιτική και να εκφράζει συνθετικά αυτήν την πολυσυλλεκτικότητα. Τον τελευταίο καιρό δεν υπάρχει η ίδια δυνατότητα για σύνθεση και έκφραση της πολιτικής. Θέλω να πιστεύω ότι στο συνέδριο ο Κ. Σημίτης θα έχει και τη δύναμη και τη βούληση να εκφράσει αυτήν την επιβαλλόμενη πολιτική σύνθεση…Υπήρξαν και επώνυμα στελέχη τού λεγόμενου εκσυγχρονιστικού χώρου που είπαν ότι όποιος διαφωνεί να φύγει. Θέλω λοιπόν να θυμίσω σε όλους εκείνους με ποιον τρόπο, με ποια ένταση διαφωνούσαν έναντι του Ανδρέα Παπανδρέου και κανένας από εμάς δεν τους έδειξε την έξοδο. Θεωρώ ότι είναι τουλάχιστον αντιδημοκρατικό και δεν προσφέρει στην παράταξη μια τέτοια στάση».
Αυτού του είδους η πολυσυλλεκτικότητα, παράγει, κατά τη Μ.Δαμανάκη, «συχνά μια νερόβραστη σούπα, η οποία δυσκολεύει τις αποφάσεις και οδηγεί στην απαξίωση της πολιτικής» και ευθύνεται, κατά τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, για την «έλλειψη σταθερότητας στην πολιτική μας γραμμή και στις θέσεις μας», έλλειψη η οποία προκαλεί σύγχυση στους πολίτες ως προς την «...σαφήνεια και …καθαρότητα της πολιτικής μας ταυτότητας».
Με βάση τις ανωτέρω επισημάνσεις, ο Γιώργος Παπανδρέου και ο Βαγγέλης Βενιζέλος δεν είναι απλά υποψήφιοι πρόεδροι του ΠΑΣΟΚ, αλλά εκφράζει ο μεν Παπανδρέου την κεντροαριστερή τάση του ΠΑΣΟΚ, ο δε Βενιζέλος την εκσυγχρονιστική τάση - αφού τον στηρίζουν φανερά και κρυφά οι «εκσυγχρονιστές» παλαιάς και νέας κοπής -, οι οποίες (τάσεις) έχουν διαρρήξει την δυνατότητα συνοχής τους.
Η ουσιαστική σύγκρουση και ρήξη που επαγγέλλονται έχει ως κυρίαρχο λόγο την ιδεολογική – πολιτική φυσιογνωμία που πρέπει να έχει το ΠΑ.ΣΟ.Κ. στη νέα εποχή, γι’ αυτό και δεν πρέπει να κριθούν σε επίπεδο ρητορικής ευφράδειας ή εκλογικής επικράτησης έναντι του Καραμανλή, όπως εσχάτως τέθηκε ως ψευτοδίλημμα για να αποπροσανατολίσει τους ψηφοφόρους της 11ης του Νοέμβρη από την πραγματική διάσταση του προβλήματος. Το ΠΑΣΟΚ είναι Δημοκρατικό Ριζοσπαστικό Κεντροαριστερό Κόμμα ή Κεντροδεξιό Κόμμα; Οι θέσεις και οι πρακτικές του Κινήματος πρέπει ή δεν πρέπει να είναι αντίστοιχες με τις αρχές, όπως αποτυπώθηκαν στην διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη; Είναι πλέον λαϊκή η απαίτηση για ξεκαθάρισμα θέσεων και ταυτότητας. Αφού γίνει αυτό, τότε η λαϊκή βάση θα κρίνει ποιος είναι εκείνος που αξιόπιστα θα εκφράσει το αριστερό πρόσωπο του ΠΑΣΟΚ και θα το οδηγήσει στην ανανέωση.
Πέραν, όμως, της ιδεολογικής διάστασης, σε αυτή την ιστορική πρόκληση, έντονη είναι η παρέμβαση υπέρ της υποψηφιότητας του Βενιζέλου ισχυρών εκδοτικών και επιχειρηματικών συμφερόντων, τα οποία λειτούργησαν ως κρατικοδίαιτες επιχειρήσεις με προνομιακές πολιτικές σχέσεις με το σύστημα εξουσίας Σημίτη, τις ίδιες που και ο Καραμανλής δεν δίωξε, αλλά και δεν υποστήριξε. Γύρω από αυτά τα συμφέροντα, που όλοι γνωρίζουν ή καταλαβαίνουν ποια είναι, συσπειρώνονται και συστοιχίζονται όλοι οι δυσαρεστημένοι από την προεδρία Παπανδρέου, μεταξύ των οποίων και βουλευτές ή στελέχη που διατηρούν στενές σχέσεις με επιχειρηματίες της πάλαι ποτέ διαπλοκής.
Από την άλλη, η πολυσυλλεκτικότητα δεν είναι ιδεολογία. Είναι μία κεντρική επιλογή ενός μεγάλου κόμματος εξουσίας. Όμως, μετά την πολυσυλλεκτικότητα πρέπει να ακολουθούν η σύνθεση των απόψεων, η ιδεολογική καθαρότητα, η πολιτική ενότητα και η εσωκομματική δημοκρατία, που αποτελούν τις τρεις βασικές προϋποθέσεις για την πολιτική αυτονομία. Χωρίς τις προϋποθέσεις αυτές δεν υπάρχει πολιτική αυτονομία του κόμματος, δεν θωρακίζεται ο πολιτικός του λόγος και η πολιτική του δράση καθίσταται ευάλωτη στις όποιες παρεμβάσεις. Άλλωστε, ακόμη και ο ίδιος ο Κώστας Σημίτης, αναφορικά με το ζήτημα για το πώς πρέπει να πορευτεί συνολικά η δημοκρατική παράταξη, ανέφερε ότι η πολυσυλλεκτικότητα με εκλογική στόχευση είναι ο τάφος κάθε πολιτικής πρωτοπορίας. Ότι κάποιος άλλος δρόμος είναι εφικτός, χωρίς να χρειαστεί να θυσιαστεί κάθε νέα, δημιουργική πολιτική σκέψη στο βωμό μιας άχρωμης και δειλής εκλογικής επικράτησης.
Το ΠΑΣΟΚ σήμερα δεν αντέχει άλλο μια πλασματική ενότητα με το πρόσχημα ότι θα μπορεί να κερδίσει τις εκλογές. Για να πετύχει μια ουσιαστική ενότητα χρειάζεται καθαρές θέσεις για όλα. Υπ’ αυτό το πλαίσιο, η πολυσυλλεκτικότητα δεν σημαίνει πρόσθεση δυνάμεων, όπως πολλοί νομίζουν, αλλά διαλεκτική σύνθεση ιδεών. Η ενότητα που αρκετοί θεωρούν ως προϋπόθεση για το «μεγάλο» ΠΑΣΟΚ που στηρίζεται στη σιωπή, στη λήθη, στην ελεγχόμενη ακινησία, στις συμφωνίες κορυφής, στις προσωπικές διαπραγματεύσεις, στην ιδεολογική σύγχυση, στις προσωπικές στρατηγικές, στην πολιτική επιβίωση κάποιων «κορυφαίων» στελεχών, μόνο δεινά μπορεί να φέρει για τη συνέχεια και το μέλλον του Κινήματος, αλλά και της χώρας. Όσοι επικαλούνται την επίπλαστη ενότητα επιδιώκουν να θολώσουν το τοπίο και να εμποδίσουν τη δρομολόγηση ουσιαστικών και πολυεπίπεδων αλλαγών. Μόνο η σύγκρουση και η ρήξη με τις κρατούσες αντιλήψεις και πρακτικές μπορεί να δημιουργήσει τις συνθήκες γνήσιας πολιτικής ενότητας και να συμβάλλει καθοριστικά στην πορεία επανίδρυσης της Δημοκρατικής Προοδευτικής Παράταξης, η οποία επιβάλλεται να οριοθετήσει με σαφήνεια τις στρατηγικές πολιτικές επιλογές, να διαμορφώσει νέες κοινωνικές συμμαχίες, να προσδιορίσει τα νέα μεγάλα ζητήματα και τις σύγχρονες και πραγματικές ανάγκες που απασχολούν σήμερα την μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών.
Συμπερασματικά, ένα σύγχρονο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα δεν έχει λόγο ύπαρξης χωρίς μια κοινωνική πολιτική, ικανή να περιορίσει τις κοινωνικές ανισότητες που η οικονομική ανάπτυξη παράγει. Η αναγκαιότητα του εκσυγχρονισμού που δεν θα συνοδεύεται από κοινωνική δικαιοσύνη δεν αποτελεί πραγματικό εκσυγχρονισμό. Αυτός πρέπει να είναι ο στόχος του ΠΑΣΟΚ, που δεν μπορούν να τον εκφράσουν, αλλά και υλοποιήσουν οι εκσυγχρονιστές, οι οποίοι έχουν το μεγαλύτερο ποσοστό ευθύνης για την αλλοίωση της φυσιογνωμίας του άλλοτε λαϊκού Κινήματος. Μπορεί να τον εκφράσει ο Γιώργος Παπανδρέου, με την προϋπόθεση ότι θα λειτουργήσει με την πολιτική θέση του πατέρα του, όπως τη διατύπωσε τον Ιούλιο του 1991, στη Μαδρίτη, στη διάλεξή του, με θέμα: «Τι σημαίνει σοσιαλισμός σήμερα;», όπου είχε πει: «Τα σοσιαλιστικά κόμματα σήμερα εκπροσωπούν τα συμφέροντα μιας πλατειάς συμμαχίας δημοκρατικών, προοδευτικών, κοινωνικών δυνάμεων, αλλά και κινημάτων για ανθρώπινα δικαιώματα, ισότητα των δύο φύλων, προστασίας του περιβάλλοντος, κοινωνικής δικαιοσύνης...».
Μόνο οι προοδευτικές δυνάμεις μπορούν να κερδίσουν το στοίχημα της πραγματοποίησής του και μόνο αυτές να το χάσουν…
Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2007
"Ποιόν στηρίζω και γιατί"

Ο Κώστας Σημίτης σημάδεψε μεν με την πορεία του και την πολιτική του παρουσία την πιο λαμπρή σελίδα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Είμαστε υπερήφανοι για το έργο, την προσφορά του στον τόπο και στη χώρα. Όμως δεν μπορεί να αισθάνεται κανείς υπερήφανος για τις λαθεμένες πρακτικές, που αφορούν τον τρόπο άσκησης της κυβερνητικής εξουσίας την περίοδο αυτή, οι οποίες ήταν μεν μεμονωμένες και όχι ο κανόνας, αλλά αλλοίωσαν την εικόνα, αμαύρωσαν την εικόνα του ΠΑΣΟΚ και δημιούργησαν αποστάσεις από τον πολίτη. Αυτό το πλήρωσε το ίδιο το κόμμα. Αντιστέκομαι, επομένως, στην τακτική εκείνων που προσπαθούν να πείσουν για την αναγκαιότητα ενός «λίφτινγκ» της εικόνας στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ και όχι για την αλλαγή της εικόνας που έχει ο κόσμος για το ΠΑΣΟΚ. Μια εικόνα που ταυτίστηκε: α) με δεξιές στροφές, β) αντιλαϊκές πολιτικές, γ) με σκάνδαλα που μας εξίσωσαν με τα «λαμόγια» της δεξιάς, δ) με το χρηματιστήριο, ένα σκάνδαλο με ονοματεπώνυμο και με όσους έπαιξαν σ΄ αυτό και μ΄αυτό, με όρους αθέμιτους και εξωθεσμικούς. Μια εικόνα που εμπεδώθηκε στη κοινωνία, για το ΠΑΣΟΚ ως καθεστωτικού κόμματος και όχι ενός ζωντανού, υγιούς, ριζοσπαστικού, πρωτοπόρου πολιτικού οργανισμού.
Επειδή υποσχέθηκα ότι θα πάρω θέση υπέρ κάποιου από τους υποψηφίους προέδρους, αφού προηγουμένως ακούσω τις πολιτικές θέσεις και απόψεις τους στο Εθνικό Συμβούλιο, με σαφείς τοποθετήσεις για το τι έφταιξε και χάσαμε, αλλά και για το τι είναι και πώς θα πορευτεί το ΠΑΣΟΚ στο μέλλον, είναι πλέον ώριμες οι συνθήκες για να τοποθετηθώ.
Καταρχάς οφείλω να επισημάνω ότι στους πολιτικούς πρέπει να αξιολογούνται οι ιδέες τους και όχι ο τρόπος με τον οποίο τις εκφράζουν. Ευφράδεια και πολιτικές φιλοδοξίες ο Βαγγέλης Βενιζέλος διαθέτει. Είναι όμως αυτά αρκετά για να ηγηθεί ενός κόμματος εξουσίας στον 21ο αιώνα και μάλιστα τη δεδομένη χρονική στιγμή;
Οι ομιλίες του Γιώργου Παπανδρέου τόσο στην Κοινοβουλευτική Ομάδα, όσο και στο Εθνικό Συμβούλιο ήταν πολύ καθαρές. Ήταν ανθρώπινες, αληθινές ομιλίες. Είχε αληθινή αυτοκριτική και - κατά τη δική μου εκτίμηση - ταυτόχρονα είχε ένα εξαιρετικό πολιτικό και ιδεολογικό στίγμα. Άλλοι λένε ότι δεν ήταν και τόσο καλή, γιατί δεν ήταν τόσο …Δεξιά όσο θα ήθελαν. Εγώ επιμένω ότι είχε ένα Αριστερό ιδεολογικό και πολιτικό στίγμα, όπως ακριβώς χρειάζεται τώρα ένα μεγάλο προοδευτικό Κίνημα στον τόπο μας, το οποίο έρχεται μετά από ήττα επειδή ακριβώς δεν κέρδισε την εμπιστοσύνη των προοδευτικών πολιτών. Στη αυτοκριτική του, λοιπόν, αυτή ο κ. Παπανδρέου είπε ότι το λάθος του ήταν προχώρησε - έτσι είδε ο ίδιος τη διαδικασία της ενότητας - σε μια βελούδινη αλλαγή. Δεν είπε, όμως, τι κόμμα παρέλαβε και όφειλε να το κάνει.
Τι το καινούριο φέρνουν οι είκοσι (20) θέσεις του Βαγγέλη Βενιζέλου για το ΠΑΣΟΚ που επιθυμεί και θέλει να ηγηθεί; Ουδέν. Η πλατφόρμα αυτή δεν δίνει λύσεις. Είναι μια καλογραμμένη επανάληψη γενικόλογων θεμάτων και θέσεων, χωρίς συγκεκριμένο και ουσιαστικό περιεχόμενο, που έχουν ειπωθεί στο ΠΑΣΟΚ όλα αυτά τα χρόνια, για ένα κόμμα που θα επιδιώξει διάλογο με την ευρύτερη αριστερά, που θα έχει πράσινο αναπτυξιακό μοντέλο, θα είναι πατριωτικό και κόμμα χωρίς εσωκομματικά πελατειακά δίκτυα ή λευκές επιταγές, που θα διασφαλίζει την αυτονομία της πολιτικής από κάθε εξωθεσμικό κέντρο και θα διαφοροποιείται ουσιαστικά από το συντηρητισμό. Μένει αναπάντητο το ερώτημα “πώς” θα κάνει πράξη όλα αυτά που ευαγγελίζεται ο υποψήφιος για την προεδρία του Κινήματος. Γιατί για πολλά από αυτά που αναφέρει, το ΠΑΣΟΚ υπάρχει, αλλά έχασε στις εκλογές. Λείπουν οι ριζοσπαστικές ανατρεπτικές πολιτικές που θα αλλάξουν όλα αυτά που αποδοκίμασε ο λαός.
Η Ελλάδα χρειάζεται τολμηρές αλλαγές, οι οποίες για να επιτευχθούν χρειάζεται σύγκρουση. Χρέος ενός κεντροαριστερού κόμματος είναι να συγκρούεται για να αλλάζει τα κακώς κείμενα, τις νοοτροπίες και τις αντιλήψεις που αποτελούν τροχοπέδη στην ανάπτυξη της χώρας. Αυτό βέβαια προϋποθέτει τον παραμερισμό προσωπικών φιλοδοξιών και προσωπικού οφέλους. Προϋποθέτει τη διάθεση για ρήξεις και τομές στην κοινωνία οι οποίες μπορεί και να έχουν σοβαρό πολιτικό κόστος. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν το διακρίνω στο Βαγγέλη Βενιζέλο. Με έναν πρόχειρο απολογισμό δεν διαπίστωσα από τη θητεία του σαν υπουργός να έχει έρθει σε ρήξεις με θεσμούς. Ο Βενιζέλος δεν συγκρούστηκε ποτέ και με κανέναν. Δεν κατέθεσε ποτέ καμία νέα πρόταση για το ΠΑ.ΣΟ.Κ και την Ελλάδα. Ενδεικτικά θα αναφέρω το θέμα που είχε προκύψει με την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Την εποχή εκείνη ο Βενιζέλος πήρε ξεκάθαρα θέση υπέρ του Χριστόδουλου. Μάλιστα τον Μάιο του 2004 στο «Έψιλον» είχε δηλώσει: «Κάναμε σαφώς λάθος χειρισμό στο θέμα των ταυτοτήτων. Δεν μπορείς να αγνοείς τον αρχιεπίσκοπο και να τον μειώνεις έτσι. Ο Χριστόδουλος στο θέμα του χειρισμού είχε απόλυτο δίκιο. Το ΠΑΣΟΚ πλήρωσε τον προτεσταντισμό του Σημίτη. Είχε σχέδιο (ο Σημίτης) και το ΠΑΣΟΚ το πλήρωσε». Απολάμβανε μια φοβερή στήριξη από το σύνολο των ΜΜΕ, τα οποία, κατά τη διάρκεια που ήταν Υπουργός Πολιτισμού, κατηγορούσαν τους πάντες για τις καθυστερήσεις των Ολυμπιακών έργων εκτός από τον κατεξοχήν αρμόδιο υπουργό. Επίσης, ευθύνεται για την απώλεια των εκατομμυρίων ευρώ που είχε το δημόσιο από τις ρυθμίσεις χρεών των ποδοσφαιρικών και καλαθοσφαιρικών ανώνυμων εταιριών. Ως Υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνησης Ανδρέα χρεώνεται την ήττα της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο θέμα της πρώην «βασιλικής» περιούσιας. Εξάλλου, και κατά τη διάρκεια της περασμένης 4ετίας ο Βενιζέλος δεν υπερασπίστηκε τις επιλογές του Προέδρου του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Με την στάση του έχει τεραστία ευθύνη στην ήττα του ΠΑ.ΣΟ.Κ..
Την ώρα που τα εκατομμύρια των Ελλήνων ψηφοφόρων του και τα στελέχη του Κινήματος παρακολουθούσαν την εκλογική αναμέτρηση, ψάχνοντας να βρούνε τι έφταιξε, ο Βενιζέλος έκανε προσωπική πολιτική. Δήλωσε «παρών» στην επόμενη μέρα, λησμονώντας ότι τον Δεκέμβρη του 2003 είχε δηλώσει ότι «όταν σε χρειάζονται, και απών να είσαι σε φωνάζουν. Και να λες ότι είσαι παρών, αν δεν σε χρειάζονται, δεν σε φωνάζουν». Παρότι είναι ένας πολύ φιλόδοξος πολιτικός, το οποίο δεν είναι απαραίτητα κακό, όπως ανταπάντησε και ο ίδιος, εντούτοις η εκδοχή της δικής του φιλοδοξίας (με σαφέστατη έλλειψη αυτοσυγκράτησης και υπομονής και με εκρηκτικές αντιδράσεις) δεν συμβαδίζει με τους ηθικούς κανόνες της κεντροαριστεράς.
Στηρίζω, λοιπόν, τον Γιώργο Παπανδρέου όχι άκριτα, αλλά ασκώντας κριτική, χωρίς, ωστόσο, να έχω φτάσει και στην αμφισβήτηση του προσώπου και του ηγετικού του ρόλου. Πρωτίστως, όμως, τον στηρίζω όχι γιατί είναι πιο ωραίος ή πιο έξυπνος ή πιο ρήτορας από τον Βαγγέλη Βενιζέλο. Άλλωστε, τέτοιου είδους κριτήρια δεν έχουν σχέση με την πολιτική, αλλά με επικοινωνιακά τρικ. Αντιθέτως, τον στηρίζω γιατί η Ελλάδα έχει ανάγκη από έναν ευρωπαίο ηγέτη με κοσμοπολίτικη αντίληψη για τα πράγματα. Να σκέφτεται οικουμενικά - να δρα ευρωπαϊκά -και να προτείνει εθνικά. Γιατί η σύγχρονη, σοσιαλδημοκρατική Αριστερά χρειάζεται να οριοθετήσει εκ νέου τις διαφορές της με την Νέα Δεξιά, να αντιληφθεί και να απαντήσει στα σύγχρονα πολιτικά διακυβεύματα. Γιατί τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το ΠΑΣΟΚ δεν είναι επιφανειακά, επικοινωνιακά, προσωπικά ή συγκυριακά, αλλά στρατηγικά, κοινωνικά, πολιτικά και διαχρονικά. Γιατί δεν έχει ανάγκη ο τόπος την αναπαραγωγή ενός καθεστωτικού ΠΑΣΟΚ, που το ενδιαφέρει μόνον η διαχείριση της εξουσίας και την ζητάει πίσω πάση θυσία. Γιατί ανάγκη υπάρχει για ένα ΠΑΣΟΚ, που θα επιστρέψει στην εξουσία για να την κάνει εργαλείο μιας νέας μεγάλης κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής, ένα γνήσιο και αυθεντικό εκφραστή κοινωνικών και λαϊκών στρωμάτων, με επεξεργασμένες λύσεις, με εκπαιδευτικό προσανατολισμό, ένα Κίνημα αλλαγών και μεταρρυθμίσεων. Γιατί το ΠΑΣΟΚ χρειάζεται, επιτέλους, να γίνει πραγματικά ένα ανοιχτό, συμμετοχικό και δημοκρατικό κόμμα. Μια νέα δομή, η οποία να διασφαλίζει τη δράση, την αξιοκρατία και τη διαρκή ανανέωση. Η γραφειοκρατική δομή του ΠΑΣΟΚ επέτρεψε τη διαμόρφωση σκληρών, προσωποπαγώς ελεγχόμενων, στεγανών αναξιοκρατίας, εντός της κομματικής δομής. Δημιούργησε συνθήκες όχι ανανέωσης, αλλά διαδοχής των νυν στελεχών και μάλιστα ως επί το πλείστον από τους υπαλλήλους τους ή και από νεανικά άλλοθι παλαιοκομματικών ιδεών. Η απολιτική αυτό δομή υπήρξε βασική αιτία αφυδάτωσης του ΠΑΣΟΚ από τις δημιουργικές και κινηματικές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας. Γιατί το ΠΑΣΟΚ θα πρέπει να προχωρήσει σε μια νέα διακηρυκτική πράξη, που να βασίζεται στην παράθεση και εξειδίκευση συγκεκριμένων αρχών: αξιοκρατία, διαφάνεια, ολοκληρωμένη λαϊκή κυριαρχία, διεθνισμός, νέος πατριωτισμός, μαχητικός φιλειρηνισμός, πολύπλευρες διεθνείς συμμαχίες, ίσες και πολλαπλές ευκαιρίες για όλους, ευέλικτο και αποτελεσματικό κοινωνικό κράτος, ανοιχτή κοινωνία, αντί- κομφορμιστικές νοοτροπίες, αριστερό ήθος, δημοκρατικά και ανθρώπινα δικαιώματα, ανάπτυξη με προαπαιτούμενα την αλληλεγγύη και την οικολογία, διεύρυνση των δικαιωμάτων στη δημόσια δωρεάν παιδεία και υγεία για όλους, καλά αμειβόμενη και σταθερή εργασία, δύναμη και σεβασμός στον πολίτη, κοινωνία συνευθύνης. Γιατί μια υποψηφιότητα που εδράζεται σε πρόσκαιρη δημοσκοπική υπεροχή, επιφανειακή ρητορική δεινότητα, πολιτική ασάφεια έως ταύτιση με προϋπάρχουσες και ξεπερασμένες απόψεις συνιστά μεσοπρόθεσμα, βέβαιη συνταγή ήττας για το ΠΑΣΟΚ και πισωγύρισμα. Δείχνει ότι το ΠΑΣΟΚ παραγνωρίζει και αδιαφορεί για το μήνυμα των ψηφοφόρων.
Ο Γιώργος Παπανδρέου κατηγορείται γιατί απέτυχε να αλλάξει ριζικά το μεταπολιτευτικό, γραφειοκρατικό ΠΑΣΟΚ. Η άλλη λύση συμβολίζει και εκφράζει σε κορυφαίο επίπεδο αυτό ακριβώς το μεταπολιτευτικό, γραφειοκρατικό ΠΑΣΟΚ. Στην παρούσα φάση η μόνη επιλογή που προσφέρει τα παραπάνω είναι η παραμονή του Γιώργου Παπανδρέου στην προεδρεία του ΠΑΣΟΚ…
Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2007
“Η αποδόμηση του πολιτικού λόγου”
Στην πολιτική, όπως και στη ζωή, είναι φορές που δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις ένα πρόβλημα με μονολεκτικές απαντήσεις. Στην προβληματική αντιμετώπισης των πολιτικών ζητημάτων καθοριστικό είναι να χρησιμοποιούνται βασικά δύο ερωτήματα· το “γιατί” και το “πώς”. Με το πρώτο απ’ αυτά αναζητούνται τα αίτια που γεννούν το οποιοδήποτε πρόβλημα, ενώ με το δεύτερο καταγράφονται οι μέθοδοι επίλυσής του.
Ο πολιτικός λόγος για να έχει ουσία, νόημα και αξιοπιστία για τον πολίτη δεν πρέπει να αρκείται μόνον στην καταγραφή και κατάδειξη των προβλημάτων, των γενεσιουργών αιτίων τους, αλλά και αυτών που ευθύνονται γι’ αυτά - άλλωστε οι πολίτες είτε τα αντιλαμβάνονται μέσω της ενημέρωσής τους από τα ΜΜΕ, είτε τα υποπτεύονται, ανάλογα με το βαθμό της συνειδητότητάς τους - αλλά θα πρέπει να προχωρά και στην καταγραφή των συγκεκριμένων μεθόδων και ενεργειών, θεμελιωμένων σε λογικά επεξεργασμένες αναλύσεις κόστους-οφέλους, στις οποίες προτίθεται να προχωρήσει έκαστο των κομμάτων εξουσίας πρωτίστως, στην περίπτωση που γίνει κυβέρνηση, μέσω των οποίων θα μπορέσουν να επιλυθούν, ως λ.χ. “γιατί” και “πώς” για το ασφαλιστικό, το εξωτερικό χρέος, την δημοσιονομική εξυγίανση, την δημόσια υγεία, την δημόσια παιδεία, κ.ο.κ..
Η διαδικασία αυτή στον μεν πολίτη θα παράσχει επαρκή γνώση για τον τρόπο και την μεθοδολογία, με τις οποίες πρόκειται να πολιτευτεί ένα κόμμα, για το δε τελευταίο αποτελεί αντίστοιχη δέσμευση, στα πλαίσια μιας άτυπης "κοινωνικής συμφωνίας", η οποία θα αποκλείει τους αιφνιδιασμούς και βεβαίως θα επιφέρει και το ανάλογο κόστος για κείνο το κόμμα που θα τολμήσει να παραβιάσει αυτή την "συμφωνία".
Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ, ως κόμματα εξουσίας, στάθηκαν προεκλογικά στην προβολή των διαφορών τους αναφορικά με την κατάσταση της οικονομίας, την κρατική παρέμβαση και τον τρόπο άσκησης της κοινωνικής τους πολιτικής. Και το μεν ΠΑΣΟΚ αναφερόταν στο Πρόγραμμά του, που, πλην ελαχίστων, κανείς στην πραγματικότητα δεν γνώριζε, η δε ΝΔ αναφερόταν στις προεκλογικές δεσμεύσεις της …του 2004, καθόσον δεν εμφάνισε κάποιο νέο Πρόγραμμα.
Ο κ.Καραμανλής για να ξεφύγει από τη θέση του απολογούμενου, για τις ολιγωρίες και την εικόνα διάλυσης που παρουσίασε ο κρατικός μηχανισμός τους θερινούς μήνες επέλεξε αφενός μεν να προκηρύξει εκλογές εν μέσω των καλοκαιρινών διακοπών, αφετέρου δε να αποφύγει τις εντάσεις και διέπρεψε στη στρατηγική του να μεταπηδά από το ένα θέμα στο άλλο, αποφεύγοντας, παράλληλα, να δίνει συγκεκριμένες και σαφείς απαντήσεις για το πώς εννοούσε ότι θα ολοκληρώσει τις «μεταρρυθμίσεις» που ευαγγελιζόταν. Αλλά και το ΠΑΣΟΚ αναλώθηκε στο να καταγγέλλει τη Ν.Δ. ως ανίκανη, ότι κυβερνά χωρίς Πρόγραμμα και ότι ο Πρωθυπουργός είναι άφαντος από τα μεγάλα προβλήματα της χώρας.
Αποτέλεσμα της άνευ ουσίας αψιμαχίας και του χαρακτηριζομένου από γενικευμένη ασάφεια και αοριστία πολιτικού λόγου, τον οποίο ο λαός ονοματίζει “ξύλινη γλώσσα” και στον οποίο ο γράφων έχει προσδώσει τον τίτλο “η γλώσσα της ακατανοησίας”, ήταν ότι καθ’όλη τη διάρκεια της σύντομης προεκλογικής περιόδου για μια σειρά προβλημάτων, διεκδικήσεων και μέτρων που αφορούν την καθημερινή ζωή των Ελλήνων να έχει λάμψει δια της απουσίας του ένας περιεκτικός και απολύτως κατανοητός πολιτικός αντίλογος και μια υψηλού επιπέδου αντιπαράθεση ιδεών.
Η εμμονή στη διάρθρωση του πολιτικού λόγου με γενικευμένες ρητορικές αναφορές περί μεταρρυθμίσεων, τομών και αλλαγών δεν είναι τυχαία, αλλά συνειδητή πολιτική επιλογή, η οποία στόχο έχει να παραπληροφορεί και αποπροσανατολίζει τον πολίτη, συρρικνώνοντας τις ιδεολογικοπολιτικές και εκλογικές επιλογές του και αποσκοπώντας κατ’ουσίαν στον λαϊκίζοντα επικοινωνιακό εντυπωσιασμό του.
Οι κραυγαλέες αυτές ελλείψεις αποδεικνύουν όχι μόνον ότι η πολιτική έχει αποστασιοποιηθεί από τα πραγματικά κοινωνικά προβλήματα και έχει αναδειχθεί σε ένα ευτελές “παιχνίδι” εξουσίας και επικοινωνίας, αλλ’ επιπροσθέτως – και αυτό είναι το κυριότερο - ότι το πολιτικό μας σύστημα διέρχεται βαθιά κρίση, η οποία εκδηλώνεται με την διογκούμενη δυσαρέσκεια και εν πολλοίς αδιαφορία των πολιτών για τα πολιτικά κόμματα, τους πολιτικούς θεσμούς και τις πολιτικές εξελίξεις.
Δεν είναι, επομένως, παράξενο το ότι η τελική δημοκρατική κρίση των πολιτών, όπως αποτυπώθηκε και στις πρόσφατες εκλογές, με την καταψήφιση των κομμάτων εξουσίας και την διασπορά ψήφων σε μικρότερα κόμματα, δεν αποτυπώνει στη πραγματικότητα τις αληθινές τους επιθυμίες-προτιμήσεις ως προς τις προοπτικές της κοινωνικής μεταβολής, αλλ’ αντιθέτως φέρει τα χαρακτηριστικά έκφρασης δυσαρέσκειας, η οποία με τη σειρά της αντανακλά την κρίση που διέρχεται η πολιτική…
“Η απο-ιδεολογικοποίηση του πολιτικού λόγου και η κρίση της πολιτικής”
Με αφορμή την τελευταία προεκλογική περίοδο και την αυτοκριτική που ξεκίνησε ήδη στο ΠΑΣΟΚ, προκρίθηκε αναγκαία η καταγραφή του παρόντος πονήματος, αναφορικά με τα χαρακτηριστικά που έχει προσλάβει τα τελευταία χρόνια τόσο η πολιτική, όσο και ο πολιτικός λόγος, όπως εκφέρεται από τα πολιτικά κόμματα της χώρας μας.
Συγκεκριμένα, η πολιτική έχει βαθμιαία αποδεσμευτεί από το κοινωνικό της περιεχόμενο και έχει αναδειχθεί σε ένα “παιχνίδι” εξουσίας και επικοινωνίας, αποκαλύπτοντας ότι το πολιτικό μας σύστημα διέρχεται βαθιά κρίση, η οποία εκδηλώνεται με την διογκούμενη δυσαρέσκεια των πολιτών για τα πολιτικά κόμματα και τους πολιτικούς θεσμούς, στο διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ της κυβερνώσας ελίτ και της «αναιμικής» κοινωνίας των πολιτών, στην πρόδηλη αδιαφορία των πολιτών για τις πολιτικο-εκλογικές διαδικασίες και στην αυξανόμενη ροπή προς την ψήφο διαμαρτυρίας και τον λαϊκισμό.
Ως αντιστάθμισμα προκρίνεται η επαναπολιτικοποίηση της πολιτικής, η οποία μπορεί να γίνει αντιληπτή κάτω από το αναλυτικό πρίσμα δύο διαφορετικών προσεγγίσεων:
(α) ως διαδικασία μεταστροφής της πολιτικής από την ανούσια «επικοινωνία» και τις δηλώσεις προθέσεων, στην αποτελεσματική διαχείριση και αντιμετώπιση των κρίσιμων θεσμικών, διαρθρωτικών, πολιτικών και κοινωνικών προβλημάτων (πολιτική πρακτική) και
(β) ως διαδικασία διεύρυνσης των δημοκρατικών-εκλογικών επιλογών του πολίτη μέσω της συστηματικής ανάδειξης εναλλακτικών πολιτικών επιλογών και διλημμάτων πολιτικής (πολιτικός προγραμματικός λόγος).
Η παρούσα κριτική ανάλυση εντάσσεται στο πλαίσιο της δεύτερης προσέγγισης, με κριτήριο την επισήμανση ορισμένων σημείων που καταλαμβάνουν συγκριτικά μικρότερη έκταση.
Η προσεκτική αξιολόγηση του προγραμματικού λόγου των πολιτικών κομμάτων που διεκδικούν κυβερνητική πλειοψηφία αναδεικνύει ένα μείζον πολιτικό «έλλειμμα»: ο πολιτικός λόγος δεν αρθρώνεται στη βάση εναλλακτικών πολιτικών επιλογών και επιχειρημάτων, αντιθέτως, διακρίνεται από γενικευμένη ασάφεια και αοριστία.
Εναλλακτικά, οι προτάσεις πολιτικής δεν θεμελιώνονται σε λογικά επεξεργασμένες αναλύσεις κόστους-οφέλους, ώστε να συνθέτουν ένα πλέγμα πολιτικών διλημμάτων και επιλογών, αλλά συγκροτούνται στη βάση μίας φαινομενικής καθολικότητας.
Ο πολιτικός λόγος διολισθαίνει σε ένα συνειδητό εξωραϊσμό που συρρικνώνει τις ιδεολογικο-πολιτικές και εκλογικές επιλογές του πολίτη. Συνολικά, η σχετική αποστέρηση των προγραμματικών δεσμεύσεων από ουσιαστικά πολιτικά διλήμματα αποτυπώνει τη συστηματική αποϊδεολογικοποίηση του πολιτικού λόγου.
Η τεκμηρίωση αυτή προκύπτει από την διερεύνηση του προγραμματικού πολιτικού λόγου των κομμάτων «εξουσίας» ως προς την πειστικότητα ή και την επαρκή αιτιολόγησή του σε σημαντικά πολιτικά ερωτήματα-διλήμματα.
Επί της ουσίας, η πολιτική ρητορική των κομμάτων σχετικά με τους κεντρικούς πολιτικούς σχεδιασμούς που επιλέγουν («μεταρρυθμίσεις», «δίκαιη κοινωνία») δεν επικεντρώνεται στα ουσιώδη ζητήματα πολιτικής. Επομένως, ούτε επαρκείς εξηγήσεις δίδει, ούτε αξιόπιστη πληροφόρηση παρέχει ως προς αυτά.
Ενδεικτικά, ορισμένα κρίσιμα θέματα πολιτικής που ελάχιστα -ή καθόλου- διατυπώθηκαν στο δημόσιο πολιτικό λόγο κατά την πρόσφατη προεκλογική περίοδο είναι τα ακόλουθα:
• ποια είναι η λογική και το περιεχόμενο των μεταρρυθμίσεων που επιλέγονται σε κάθε τομέα πολιτικής; (ποιες είναι οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, γιατί αυτές και όχι άλλες;),
• πώς ανατρέπει το status quo κάθε μεταρρύθμιση και ποια είναι η νέα ισορροπία που προκύπτει; (ποιος χάνει και ποιος κερδίζει κάθε φορά;),
• πώς διανέμονται τα οφέλη των μεταρρυθμίσεων και πώς κατανέμεται το συνολικό κόστος;
• ποια είναι η καταλληλότερη στιγμή για την εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και γιατί;,
• ποιος είναι ο ακριβής προσδιορισμός της «δίκαιης κοινωνίας» και ποιοι είναι οι κοινωνικοί και πολιτικοί θεσμοί που πραγματώνουν τα ιδεώδη της;
• πώς επιτυγχάνεται η δίκαιη αναδιανομή του εισοδήματος και πώς διαμορφώνεται η σχέση ανταλλαγής μεταξύ κοινωνικής δικαιοσύνης και οικονομικής αποτελεσματικότητας;
Οι ιδεολογικές προσεγγίσεις και οι πιθανές πολιτικές απαντήσεις που προκύπτουν ως απαντήσεις στα παραπάνω διλήμματα προσδιορίζουν τη μελλοντική κατεύθυνση του κοινωνικού και δημόσιου βίου. Συνολικά, οι διαθέσιμες πολιτικές που προκρίνει κάθε πολιτικός σχηματισμός οριοθετούν αφενός τις ιδεολογικές-προγραμματικές του προτιμήσεις και αφετέρου το πλήθος των πολιτικών-εκλογικών επιλογών του πολίτη.
Ωστόσο, η συνειδητή τακτική της μη ανάδειξης των εναλλακτικών πολιτικών διλημμάτων και η εμμονή του πολιτικού λόγου σε γενικές αναφορές περί μεταρρυθμίσεων, τομών και αλλαγών, συντείνει στην ελλιπή πληροφόρηση, στον αποπροσανατολισμό και τελικώς στη συρρίκνωση των δεδομένων επιλογών του πολίτη. Ακόμη χειρότερα, η προσαρμογή του πολιτικού λόγου στο παιχνίδι του επικοινωνιακού ανταγωνισμού αναδεικνύει στρεβλά διλήμματα δημαγωγικού τύπου.
Εν κατακλείδι, η τελική δημοκρατική κρίση των πολιτών, όπως αποτυπώνεται στις εκλογές με τη ψήφο τους, δεν αποτυπώνει στη πραγματικότητα τις αληθινές τους επιθυμίες-προτιμήσεις ως προς τις προοπτικές της κοινωνικής μεταβολής. Αντιθέτως, τείνει να αποτελεί έκφραση δυσαρέσκειας και επιλογής στρεβλών διλημμάτων, η οποία με τη σειρά της αντανακλά την κρίση που διέρχεται η πολιτική…